Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΓΕΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ (και γύρω μας γιγαντώθηκαν τα σκοτεινά τριαντάφυλλα):

Και για να ’ρθουμε από τον τόπο μας εις άλλα μέρη το βλέμμα σου σα δυνατή γαλέρα μας πηγαίνει στα πιο παλιά στα ενδότερά της όνειρα… Κι από τα παραθύρια τα μυστικά, τα υπόγεια, κοίτα, ω ταξιδιώτη, έξω φουσκώνει αγέρας τα πανιά1.. Ένας κόσμος βολικός σα φορεσιά που κάποτες φορέσαμε. Οι αμμουδιές χωρίς πουλιά και τα νερά αταξίδευτα και οι μεγάλες πέτρινες στιγμές των αγαλμάτων ώσπου να ’ρθυνε πιο κοντά στις λυγαριές τα τζάμια όπου κοιτάμε, ώσπου να λιώσουν τα χαμόγελα οι βροχές και ν’ ακουστούνε κόκκινες σαν αναμνήσεις οι βροντές!.. Ω ζωή χωρίς αρώματα, χωρίς βαθιές περήφανες ματιές που πέφτανε σαν μαχαιριές το απόγευμα. Ο ουρανός εδώ ποτέ του δεν ανθίζει γιασεμιά κι οι ώρες κυλούν αιχμάλωτες σαν δάκρυα μες τα τείχη!.. Ω μια πόρτα ν’ άνοιγε κατά της γης τα μέρη και να ’σπαγε μες το νερό σαν άλλοτες το ρόδι γεμάτο περιστέρια. [ΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by Nekhbetsun ]


ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Τι είναι τα βήματα που ακούω πυκνά
Σαν να περνάει στρατός τη νύτα;
Τι είναι κάτι παράξενες φωνές
Σαν να μας δίνουν προσταγές;

Δεν είναι τίποτα παιδί μου
Είναι ο άνεμος μες τα πανιά
Είναι η βροχή στα κεραμίδια
Κοιμήσου κι αύριο θα δεις
Στο πέλαγος να φέγγουν τα νησιά.

Τι είναι τα χτυπήματα που ακούω
Αδιάκοπα στα παραθύρια
Σαν να ’θελαν να  μπούνε μέσα
Χιλιάδες άγρια πουλιά;

Είναι τα κύματα που ακούς παιδί μου
Που έρχονται από πέρα
Είναι τα άλογα του κυρ Βοριά
Κοιμήσου κι αύριο θα δεις
Το πέλαγος σπαρμένο γιασεμιά.

Τι είναι τα φώτα εκείνα μακριά
Που τρέμουν σαν αστέρια
Πες μου το όνομα πατέρα
Του μεγάλου καραβιού.

Δεν έχει όνομα παιδί μου
Το πλοίο αυτό που ταξιδεύει
Αόρατο χωρίς πανιά
Κοιμήσου τώρα και σ’ ακούνε
Στον κόσμο πέρα και θρηνούν.

Πατέρα μη μ’ αφήσεις μόνο
Γιατί ραγίζουν τα παράθυρα
Κι ορμάνε μέσα τα πουλιά
Που φτερουγίζουνε χωρίς φτερά

ΕΝΑ ΧΟΡΙΚΟ
ΞΕΝΟΣ:
Οι τρικυμίες με πέταξαν, ω φίλοι, σε τούτα τ’ ακρογιάλια
Ο άνεμος και οι βροχές μου σκάλισαν αυτό το πρόσωπο
Τα μάτια μου σκληράθηκαν κοιτάζοντας το πέλαγος
Η γλώσσα που μιλάω δεν είναι πια δική μου
Άλλαξε σιγά-σιγά καθώς ταξίδευα
Η μουσική σταμάτησε, οι ανθρώπινες φωνές χαμήλωσαν κι αποκοιμήθηκα.

ΧΟΡΟΣ:
Υπερήφανη σαν άστρο μια τέτοια αγωνία
Είσαι η ψυχή που χτύπησε αναπάντεχα η σαΐτα
Είσαι το βλέμμα  όπου πηγάζουν υγρές ακόμα οι αναμνήσεις
Από τα βάθη του καιρού μας ήρθες ταξιδεύοντας
Σαν το αθάνατο πουλί μες στα σεντόνια
Στοχάσου λοιπόν το απαίσιο αυτό παιχνίδι
Που μας ενώνει με τους αιώνες

ΞΕΝΟΣ:
Πώς θέλετε ν’ ακούσω μέσα στην ταραχή και την ομίχλη
Πώς θέλετε να θυμηθώ το αρχαίο κορμί που σύντριψε η κατάρα
Πώς να διακρίνω ένα καράβι από μια ψυχή
Αφού ταξιδεύουν κι οι δυο τόσο απαράλλαχτα στο πέλαγος;

ΧΟΡΟΣ:
Δοκίμασε να θυμηθείς, δοκίμασε να θυμηθείς
Το σώμα που σωριάστηκε στο νυφικό τραπέζι
Το σπέρμα που τινάχθηκε μέσα στο άδειο κορμί
Το χαμόγελο που φανερώθηκε την αυγή
Το χέρι που πρόδωσε το ηλιοβασίλεμα
Και το πανί που ανέλπιστα φουσκώνει  ο άνεμος
Όπως ανάβει ξαφνικά μες στο σωρό ένα πρόσωπο
Και γίνεται ολοκαύτωμα σαν πεύκο στο σκοτάδι.

ΞΕΝΟΣ:
Οι τρικυμίες με πέταξαν, ω φίλοι, σε τούτα τ’ ακρογιάλια
Πώς θέλετε ν’ αναγνωρίσω, πώς θέλετε να καταλάβω
Τόσα καινούρια πρόσωπα τόσα καινούρια βλέμματα
Τα σπίτια αυτά δε μοιάζουνε μ’ αυτά που κατοικούσα
Κοκάλωσαν τα χέρια μου βαστώντας το τιμόνι
Πού ’ναι τα δένδρα που ήξερα, πού’ ναι τα κελαηδίσματα;

ΧΟΡΟΣ:
Είναι τα μονοπάτια που διαλέξαν ν’ αποφύγουν οι θεοί
Είναι τα πράσινα βουνά τώρα ολόγυμνα
Τόσες ψυχές που κατρακύλησαν σαν πέτρες μέσα στα χρόνια
Ήτανε κάποτες πανίσχυρες σαν τριαντάφυλλα
Ήταν λαφρύτερες απ ’το νερό σκληρότερες απ’ τη φωτιά
Ήταν γενναίες και μεθοδικές σαν αηδόνια
Μάθε λοιπόν δεν είσαι συ το μόνο αμάρτημα του ήλιου.

ΞΕΝΟΣ:
Τι είναι λοιπόν αυτές οι μαχαιριές ω φίλοι
Αυτός ο θόρυβος των λουλουδιών που μεγαλώνουν
Αυτό το τρίξιμο των εποχών που αλλάζουν
Αυτός ο ψίθυρος των πλοίων που με πλησιάζουν σημαιοστολισμένα;

ΧΟΡΟΣ:
Είναι τα σπίτια που αγαπήσαμε τόσο απόμακρα
Είναι τα χείλια που ακουμπήσαμε τόσο αλλαγμένα
Είναι τα δυο κρεβάτια όπου κοιμούνται ατάραχοι οι ωραίοι νεκροί
Αμάραντος και Κριναγόρας

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Πέρα τα σκοτεινά τριαντάφυλλα ωριμάζουν
ποιο χέρι τα ποτίζει και ξαναφυτρώνουν
ποιο μάτι τα κοιτάζει και μεγαλώνουν
Κρυφά τη νύχτα όταν κοιμόμαστε.

Όταν πρωτόρθανε σε τούτο το ακρογιάλι
Ο ήλιος έλαμπε πάνω στα νησιά
Το αίμα φτερούγιζε ζεστό στις φλέβες μας
Τα μάτια μας ήταν γερά και διάβαζαν

Μέσα στον ύπνο τα όνειρα
Μέσα στο βλέμμα σου τις πυρκαγιές
Μες στη φωνή σου τις φωνές

Μιας μακρινής στεριάς… Τώρα από παντού
Ακούμε τα βαριά τους πέταλα να προχωρούν
Αργά ψιθυριστά σαν τα φιλιά των εραστών
Κατά δώθε που στεκόμαστε κι αγναντεύουμε

Σαν στρατιώτες τη μεγάλη συμφορά.
Ποιος μας ετοίμασε το δείπνο τούτο;
Ποιος μας έφερε εδώ που μόνο οι σαύρες ζούνε;
Ποιος χάραξε στην πύλη μας το τρομερό αυτό μήνυμα;

Έτσι καθώς ζαρώνουν πέρα τα βουνά
Αδειάζει σιγά-σιγά το σπίτι που αγαπήσαμε
Όπως μια βρύση που στερεύει και γύρω μας
Γιγαντώθηκαν τα σκοτεινά τριαντάφυλλα

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι

Δεν υπάρχουν σχόλια: