Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΙΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ

Συνηθισμένο τοπίο. Λίγη θάλασσα, μια μικρή κίτρινη πόλη να την ακουμπά κι ένα γονατισμένο βουνό να κρατά με δυσκολία τον ουρανό μην πέσει πάνω μας. Ήλιοι μας ακινητοποιούν πάνω στα συρματοπλέγματα. Τα σπίτια βυθίζονται αργά-αργά μέσα στη θάλασσα. Επί σκοπόν. Πυρ. Τα μάτια σου. Τα μάτια σου αιωρούνται στο κενό… Βρέχει. Δένδρα, στρατιώτες, λάσπες, εμβατήρια στήνουν ένα μνημείο για τη σελήνη που ξεχάστηκε μπρος σε δυο κλειστά μάτια. –μια αρβύλα συνθλίβει τη σύνθεση- Ποσο αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά μας. Οι ίσκιοι μας καρφωμένοι μ’ ένα μωβ λουλούδι στον τοίχο του Φλεβάρη. Πόσο αλλάξαμε. Βρέχει  (ΠΕΔΙΟ ΑΣΚΗΣΕΩΝ και ΒΡΕΧΕΙ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970 - Art by OLBINSKI Rafal Art surreal-art-tree ]



ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΔΙΑΛΟΓΟΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Αυτές οι μέρες ήταν άσχημες, σαν όλες τις άλλες
(ζέστη, μύγες, τζουκ-μποξ κι ένα λαρύγγι στεγνό,
που ξέχασε να μιλά, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα
που δεν λέει να τελειώσει).
-Μόλις στρίψουμε στη γωνία, έλα από το άλλο
πλευρό μου, γιατί μπορεί να μας πυροβολήσουν.
Στις μέρες μας είναι επικίνδυνο να περπατάς στον δρόμο.
Λευτέρωσε το μέτωπό σου απ’ αυτά τα μαλλιά που το κρύβουν.

Μου φανέρωσες το μέτωπό σου και τα μάτια σου λέγοντας:
-Σκότωσαν τον Κέννεντυ. Σκότωσαν κι άλλον Κέννεντυ.
Κοίτα πώς άνθισαν οι ροδιές. Πάμε προς τα εκεί.
……………………………………………
-Άκου μουσική. Αλήθεια, παίζει ένα τσέμπαλο.
-Τσέμπαλο μες το δρόμο;
Κοίταξα πλάι μου. Είχες ακουμπήσει το χέρι σου
στον ώμο μου. Ξεκουραζόσουν.
(Σ’ αυτή τη στάση σε θυμάμαι πάντα:
να μ’ αγγίζεις και ν’ ακούς μουσική)
-Θέλεις να πιούμε λεμονάδα;
Ο Σεφέρης κάπου γράφει:
«πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ».
Θυμάσαι;
Όλοι διψούμε!
-Κουράστηκα. Θέλω να ησυχάσω.
-Και εγώ, μα πώς;
-Μην καπνίζεις τόσο πολύ. Θα πάθεις.
-Θα πάθω τι; Μ’ αρέσει να βλέπω μέσα απ’ τους καπνούς
τους άλλους. Γίνονται τόσο διαφορετικοί.
Ιδίως στις εννιά το βράδυ που γυρνούν μετά από το φόνο και λένε:
-Αυτός είναι ο τελευταίος-

Και την άλλη μέρα ξαναρχίζουν.
Πάντα υπάρχει κάποιος που πρέπει να πεθάνει στις εννιά.
-Δες πώς μας κοιτάζουν τα παιδιά του αντικρινού
σχολείου, πίσω από τα κάγκελα.
Στις μέρες μας οι ποιητές λιγοστεύουν.
Δεν κυκλοφορούν πια μεταξύ μας.
Μένουν κλεισμένοι σε γυάλινα δωμάτια.
Κι αυτοί που υπάρχουν τι να σου κάνουν.
-Πολλά λιγοστεύουν.
Η νύχτα μικραίνει με τόσα φώτα.
-Σήμερα ήρθε ένας θίασος στην πόλη.
Πόσο ήθελα να ’φευγα μαζί του. Δεν έφυγα.
Έπαιζε το «Καημένε μου Μάρικ»
-Πάμε στο καφενείο να δούμε φίλους.

ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΕΙΡΗΝΗΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Ήταν παράξενος στρατιώτης.
Περπατούσε σκυφτά πλάι από τοίχους.
Αρνιόταν τον ήλιο με επιμονή.
Τα χείλη του τραβηγμένα σ’ ένα χαμόγελο πόνου.
Πάντα σφιγμένο το πιγούνι του με πείσμα,
ενώ στα μαλλιά έκρυβε λευκές καταιγίδες.
Κάθε πρωί άναβε τις επτά ροδιές του στρατοπέδου
και τακτοποιούσε στο λιόγερμα
τις ακανόνιστες σκιές των κτιρίων.
Μεγάλο του παράπονο γιατί δεν είχε ένα ποτάμι
Μου ’λεγε: «κάθε στρατόπεδο πρέπει να ’χει το ποτάμι του».
Ένα βράδυ, το περίπολο τρεις με πέντε του ’ριξε
τις πρώτες σφαίρες, καθώς προσπαθούσε να βγάλει
τα χέρια του έξω από το συρματόπλεγμα.
Κι η σελήνη έβγαλε μια κραυγή,
που πέσαν όλα τ’ άστρα.

Έγειρε σιγά στο γόνατο και τα μάτια του έμειναν
να κοιτάνε πέρα.
Την άλλη μέρα, ένα ποτάμι έσχιζε το στρατόπεδο
στη μέση.

Ήταν παράξενος στρατιώτης.

ΥΔΡΑ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Το καράβι μας χτυπημένο από τα κανόνια
του μουσείου μπάταρε.
Ο καπετάνιος, πέντε έξι γλάροι κι η κοπέλα
που κεντούσε στη θάλασσα γοργόνες ζυγιάσανε
το πλεούμενο.
Τεντωθείτε, ανεβαίνουμε ψηλά.
Κι έτσι ανεβήκαμε στο νησί.

Το νησί. Με τις άσπρες πέτρες. Χωρίς δένδρα.
Γεμάτο δελφίνια. Χωρίς άγκυρρα. Να πηγαίνει
πέρα δώθε. Και ν’ αλλάζει συνέχεια παραλλήλους
-για να μπερδεύει αυτούς που χειρίζονται πυξίδες.

Τα νησιά. Το Αιγαίο.

Το πρωί  η θάλασσα είχε μπει στο σπίτι μας.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ή ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ:
Με μια χούφτα χαλίκια προσπαθώ
να φτιάξω το ψηφιδωτό της πρώτης μέρας
που χάνεται στις άκρες των χειλιών σου.
Ο ταχυδρόμος ήρθε ιδρωμένος, και αντίς για μήνυμα
μας κάρφωσε το μαχαίρι του στο στομάχι.

-Μερικές φορές, Τηλέμαχε, ένα λουλούδι
είναι πιο βαρύ απ’ αυτό το χτύπημα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ:
Ο γέροντας μ’ έπιασε απ’ το χέρι και μου ’πε
για το νερό που περίμενε τρεις χιλιάδες χρόνια.
Ήταν τυφλός και πάνω στο μέτωπό του
με λεπτομέρειες χαραγμένα όλα τα ποτάμια της γης.
Μου ψιθύρισε: «Νιώθω την οσμή του κατακλυσμού».

Νομίζω πως ο Όμηρος κάπως έτσι πρέπει να ήτανε.

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ:
Μια κίτρινη πεταλούδα άνοιξε τα φτερά της
και μαζί ανοίξαμε τα μάτια μου.
Και είδα τότε πραγματικό σκοτάδι.
Είδα το νερό να τρέχει παντού
και να κυνηγά τον αγέρα από δωμάτιο σε δωμάτιο.
Και το σταματημένο από χρόνια άροτρο
να μπήγεται στα μάτια του παππού Οδυσσέα,
που χαμογελά ακόμη στην Πηνελόπη μέσα από τους καπνούς.
Από τη φτέρη βγήκε μουσική και τα μάρμαρα
άρχισαν να αρκουδίζουν σαν τα μωρά.

Ο πατέρας ξέμπλεξε τα δάχτυλά του και έφερε
τον κατακλυσμό.
Ο πατέρας μου είναι βροχοποιός.

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και τοταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προςτο μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ του

Δεν υπάρχουν σχόλια: