Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΜΑΣ ΤΟΣΟ ΟΥΡΑΝΟ (πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δένδρων)

Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων, πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνυε τους πλατιούς ίσκιους των κληματόφυλλων δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια και τα πορτοκαλάνθια σου έφεγγαν τη μαύρη τη καμένη στράτα. Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα, πίσω στο σβέρκο σου, στο χνούδι το σγουρό, σπίθιζε το δροσό της νύχτας σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου. Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα σ’ ελατίσιο κάδο και τ’ οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βαγιώνε κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του καθώς που βγαίνει ο κάβουρας απ’ το νερό στο περιγιάλι κι αστράφτει στο νωπό καβούκι του γαλάζιο το πρωινό με δυο κουκίδες άστρα. Κυρά τρανή, τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα, τι σιγανό το βήμα σου κι η ανάσα του ψαριού πλάι στο φεγγάρι, τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι. Α, τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα στη σταγόνα της δροσιάς όταν η πούλια σου κρεμάει στο μέτωπο το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας, α, πόση λουλουδόσκονη στριμώχνεται στης μέλισσας το στόμα για το μέλι, πόση σιωπή μες στη καρδιά σου για τραγούδι. Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή σ’ άτρεμο ρίγος και σένα, τα δυο χέρια σου, δετά γύρω στ γόνα της γαλήνης, φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.   [από την 1η ενότητα της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτου Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ που γράφτηκε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου κι εκδόθηκε το 1954. Η χαρακτηριστική και επαναλαμβανόμενη χρήση του προσωνυμίου «κυρά» αποτελεί μια τρυφερή και συγκινητική επίκληση μιας γυναικείας μορφής που λειτουργεί συμβολικά ως αρχετυπικός φορέας της ίδιας της Ελλάδας και της Ρωμιοσύνης -  κι άλλα αποσπάσματα από την ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ του Γιάννη Ρίτσου με ΚΛΙΚ ART by Ferdinando Scianna]




ΔΩ ΠΕΡΑ ΣΜΙΓΕΙ Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΑΥΓΗ Σ’ ΑΤΡΕΜΟ ΡΙΓΟΣ (αποσπάσματα από την 3η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
Κυρά των Αμπελιών, πώς να κρατήσουμε στους ώμους μας τόσο ουρανό
πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δένδρων;

Ένα δελφίνι αστράφτοντας κόβει τη σιγαλιά της θάλασσας
έτσι που το μαχαίρι κόβει το ψωμί πάανου στην τάβλα των ψαράδων
έτσι που η πρώτη αχτίνα κόβει τ’ όνειρο.

Πέτρα στην πέτρα λάμπει ο δρόμος και πουλί με το πουλί ανεβαίνει η σκάλα
κι ο ήλιος, μισός στη θάλασσα, μισός στ’ ουράνια, λαμπαδιάζει
όπως το πορτοκάλι μες στη φούχτα σου κι όπως τ’ αυτί σου κάτου απ’ τα μαλλιά σου.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

Όπως περνάς ανάμεσα στ’ αραποσίτια σκίζοντας του αγέρα το μετάξι
ξανθές οι φούντες του καλαμποκιού σου τρίβονται στις αμασχάλες
σα να σου τρίβεται το νιόφυτο μουστάκι του τσοπάνου
και κύμα κύμα η ανατριχίλα χύνεται στα στάχυα
κι ήχο τον ήχο τα πλατάνια γέρνουνε στις κρήνες
κι είναι γύρω τριγύρω τα βουνά σαν τα σταμνιά που καρτεράνε να γεμίσουν.
Κυρά των Αμπελιών, πάνου στα στήθια μας αντιφεγγίζει η όψη σου
όπως φωτάει ένα άσπρο σύγνεφο τα δασωμένα βουνοπλάγια
και το ποτάμι σ’ ακολουθάει σαν ήρεμο λιοντάρι
όταν μοιράζεις τις αχτίνες στα νερόκλαδα
όταν μοιράζεις στους βοσκούς μπαρούτι και τραγούδι
και σε φωνάζουν αδελφή τ’ άλογα και τα προβατάκια.

ΚΥΡΑ, ΚΥΡΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ και ΣΤΕΡΙΑΝΗ ΜΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΣΜΕΝΑ ΜΑΓΟΥΛΑ  (αποσπάσματα από την 11η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
σφίγγοντας μες το μπούστο σου την κάψα του Αλωνάρη
πότε κρατώντας στην ποδιά σου ένα καράβι μικροκάραβο
πότε σαν Παναγιά Αιγιοπελαγίτισσα ντυμένη μ’ ένα δίχτυ
μα κουβαλάς το σούρπωμα στην κεφαλή σου το πανέρι με τα ψάρια
πότε ντυμένη μ’ αμπελόφυλλα, κυνηγημένη απ’ του ήλιου τις χρυσόμυγες πάνου στ’ αλώνια
ανάβοντας το φίλημα στα λουλουδάκια της μηλιάς
μπατσίζοντας τις λυγαριές με τον αγέρα της τρεχάλας σου.

Μηλί –βάι βάι- μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πώς σου τριανταφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης;

Σπάνε τα ρόδια στη ροδιά και πέφτουν γέλια στο ποτάμι,
με κουκουνάρια κυνηγιούνται οι κορασιές στο περιγιάλι
κι αχ ο δραγάτης δεν βαστά τέτοιο πουλί στον κόρφο του
κι αχ δεν βαστάν οι βιολιτζήδες του αμπελιού τόσο ουρανό μες τα βιολιά τους.

Πάνου στο φως της θημωνιάς –αχού, κυρά μ’ – το μεσημέρι ανασκελώνει τις θερίστρες,
δαγκώνει ο τζίτζικας τ’ αυτί κι ο νιος δαγκώνει τη γροθιά του
κι ο μπιστικός παίρνει στο στόμα του τη ρώγα της καλοκαιριάς σάμπως τραγί στο πρώτο βύζαγμα
ναν τις ποτίζει το σγουρό βασιλικό με του βουνού και του Μαγιού τη βρύση.

Τι πα’ να πει καημός καημός, Περβολαριά μου ασίκισσα,
όρτσα μελτέμια του καλοκαιριού, γάμπιες και φλόκοι του λεβάντε,
μπήξου μαχαίρι μαυροκάνικο στου χάρου τα παγίδια.
Δω χάμου η ναυτουριά γδυμνή με τρεις παλάμες έρωτα
μετράει τις στράτες του ντουνιά και του ήλιου τις χρυσές καμπάνες
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο καβουρντισμένο απ’ το λιοπύρι
παίζει τη σβούρα τ’ ουρανού πάνου στα γόνατά του.

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΠΟΥ Η ΚΑΠΝΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΟΥ ΑΧΝΙΣΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ  (αποσπάσματα από την 24η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
τι σιγανό το βήμα σου κάτου απ’ τα κυπαρίσσια
τι σιγανή μιλιά της δόξας στα τετράγωνα της πυρκαγιάς
να λέει με πόσο «γάλα ανδρείας και ελευθεριάς» βύζαξες τα ορφανά σου
να λέει με πόσο αίμα πότισες τα φυλλοκάρδια του αμπελιού να δώσει το βαθύ κρασί του δισκοπότηρου.

Κι όπως περνάει απ’ την Ωραία Πύλη ο Δέσποτας κρατώντας τ’ άγια των αγίων
έτσι περνάς κάτου απ’ την πύλη των σταυρών κρατώντας στ’ ανοιχτά σου χέρια τη φαρδιά σπάθα του Αγώνα
σα να κρατάς μια πλάκα φως με της Ειρήνης το δεκάλογο
σα να κρατάς τον ήλιο το νιοβάφτιστο που στάζει απ’ τ’ ουρανού την κολυμπήθρα.

Τώρα η αυγή και η νύχτα σμίγουν όπως δένονται τα δέκα δάχτυλα γύρω στο γόνα της γαλήνης
και μόνο εσύ, Κυρά των Αμπελιών, μέσα στο χάραμα,
να σκίζει ο μέγας ίσκιος σου τον κάμπο σαν καράβι
και πάνου απ’ τα λιόδενδρα τα δυο σου χέρια ασάλευτα δεμένα
σάμπως ένα άγιο περιστέρι που κρατάει στο ράμφος του
μια δέσμη φως ισοζυγιάζοντας τη ζυγαριά του κόσμου.

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ: Μας έβγαλαν τα μάτια, θέρισαν τη λαλιά μας κι απ’ τη φωνή που κόπηκε έμεινε η ρίζα με το αίμα…

… σκίζει την πέτρα για νερό και πάλι ξανανθίζει!..

Αίμα του βράχου κόκκινο πουλί
κατέβα στη θάλασσα μια νύχτα
να βρεις τα μάτια μου να πιεις
τα χείλια μου να κελαηδήσεις.
Εδώ με σκότωσαν στην ερημιά
σε τούτο τ’ ακρογιάλι.
Τρόμαξε τα’ άλογο, σηκώθηκε
με πήρε σέρνοντας απ’ τα μαλλιά
και τριποδίζει πικραμένο στον κατήφορο
ακόμη πουλί μου, ακόμη (ΤΡΑΓΟΥΔΙ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by Kristina Lermer)



ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ (… των αφανών ΘΟΥΚΥΔΙΣΗΣ)
Α΄
Σηκώσαμε τα’ άλογα τσακισμένα μες στην καταχνιά
βοηθήσαμε να σηκωθεί ο Νεκρός και ξεκινώντας καθώς χάραζε
κάποιος έριξε μια ντουφεκιά πάνω σ’ έναν ανθισμένο φράχτη.
Ήρθε μια γυναίκα και μάζευε τα τριαντάφυλλα τιναγμένα στη γη,
ύστερα κοίταξε δακρύζοντας το καψαλισμένο βουνό
εκεί που ο ήλιος πάλευε ανεβαίνοντας γεμάτος λαβωματιές.

Β΄
Ήταν ήσυχα εκεί. Κόκαλα μονάχα και βαθύτερα
λησμονημένες προσταγές στου ύπνου τα χάσματα
κι ενέργειες φημισμένες παραδείγματα σπουδαία κι άλλα τέτοια
που αλλιώς μας τα μαθαίνανε κι αλλιώς τα στοχαστήκαμε στον πόλεμο
Κόκαλα μονάχα και το φως άδειο βουίζοντας στην ερημιά
κι ένα περιστέρι μαύρο κοντά στη συλλογή
σκοτωμένο πέφτοντας ολοένα από τον ουρανό

Γ΄
Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα.
Πίσω του δρόμου τα πλευρά στενεύανε μελανιασμένα.
«Χιλιάδες πέρασαν από δω. Θα περάσουμε», είπε,
«κάπου θα βγάζει τούτος ο δρόμος»=
ένας δρόμος σφιγμένος στο λαιμό της γης.
Κι όμως κανείς δεν ήξερε – ρωτήσαμε πολλούς
μήτε κι ο γέροντας που απαντήσαμε ψηλότερα
ανηφορίζοντας μενεξεδένιος κι αόριστος στην πλαγιά
μ’ ένα κουπί στον ώμο.

Δ΄
Ανάμεσα στα κυπαρίσσια η θάλασσα ψιθυρίζοντας ονόματα δικών μας
κι ο ίδιος ήχος στο χορτάρι όταν χαμήλωνε ο αγέρας.
Και τα μαλλιά τους βάτα με ασφάλαχτα περιπλεγμένα
και τα μεγάλα μάτια τους που δεν μπορούσαν να βουλιάξουν
κατά το μέρος που ο κόσμος μαύριζε σε μια παντοτινή σιγή.

Ε΄
Έτσι λοιπόν θυμάμαι αρχίζοντας με το φόβο
καθώς ξεδίπλωναν το σεντόνι πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
βρώμικο αχνίζοντας γεμάτο αίματα και μύγες
ή παραστάσεις από την άλωση της Τροίας.
Και τις γυναίκες να το πλένουν σκυφτές στην ακροθαλασσιά
μεσημέρι, την ώρα που σηκώνεται ο άμμος
κι όλος ο γιαλός βουλιάζει με τις καλύβες, τα πεύκα και τα σκυλιά
κι άλλοτε παράξενα θαμμένες στα λευκά
πλαγιάζοντας μονάχες κάτω απ’ τις στεφανοθήκες
ενώ το χιόνι μας είχε σκεπάσει

ΣΤ΄
Ήταν κι αυτός μαζί μας το τελευταίο μας βράδυ.
Είχε το χρώμα του θανάτου στα χείλια τραυλίζοντας
κάτι λόγια λυπητερά σαν τα τραγούδια μας.
Τα θυμήθηκαν αργότερα, σε όλους τους αποχωρισμούς μας τα γυρεύαμε
όταν δεν είμαστε πια μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι.
Αυτός που κάποτε ξαναγυρίζει, παραμονεύει τον ύπνο μας
προσέχει τις φωτιές ή κάθεται και μας κοιτάζει ασάλευτος-
το πρόσωπό του φαγωμένο, χωρίς χέρια
χαμογελώντας όπως οι σκύλοι μέσα στη φρίκη της αυγής.

Ζ΄
«Ήμουν μέσα σε μια χαράδρα
μ’ έβρισκε το φεγγάρι καθώς πυροβολούσαν
και λιγοψύχησα κι έκλαψα με το πρόσωπο στη λάσπη¨.
Κι όλα τούτα είναι παράδοξα, σχεδόν ηδονικά και τελειωμένα
μα ποιος θα θελήσει να σας τα μαρτυρήσει σωστά
πηγαίνοντας ακόμη με την τριχιά, που λένε, στο λαιμό
το μαράζι της αλήθειας και το μαράζι της αδικίας.

Η΄
Πότε θα ξαποστάσουμε; Χαϊδεύω τ’ άλογα, πετσί και κόκαλο,
γυρεύοντας την ανάσα τους μέσα στα γένια μου.
Κάτω από τούτο το πλατάνι που σταλάζει στα καπούλια τους
περιμένουμε υπομονετικά ώσπου να παραδώσει ο σύντροφος.
Μέσα στις αστραπές, όταν ανοίγει ο ουρανός
βλέπουμε τη μάχη για την ψυχή του, τη Δόξα να κατεβαίνει
όπως τη ζωγραφίζουν στα εικονίσματα.
Τα πόδια μου πρήστηκαν, οι αρβύλες κόλλησαν με το κρέας
και ποιος αντέχει ακόμη την πείνα και την παγωνιά.

Θ΄
Μη λησμονήσεις, έλεγε, μη λησμονήσεις. Μα όλα μαύρισαν
όπως ο τοίχος που τον γκρέμισαν, στο μέρος της γωνιάς.
Και βλέπεις ξαφνικά εκεί που ήταν κάποτε το σπίτι σου
βλέπεις τον τόπο να φωτίζεται
σα να σηκώνει κάποιος τη φλόγα μέσα στο λαμπόγυαλο
και τις γυναίκες εκεί να πλέκουν ολοένα σκυφτές-
τα χείλια τους δεμένα στα μαύρα μαντίλια
τα μάτια τους κόπηκαν απ’ το μίσχο σαν τα λουλούδια
και μέσα στην πάχνη από τα δάκρυα, μονάχα τα δικά της:
«Οι πέτρες άνθισαν κοντά στο φράχτη
πέρυσι τον χάλασε ο καιρός, είχαμε χιόνια.
Πόσοι χάθηκαν».

Ι΄
Χωμένοι τώρα σε τούτο τον ίσκιο που βασανίζει τα βουνά
κοιτάζουμε το πέλαγο γεμάτο δόρατα ενός άφαντου στρατού
κι ο ήλιος γέρνει κι οι φωνές μας στην κόψη του αγέρα
σβήνουν ολοένα και δυναμώνουν.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…


Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΜΙΑ ΦΩΝΗ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΗΣ ΚΑΜΙΑ ΛΥΠΗ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ Σ’ ΑΛΛΗ (… όλα σιγά-σιγά θα μάθουν ποια είναι η μοναξιά μου):

Ώρες η σιωπή πατούσε το χώμα που ’σκαψαν τα μάτια μα κανένα φως δεν έβγαινε απ’ αυτού και μόνο οι φοβερές ρωγμές χαραγμένες στη ράχη της γης από ανθρώπους που προσπάθησαν να σχεδιάσουν μια μοίρα  ανάσαιναν τη μνήμη μου κι αυτή αργούσε να πεθάνει σκοντάφτοντας αδιάκοπα σε ξερές ημερομηνίες και μισογκρεμισμένα ονόματα. Καμιά φωνή δεν φεύγει πέρα απ’ την ηχώ της, καμιά λύπη δεν δίνει τη θέση της σ’ άλλη, όλα κρατούν ένα μικρό διάστημα –παρηγοριά της επιστροφής- μα αυτός ο ρημαγμένος σταθμός –κομμένα τα σύρματα, κομμένες οι φωνές…- δε με πλανεύει πια για αλλού, για μιαν αναπνοή μακρύτερα. Μόνος κι άλλος κανείς εδώ με το μέτωπο κολλημένο στις ράγες να λογαριάζω τα σάπια βαγόνια, εδώ κι όχι αλλού, καμιά υπεκφυγή για αλλού, τα τρένα όλα φευγάτα κι οι μέρες μας ατέλειωτες… Όλα σιγά-σιγά θα με γνωρίσουν, όλα θα μάθουν πια είναι η μοναξιά μου και μόνο ο θάνατος, θαρρώντας πως παρακοιμήθηκα, νωρίς θε να ’ρθει μ’ ένα πέλαγος πουλιά όπως άλλες φορές η μάνα μου να με ξυπνήσει… [ΣΤΑΘΜΟΣ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Παλιοί Κήποι – ART by lois dott Shadow with Easel]



ΤΩΡΑ Η ΒΡΟΧΗ ΚΕΝΤΑΕΕΙ…
Τώρα η βροχή κεντάει, κεντάει το φόρεμά σου
τώρα που η μέρα το μανδύα της κουμπώνει
-το χέρι πίσω απ’ το παράθυρο κρυώνει
όσο κι αν έγραψε στο τζάμι το όνομά σου…

Αντίο, αντίο… Μες στη νύχτα θα βαδίσεις
δρόμους υγρούς σε βουλιαγμένες πολιτείες
ή σε μουράγια γκρίζα κι έρημες πλατείες
μα μη ξεχάσεις τους ζητιάνους να ελεήσεις.

(Μες στα βαθιά σκοτάδια τους θα καρτερούνε
είναι στα μάτια τους τα δάκρυα παγωμένα
και τα νεκρά τους δάχτυλα σφιγμένα
με πείσμα τις λερές τραγιάσκες τους κρατούνε

κι η Νύχτα εναποθέτει εκεί το νόμισμά της
λήθη και χιόνι αδιάκοπα λήθη και χιόνι
κι ο αγέρας μέσα απ’ τα κουρέλια τους τρυπώνει…
Μα ούτε το θρόισμα θα ακούν στο πέρασμά της)

Όμως αντίο κι ας μπαίνει απ’ τη χαραμάδες
της πόρτας η φωνή της πίκρας και το κρύο
κρύβουν ανάμνηση οι πτυχές σου, αντίο αντίο
σε καρτερούν οι αδελφάδες σου οι νιφάδες.

ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ
Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής –είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθω στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες απ’ τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω απ’ τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχις το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη.

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μου κελαηδούν: πού είναι ο λωτός;
Αχ, δε μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως το όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ το όνειρό σου
κι ας μην με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου.

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό μην ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντος μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δεν θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μας δίνει ο ορανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωσός

που να βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω

ΚΑΝΤΑΔΑ ΣΤΟΝ ΑΝΟΙΧΤΟ ΟΥΡΑΝΟ
Τα πουλιά στον ουρανό
έχουνε νυχτέρι
και, σα να ’σαι αστέρι,
να σε καρτερώ.

Στο μαντίλι κόμπο αργά
τους λυγμούς μου δένω,
τη σιωπή πληθαίνω
για να σε χωρά.

Μπλέχτηκα μες στου φωτός
τις ανεμοσκάλες
τα κλωνιά κρεμάλες
κάνει ο πυρετός.

Κόλλησε η μορφή σου αχνός
στους βολβούς μου επάνω
κι ως πάω να τη βγάνω
ξεκολλάω το φως.

Με φλογίζει η αγρυπνιά,
η κούραση με σβήνει
η μοναξιά με κρίνει
και δε με σχωρνά.

Η παλιά πληγή πονεί,
η φωνή όμως πνίγω
-πάλι δε θα φύγω
κλείνουν οι ουρανοί

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ΒΡΑΔΙΑΖΕ ΚΙ ΕΣΤΕΚΑ ΕΚΕΙ ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΤΟΣΗ ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ (με την ελπίδα να ξαναβρώ τη χαμένη ψυχή):

Αν μπορούσα κάποτε μα εξηγήσω ότι εγώ, ένας ασήμαντος, χαμένος άνθρωπος, ονειρεύτηκα τόσα πολλά, αλλά τι σημασία έχει, φρόντιζα μόνο ν’ ακουμπάω δίπλα στο κομοδίνο τις νύχτες ό,τι απόμεινε από την καταστροφή, όταν χτύπησαν, λοιπόν κι άνοιξα, είδα το παιδί του κηροπωλείου, ποιος άλλος τάχα μπορούσε να ’ταν, κι έκλαιγα από βουβή περηφάνια, ότι αξιώθηκα, γιατί οι απόκληροι είναι σαν τις μητέρες, αφού από το σιωπηλό τους πόνο τράφηκε το ανείπωτο, συλλογιζόμουν, λοιπόν, ένα σωρό πράγματα, ώσπου έφτιαξα μια ολόκληρη ζωή, έξω απ’ τον κόσμο και τα βράδια έβλεπα μες στον καθρέφτη να στέκεται μόνο του το κερί, μα ήταν στιγμές που λυπόμουν τον εαυτό μου κι άνοιγα το παράθυρο, σαν να υπήρχε ακόμα τρόπος να με δουν. Βράδιαζε κι έστεκα εκεί, μαγεμένος, μπροστά σε τόση απόκρυφη δικαιοσύνη [ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΚΗΡΟΠΩΛΕΙΟΥ,  από την ενότητα Απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη της συλλογής του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ – ART by Chihanou Shiota]



Η ΑΛΛΗ ΑΥΓΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ)
Υπήρξα πάντοτε αδύναμος απέναντί της, κι ίσως αυτό με κατέστρεψε – μιλάω για την καταραμένη κλίση μου, έτσι, απέφευγα τις συναναστροφές, συνήθως κάθομαι στο δωμάτιο μου, πλάι στη λάμπα, στην άκρη της σκοτεινής ζωής μου, και παρακαλώ το Θεό να μην είμαι ο τελευταίος απ’ τους ανθρώπους και να μου δοθεί, κάποτε, η χάρη να πεθάνω κρατώντας το χέρι ενός αγνώστου στο δρόμο, γιατί φυλάχθηκε για πάντα μέσα μου η μακρινή συνάντηση , τότε που ρώτησα «ποιος είναι αυτός;», φυσικά μου στοίχισε αρκετή περιφρόνηση η ερώτηση για πράγματα που δε βλέπαν οι άλλοι, κι η σχετική αλληλογραφία που άνοιξα με τον εφημέριο δεν ωφέλησε σε τίποτα,
εκείνο το βράδυ όμως, η γυναίκα μ’ αναγνώρισε, στεκόταν, θυμάμαι, έξω από κάτι μικρά μαγαζιά που πουλούσαν στέφανα από δεύτερο χέρι, κι ήταν τόσο άσχημη, που θα την είχα μέσα μου από πολύ παλιά, ήταν εξάλλου αποκριά, και μεγάλα μεταμφιεσμένα πρόσωπα μας γνέφαν στο δρόμο, και κανένα σημάδι δεν έδειχνε πως η αυγή που ερχόταν θα ήταν ακόμη πιο ανεξήγητη.

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώστια στον απέναντι τοίχο ή για κείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στο παγκάκι, και λέω καρφωμένη χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε μες το ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν, κι όπως ανέβηκα στη σοφίτα που μου ’χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περίμεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δουν ακριβώς πίσω από την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ εκείνη τη χαμένη ψυχή.

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ)
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη, φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν, προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό που φθείρουμε ζώντας, και πως θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια
και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους για να το εξακριβώσω, μα ήξερα πως ήταν και οι άλλοι, που πονούσαν με γυμνά χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι, που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην τους έβλεπα, έβλεπα όμως, τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και πέθαιναν έξω στο δρόμο,
ώσπου βράδιαζε σιγά-σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που συνοδεύει τους θνητούς.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα γι’ αυτούς που σηκώνουν με έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιος το κρατά, ώσπου σιγά-σιγά, η καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα να κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,
ακουμπούσα στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι ακολούθησα το δρόμο μου.
Και τα βράδια, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστορίες τους, αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω –εκεί που είχαμε ζήσει.

Η ΠΟΡΤΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Ωστόσο, εκείνο το χέρι πάνω στο τραπέζι που κανείς δεν το ’βλεπε, με βοηθούσε να τους υπηρετώ στα μακριά γεύματα, οι υπηρέτες, βέβαια, φλυαρούσαν, ένα σωρό διαδόσεις σωριάζονταν στις γωνιές, κι οι παραδουλεύτρες έβρισκαν ευκαιρία κι έκλεβαν τ’ απομεινάρια των κεριών συνεχίζοντας σ’ όλο το δρόμο το μαύρο σπίτι, ύστερα ακουμπήσαμε το φέρετρο σε δύο τρίποδα, ενώ στον τοίχο η γύψινη μάσκα μ’ έναν ανεπαίσθητο, αλλά ανησυχητικό τρόπο άλλαζε σιγά-σιγά, σαν εκείνη να ζούσε ακόμα, αλλά πώς να εξηγήσω αυτό που έγινε μετά, κάποιος έδειξε στο πάτωμα τις χυμένες καρφίτσες σ’ όλο το σπίτι, ενώ την ίδια ώρα η νεκρή βγήκε μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, σαν να ’χε μόλις μάθει πού ακριβώς ήταν η πόρτα.

Καθώς προχωρούσα στο δρόμο είδα με τρόμο  ότι η ρωγμή στον τοίχο είχε μεγαλώσει και δεν τη σκέπαζε πια η πανοπλία που βάζαμε μπροστά, ετοίμασα, λοιπόν, τα πράγματά μου, μα έπρεπε πρώτα ν’ αποχαιρετήσω εκείνο το γέρο ερχόταν τις νύχτες κρυφά και μας διηγόταν την ατέλειωτη γλύκα αυτού του μάταιου κόσμου, ώσπου σιγά-σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πια δεν φαινόμουν και μόνο τα παλιά πορτρέτα με γνώριζαν, γιατί ήταν κι εκείνα αθέλητα μέσα στον κόσμο, όμως, τα βράδια, αυτό το άγγιγμα, βέβαια φανταστικό, αλλά στο τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα τα μάτια μόλο που δεν ήταν κανείς, «είσαι εδώ;» ρώταγα – τι άλλο μπορούσα να κάνω;  [ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]