Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

ΓΡΑΦΕΙΣ: ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ ΛΙΓΟΣΤΕΨΕ, Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΛΗΘΑΙΝΕΙ:

Τούτο το σώμα που έλπιζε σαν το κλωνί ν’ ανθίσει και να καρπίσει και στην παγωνιά να γίνει αυλός, η φαντασία το βύθισε σ’ ένα βουερό μελίσσι για να περνά και να το βασανίζει ο μουσικός καιρός!..
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας, έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό, ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο μέσα στο πρωινό χορτάρι, ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε με τόσο πάθος. Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα εκείνου του ανθρώπου κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.[ΦΥΓΗ από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937 – ART by anka zhuravleva photography ]




ΔΕΚΑΞΙ ΧΑΪΚΟΥ
Α΄
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος
Β’
Στον κάμπο ούτε ένα
τετράφυλλο τριφύλλι
ποιος φταίει απ’ τους τρεις
Γ΄ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ
Άδειες καρέκλες
τ’ αγάλματα γυρίσαν
στ’ άλλο μουσείο
Δ΄
Να ’ναι η φυγή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;
Ε΄
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια
ΣΤ΄
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.
Ζ΄
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δένδρου
κι εσύ βελάζεις.
Η΄
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει
Θ΄ ΝΕΑ ΜΟΙΡΑ
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε ήταν
γεμάτο αστέρια.
Ι΄
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι
ΙΑ
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου
ΙΒ. ΑΓΟΝΟΣ ΓΡΑΜΜΗ
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος
ΙΓ. ΑΡΡΩΣΤΗ ΕΡΙΝΥΣ
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρων τα χέρια.
ΙΔ΄
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;
ΙΕ΄
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ’ αφήσει
μόνο στον ήλιο.
ΙΣΤ
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Πλησιάζει με τα θολά της μάτια εκείνο το ανάγλυφο χέρι
το χέρι που κράτησε το δοιάκι
το χέρι που κράτησε την πένα
το χέρι που απλώθηκε στον άνεμο,
όλα την απειλούν τη σιωπή της.

Από τα πεύκα μια κίνηση τρέχει προς τα θάλασσα
παίζει με την ταπεινή πνοή του αγέρα
και την αναχαιτίζουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.
Άνοιξα την καρδιά μου κι ανάσανα!
Στο πέλαγος ανατρίχιαζε το χρυσό δέρας,
Δικό της το χρώμα το ρίγος και το δέρμα
δικές της οι κορυφογραμμές στον ορίζοντα στην παλάμη μου.
Άνοιξα την καρδιά μου
γεμάτη εικόνες που έσβησαν κιόλας, το σπέρμα του Πρωτέα.

Εδώ κοίταξα το φεγγάρι
βαμμένο στο αίμα
της νέας λύκαινας.

ΣΙΡΟΚΟ 7 ΛΕΒΑΝΤΕ
Πράγματα που αλλάξαν τη μορφή μας
βαθύτερα απ’ τη σκέψη και περισσότερο
δικά μας όπως το αίμα και περισσότερο
βυθίσανε στην κάψα του μεσημεριού
πίσω απ’ τα κατάρτια.

Μέσα στις αλυσίδες και τις προσταγές
κανείς δεν θυμάται.

Οι άλλες μέρες οι άλλες νύχτες
σώματα, πόνος κι ηδονή
η πίκρα της ανθρώπινης γύμνιας κομματιασμένη
πιο χαμηλή κι απ’ τις πιπεριές σε σκονισμένους δρόμους
και τόσες γοητείες και τόσα σύμβολα
στο τελευταίο κλωνάρι
στον ίσκιο του μεγάλου καραβιού
ίσκιος η μνήμη.

Τα χέρια που μας άγγιξαν δε μας ανήκουν, μόνο
βαθύτερα, όταν σκοτεινιάζουν τα τριαντάφυλλα
ένας ρυθμός στον ίσκιο του βουνού, τριζόνια
νοτίζει τη σιωπή μας μες τη νύχτα
γυρεύοντας τον ύπνο του πελάγου
γλιστρώντας προς τον ύπνο του πελάγου

Στον ίσκιο του μεγάλου καραβιού
την ώρα που σφύριζε ο εργάτης
άφησα τη στοργή στους αργυραμοιβούς.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

ΔΟΚΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (κεφάλι μου γεμάτο όνειρα χέρια μου γεμάτα λάσπη):

Οι φίλοι μου φεύγουν / ήρθαν να με χαιρετήσουν / δε θα ξαναδώ πια τους φίλους μου / ο ένας φεύγει για το δίπλα δωμάτιο / το πρόσωπό του έγινε μαύρο / φόρεσε ένα πράσινο σκούρο ύφασμα / νύχτωσε / πια δε μιλάει / ο άλλος φεύγει για τ’ άλλο δωμάτιο / να βρει τις καρφίτσες / πρώτα όμως κρύφτηκε στις κουρτίνες / φοβήθηκε / ύστερα ανέβηκε στο παράθυρο / για να κοιμηθεί / ο άλλος έβγαλε τα παπούτσια του / με τρεμάμενα  χέρια / πήρε τ’ άγαλμα / ζεστό / το πήγε στην κρεβατοκάμαρα / δεν ξέρει πώς να το στήσει / οι φίλοι μου φύγαν μακριά / δεν θα τους ξαναδώ / τους φίλους μου [ΔΟΚΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)



ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Μη φεύγεις  θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίξεις

Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πώς τρώνε τις άγκυρες
πώς σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

Θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις πόρτες
με κομμένο το χέρι

Θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1948 (από την ίδια συλλογή)
Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδερόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Χώρα
γιατί
ποια χώρα

τα σπίρτα γύρω-γύρω
οι πόρτες
ποια σπίρτα
ποιες πόρτες

τα χέρια
και τα πόδια
και τα δάχτυλα

όχι τα σπίρτα
οι πέτρες

ποια χέρια
και ποια πόδια
και ποια δάχτυλα

οι πέτρες;

ποιες πέτρες
αυτές που είχα στα χέρια μου
ή τα δάκρυα
που δεν θα τρέξουν
από τα μάτια μου

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ (από την ίδια συλλογή)
Όταν ανέβαινα τους δρόμους
και το φεγγάρι μου έκαιγε τα χέρια
ξύπναγε η κόρη του ψωμά η κουκουβάγια
τότε έβγαινα και φώναζα τη Νύχτα

Όταν κατέβαινα τον ποταμό
το μυστικό της μου μάτωνε τα στήθια
ο βυρσοδέψης δεν είχε που να κοιμηθεί
τότε έβγαινα και φώναζα τη Νύχτα

Όταν ανέβαινα τις σκάλες
και μπλέχονταν τα ορτύκια μεσ’ τα πόδια μου
και σέρνανε τον άνθρωπο από τα μαλλιά
τότε έβγαινα και φώναζα τη Νύχτα

Όταν κατέβαινα τις σκάλες
και με περίμεναν κάτω για να τους πω
και φύτρωναν τριαντάφυλλα στο νεροχύτη
τότε έβγαινα και φώναζα τη Νύχτα

Κι όταν πάλι έπαιρνα τους δρόμους
κι από το χώμα ανέβαινα τα σίδερα
και μεσ’ το αίμα σφάδαζε το ευχαριστώ
τότε έβγαινα και φώναζα τη Νύχτα

Η ΣΚΗΝΗ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Απάνω στο τραπέζι είχαμε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγκοι διέσχιζαν το δωμάτιο απ’ όλες
τις πλευρές
δεν θα ’ταν φρόνιμο κανείς να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγκους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η  δυστυχία απ’ έξω
έγδερνε τις πόρτες

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Η ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (και τότε είναι μια λέξη αληθινή σαν επιμένει στη συνάντηση)

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε… Αν δεν με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας!.. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι) φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού – πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη!.. Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη, και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση…   [ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΑΣ από τις ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ του Γιάννη Ρίτσου και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του ποιητή κι άλλες επιλογές από την ίδια συλλογή. Οι Παρενθέσεις γράφτηκαν από το 1946 έως το 1947. Στα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ που ακολουθούν μια ενδεικτική επιλογή από ημερολογιακές σημειώσεις γραμμένες στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στη Λήμνο 1948-1949 όπου «μιλούσε μόνος προς τον τοίχο. Η έμφαση ήταν φανερή ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει: Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου, ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή ανάμεσα σε τέσσερα κεριά σβησμένων στίχων]




ΜΕΤΑΠΛΑΣΗ
Αυτό που λες γαλήνη ή πειθαρχία, καλοσύνη ή απάθεια,
αυτό που λες κλεισμένο στόμα με κλεισμένα δόντια
δείχνοντας τη γλυκιά σιωπή του στόματος, κρύβοντας τα σφιγμένα δόντια,
είναι μονάχα η καρτερία των μετάλλων κάτω απ’ το χρήσιμο σφυρί,
κάτω απ’ το τρομερό σφυρί – είναι που ξέρεις
πως απ’ τ’ άμορφο περνάς προς τη μορφή.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίναμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμετα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα».

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα.
Η πλάτη της είναι ένα φορτωμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.
Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τρένο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Εσύ δεν θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ (επιλογή)
24 Νοεμβρίου 1948
Όλα ξεχάστηκαν πριν ειπωθούν
Και η σιωπή δεν είναι καταφύγιο.

26 Νοεμβρίου
Τούτα τα κρύα μας δυσκολεύουνε.
Το νερό παγωμένο, το φαϊ παγωμένο.
Ο ήλιος άσπρος κολλημένος στα τζάμια
ένας ήλιος από χιόνι και παλιά γραμματόσημα.
Μονάχα τα σταμνιά κρατάνε
κάτι από σπίτι και θύμηση.

29 Νοεμβρίου
Δελτάρια λογοκριμένα. Χιόνι
Θυμάμαι ένα ζευγάρι αρβύλες
γεμάτες χιόνι.
Θέλω να δώσω στα πράγματα ένα νόημα
που δεν έχουν.

Ένας άνθρωπος με τα γένια του
ένα τραπέζι
όχι δένδρο.

Το πόμολο της πόρτας ήταν ζεστό
άλλοτε σαν ένα χέρι.

Όμως κι εκείνη και την άλλη νύχτα
ήταν το ίδιο βραδύγλωσσο φεγγάρι.

2 Δεκεμβρίου 1948
Ο ουρανός είναι μια τρύπα.
Δε χωράμε.

4 Δεκεμβρίου
Πρόβατο, πρόβατο της παγωνιάς
μικρό ποίημα
πιάσε με απ’ το χέρι.
Η αυγή έχει το αγκάθι της
και το σκαμνί της.
Ως το βράδυ ας πιστέψουμε.

8 Δεκεμβρίου
Φύτεψα ένα δένδρο. Θα το μεγαλώσω.
Ό,τι κι αν γίνει δε γυρίζω πίσω.

4 Ιανουαρίου 1949
Κι άξαφνα
μια θύμηση από πουλιά
που βούλιαξαν στο άγνωστο.

15 Ιανουαρίου
Πολιορκώ το μαύρο σημάδι βήμα-βήμα
διπλασιάζω το πράσινο ενός φύλλου
πολλαπλασιάζω μιαν αίσθηση ησυχίας
χρησιμοποιώ μεταφορές, μεταφέρω
άλλοτε αλλού πουθενά.
Άξαφνα νιώθω να βρίσκομαι
πολιορκημένος απ’ το μαύρο σημάδι.

24 Ιανουαρίου
Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου
ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή
ανάμεσα σε τέσσερα κεριά
σβησμένων στίχων.

31 Ιανουαρίου 1949
Μητέρα νύχτα – είπε
τύλιξέ με στα μαύρα μαλλιά σου
διάτρητον απ’ τ’ άστρα σου
ζώντας την ταπείνωση
να μην είμαι νεκρός.
(μιλούσε μόνος προς τον τοίχο.
Η έμφαση ήταν φανερή
ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει)
Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων Κοντοπούλι Λήμνου 1948-1949

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΚΙ ΟΛΟ ΡΩΤΑΩ ΑΝ ΗΣΟΥΝ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΩΡΗ ΜΑΣ:

Τούτο τ’ ακρογιάλι θαμμένο στη στάχτη, φύκια ξεριζωμένα από παλιές τρικυμίες και τα φτερά σου νεκρά στον αγέρα ψηλά με τις φωνές που δεν προφτάνουν να γίνουν γλάρος κι άλλοτε χρυσά και μαύρα στον αφρό χωρίς ξεκούραση, χωρίς γαλήνη. Και τούτος ο κάβος στο Βοριά σα ραχοκοκαλιά δεινόσαυρου καθώς γέρνει να γλείψει στα νύχια του το αίμα από τα σπαραγμένα περιστέρια μας.
Κάπου εδώ
Κάπου εδώ πλευρίσαμε αλαφρά, σιωπηλοί κρύβοντας τα πρώτα δάκρυα, πίκρα της θύμησης που στεγνώνει σαν αλάτι στο κορμί και γύρω στα χείλια, πίκρα της μεγάλης ερημιάς όπως όταν ξυλάρμενο σε βρίσκει το βράδυ και γυρεύεις τα’ αστέρια που αγάπησες πολύ μέσα σε κλειστά κοχύλια, βυθισμένα. Κι ολοένα η μουσική απ ’τα κουπιά και του νερού το λίκνισμα στα πλάγια με τ’ όνομά σου που πεταλούδιζε σπασμένο παιχνίδι των ίσκιων, της νυχτερίδας χορός.
Πώς βρέθηκες εδώ που τελειώνουν οι μέρες, ο καιρός και η θάλασσα γυμνή κι ολομόναχη μες στο βαθύ κυμάτισμα της πετρωμένης άμμου, μέσα στα σάπια φύκια ίδιος αρχάγγελος ματίζοντας τα τρυπημένα δίχτυα μας ενώ σε ταξιδεύει ο ύπνος στα νησιά του.
Τι παλεύεις απελπισμένη να κρατηθείς μες στον περίγυρο της μνήμης σου που ολοένα στενεύει, τι γυρεύεις κι έρχεσαι και μας ξυπνάς μια ώρα περασμένα τα μεσάνυχτα με μια φωνή πνιγμένου στο σκοτάδι αφού ξέρεις δώσαμε τ’ όνομά σου στο καράβι μας, στην ψυχή μας, πήραμε τα μαύρα πέλαγα κι ούθε φυσήξει.
Κάποτε κιόλας ανάμεσα στα ξάρτια καθώς τραβάμε τα σκοινιά τα δάκρυα με προδίδουν. Συλλογισμένος τα σφουγγίζω με το σκούφο μου κι όλο ρωτάω αν ήσουν όνειρο στην πλώρη μας, αν ήσουν… (ΕΡΗΜΟΝΗΣΟ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by duy huynh paintings)


ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΩΜΑ
Ποιον πάνε στο άδειο ξυλοκρέβατο
δεμένον με μπαμπάκια
και γάζες και σύρματα;

Τρέχει το αίμα στάζει στη γη
χωρίς να υπάρχει το σώμα
το σώμα δε βρέθηκε
κι όμως το βλέπεις
ο Νεκρός είναι εκεί
θερισμένος.

Πέφτει χιόνι τώρα και τον σκεπάζει
χιόνι στο ξυλοκρέβατο, χιόνι στο αίμα
καθώς φυσάει και η μνήμη ξεπαγιάζει
λαξεύοντας προσεκτικά στον αγέρα
το άφαντο σχήμα του.

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ
Εκεί έμεινα
μες στο σκοτάδι είναι δροσιά
είναι μια παλάμη γης πάνω στο μέτωπο
δε σαλεύω πια και η ανάσα μου ησυχάζει.
Μια μικρή φλέβα νερό βρήκε το πλευρό μου
το μέρος που μ’ έπιανε ο πόνος
σαν άρχιζαν εκείνες οι βροχές. Τάχα θα πονέσω;
Αν ξεριζώσει τούτο τ’ ασφοδίλι που ποτίζουν
οι μυστικές πηγές του ύπνου μου
αν φυσήξει ο γνώριμος αγέρας και το ξεριζώσει
να με βασανίσει πάλι χτυπώντας
πόρτες αμαντάλωτες και παράθυρα
μιας χαμένης μνήμης –τάχα που είναι η γαλήνη;
Ποιος θα με λυπηθεί
όταν ξυπνήσουν τα τσακάλια πεινασμένα
ψάχνοντας το κίτρινο χώμα μου
όταν θα έρθει ο καιρός της λησμονιάς
σπρώχνοντας τις πέτρες
ωσάν κοπάδι σκλάβες που δε θέλουνε ν’ ακολουθήσουν.

Διάβασα τον καιρό εκστατικός
μέσ’ απ’ τη φωνή των πουλιών
φύλαξα άγριους καρπούς στην κουφάλα ενός δένδρου
έδειξα το πέρασμα του ποταμού στο διαβάτη
με καληνύχτισε και τον καληνύχτισα.
Νυχτώθηκα πολλές φορές
σαν τον ετοιμοθάνατο που δεν τελειώνει
μόνο ακούει το κλάμα του γεραλέου ελέφαντα
καθώς πηγαίνει στη σπηλιά του να πεθάνει.
Αν ήξερα μια προσευχή θα την έλεγα.

Εκεί έμεινα
ελπίζω τα κόκαλά μου ν’ ανθίσουν
τον Απρίλη με τις πασχαλιές

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μες τη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.

Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.

Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν
μονάχα σαν να σε κατεβάζουν προσεκτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα

ΚΗΔΕΙΑ π.Χ.
Πιο πίσω ήταν τα χώματα
τ’ αυτοκίνητα σταματημένα
κι ο φόβος κρυμμένος εκεί
πολύ κοντά μας.
Κανείς δεν έβγαζε μιλιά.

Πρόφτασα και του είπα:
Σκύψε και κοίτα ήσυχα
εδώ που κατεβαίνεις ολομόναχος
δεν είναι φως μήτε σκοτάδι
να χωθούμε.
Όμως θα σ’ ανταμείψει ο θάνατος
θαμμένον χίλια χρόνια
σ’ ένα πιθάρι προ Χριστού.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…