Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΠΟΥ ΓΕΡΑΣΑΝ ΜΕΣ ΣΕ ΔΥΟ-ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ… (αλλά οι άνθρωποι που μας αγαπούν δεν μας ξεχάσαν)

Ποιος θ’ απαντήσει στην κραυγή μας; Ποιος έμεινε να μοιραστούμε τον ίλιγγο; Μια-μια οι πόρτες κλείνουν. Κι όμως στους δρόμους του Βορρά, στις χαράδρες με τ’ αλάθευτα ντουφέκια, στις γειτονιές που δεν γονατίζουν οι άνθρωποι μας περιμένουν μ’ ελπιδοφόρα πρόσωπα, μ’ άγρυπνα μάτια. Μ’ αυτά τα πληγωμένα χέρια της σκλαβιάς θ’ αγγίξουμε τον ουρανό!.. Άραγε θα κρατήσουν οι ώμοι μας το βάρος αυτής της εμπειρίας; Ήσαν οι δύσκολες μέρες της ζωής που απ’ τα μικρά μας χρόνια αντικρίσαμε. Ξαφνικά σοβαρεμένοι, γνωρίσαμε το θάνατο και τη μάχη, κυνηγώντας τα μεγάλα πουλιά μας ξέφυγαν όλα από τα χέρια. Και η μυστική απάντηση δεν έρχεται. Μα χρειάζεται να ρωτήσεις για να σ’ αποκριθούν; Χωρίς να το νιώσω έγινα καλός  (Οι δύο τελευταίες Παραλλαγές σε δύο Θέματα από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Ποίηση 1948-1951]



ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΔΥΟ ΘΕΜΑΤΑ (από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Πόιηση 1948-1951):
-Ι-
Παιδιά με βιαστικές ορμές
τραγουδώντας πολεμικά εμβατήρια
αφήσαμε τα θρανία
για να κατεβούμε στη διαδήλωση
δρασκελίσαμε τους φράχτες των αμπελιών
με τη χαρά της αρπαγής πάνω απ’ το φόβο του δραγάτη.
Η πράξη προλάβαινε το στοχασμό
ο στοχασμός δεν χωρούσε στα τραγούδια.
Οι ξινές ρόγες ωρίμασαν απότομα.
-ΙΙ-
Το χώμα δέχθηκε τα κορμιά
μια ρίζα για προσκεφάλι
κι ο ήλιος καρφώνοντας τις ανοιχτές παλάμες.
Πρόσκληση για φλογέρα οι καλαμιές
πανάρχαιοι σκοποί απ’ τα γλυφά κοχύλια.
Στο κατώφλι του περβολιού προσμένουμε το καλοκαίρι
-ΙΙΙ-
Κλέψαμε μια χούφτα θάλασσα
το νερό έμεινε γαλάζιο
θρυμματίσαμε το κρύσταλλο τ’ ουρανού
τα συντρίμμια έμειναν γαλάζια
μόνο το αίμα έχουμε κόκκινο
και την καρδιά.
Αίμα
που έβαψε τα πεζοδρόμια
που τύφλωσε τα μάτια
που γέμισε στυφό το στόμα.
Πάθος της άρνησης
λύσσα του γκρεμισμού –
ποιος θα χτίσει καλύτερα από μας;
V-
Στην άκρη της μνήμης τελειώνει η θάλασσα
πέρα απ’ το παράθυρο αρχίζει ο κόσμος.
Τα βιβλία φθείρονται μες στα χέρια μας
τα βιβλία που ώρες κι ώρες σκύβουμε πάνω τους
που τα συζητάμε στην κλειστή κάμαρα.
Τύψη της αδέξιας πράξης
πιο τυραννική κι απ’ της άνομης πράξης.
Είναι μακριά οι σοφές πόλεις της Ευρώπης
με τις γερτές σκεπές, τις καμινάδες
που δεν γνωρίζουμε την αγωνία
της παράνομης συνεδρίασης.
Χίλιοι δρόμοι οδηγούν στη λευτεριά.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Καμινάδες νεκρές, δίχως καπνό
άδεια από γέλιο στόματα
καρδιές που νίκησαν και πέθαναν –
πρέπει να γεφυρώσουμε τα χείλη της αβύσσου.

Άνθρωποι, πάνω απ’ όλα άνθρωποι
αδιάκοπα, χωρίς ανάσα, χωρίς ντροπή
γυμνοί από αμφιβολίες
τίποτα κρυμμένο
ας ξεχυθούμε πάλι μες τους δρόμους
να χτίσουμε ξανά τη ζωή
να χτίσουμε πρώτοι εμείς τη ζωή.

Φωνές γεμάτος ο ουρανός
κι αναποδογυρισμένα σύννεφα
που τα εκτελέσαμε το μεσημέρι –
μόλις το πρόλαβαν οι εφημερίδες
επί του πιεστηρίου.
Καμιά δεν έγραφε για τις βρύσες
που ανοίξανε στα βασανισμένα τους κορμιά.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ
Δεν είναι η θύμηση των σκοτωμένων φίλων
που μας σκίζει τώρα τα σωθικά.
Είναι ο θρήνος για τους χιλιάδες άγνωστους
που αφήσανε στα ράμφη των πουλιών
τα σβησμένα ματιά τους
που σφίγγουνε στα παγωμένα χέρια τους
μια φούχτα κάλυκες κι αγκάθια.
Τους άγνωστους περαστικούς διαβάτες
που ποτέ δεν μιλήσαμε
που κάποτε για λίγο κοιταχθήκαμε
όταν μας έδωσαν τη φωτιά του τσιγάρου τους
στο βραδινό δρόμο.
Τους χιλιάδες άγνωστους φίλους
που έδωσαν τη ζωή τους
για μένα.

ΑΝΑΜΟΝΗ
Το βλέμμα αντιστύλι τ’ ουρανού
κιονόκρανο της ματιάς ο ήλιος.
Και περιμένουμε τη νέα δοκιμασία.

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]

Δεν υπάρχουν σχόλια: