Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΕΛΑΜΠΕ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ


Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα παράφορη γυρίζοντας με μιαν τρομακτική απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
 Παραξενευόταν που δεν τον είχε δει κανείς. Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή τόσο άμυαλη. Και ξάφνου μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε κι όρμησε πάνω του.
Μα εκείνος ήταν βουβός πολύ βουβός ένας χαμένος ίσκιος.
Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήγορο τους τσάκισε τα κόκαλα και τα νεφρά.
Πολύν καιρό κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.  
(ΜΑΡΙΑ κι άλλες επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β 1949-1955 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του)



ΦΙΛΙΠΠΟΣ
Εδώ στοχάζομαι, δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος
σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα.
Πολλά του τάξαμε από λάφυρα κι από σειρήνες.
Μα κείνος ήτανε στραμμένος σ’ άλλα οράματα.
Μια απέραντη πατρίδα ονειρευότανε. Πού είναι το πρόσωπό σας
το αληθινό σας πρόσωπο; μου φώναξε.
Έφυγε κλαίγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Ύστερα τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα.
Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας.
Μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα.
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Φυσάει απόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο
Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού κι η νύχτα σαρωμένη
φωτιές παντού και πυροβολισμοί
μια πολιτεία φανταστική κι ασάλευτη
δένδρα πεσμένα στις οικοδομές.
Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή
ο αγώνας που σε πάει σ’ άλλον αγώνα;
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Αμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οι σκοτεινές μέρες του ’φταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα.
Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Κι απόμεινα
μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας
μέσα στη κούφια Λάρισα. Και τότε
ως τη Μακεδονία βαθιά σαλεύοντας ημίκλειστη
μες στο πλατύ φεγγάρι του χειμώνα
μιλώντας μόνο περί σώματος η χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα. Πέθανε
χτικιάρης ο άνδρας της τις μέρες του σαράντα τέσσερα.

ΙΑΚΩΒΟΣ
Με συγχωρείτε! Μ’ έσπρωξαν
άξαφνα απέξω κι έτσι μπήκα ανάστατος
σ’ αυτή την αίθουσα. Και τα καλάμια κόκκινα
και τ’ άστρα κόκκινα. Πώς έλαμπαν!
Μια μαύρη καταχνιά μου ’φραζε το μυαλό.
Θέλω να ειπώ με χτύπησαν
με το μαχαίρι. Κοίτα να!
Κι εμπήκα εδώ χωρίς να θέλω. Συγχωρέστε με!
Χαλάω την τάξη. Δεν μου ταίριαζε
να ’ρθω τόσο νωρίς.
                             Με λένε Ιάκωβο.
Πριν από λίγο περπατούσα. Και δεν ήξερα.
Ποιος είμαι εγώ να ξέρω; Χύμηξαν και με χτύπησαν.
Τον άκουσα τον χτύπο στο κορμί. Φοβήθηκα
το λέω. Τι με κοιτάτε αμίλητοι; Κι αν φώναζα
ποιος θ’ άκουγε; Ποιος μας ακούει τη νύχτα;
Ποιος ξέρει σε τι λάκκους πέφτει το κορμί;
Και το δικό ήταν τόσο λαμπερό
μ’ άρεσε να το νιώθω γύρω μου
τέτοιο κορμί.

Β συγχωρέστε με!
Μιλάω γοργά μήτε μπορώ να υφάνω καθαρά
τις έννοιες. Μ’ έσπρωξαν.
Το ’νιωθα που σκοτείνιαζε παντού
και πήρα τον κατήγορο μες τα σκουπίδια και
τ’ ακάθαρτα νερά. Σας χτύπησαν
ποτέ με το μαχαίρι; Δοκιμάσατε
το κρύο ξερίζωμα από το κορμί τον πόνο που
δεν είναι πόνος ένα σκούντημα που μοιάζει πόνος
και θες να κρατηθείς παραξενεύεσαι
που δεν μπορείς θες να πονέσεις δεν πονάς
κι άξαφνα χάνονται όλα γύρω σου
άστρα καλάμια κόκκινα
στο μαύρο.

Καλάμια κόκκινα άστρα κόκκινα.
Πιο πίσω κάποιος έτρεχε μες στους αγρούς της νύχτας.
Φώναξα: πέρα από τη νύχτα η νύχτα θα ξαναβρεθεί.
Κάτω απ’ τη στέγη τούτη θα κοιτάξω πάλι να
στραφτοκοπάει ασάλευτος
φλογάτος ήλιος στο ζενίθ.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ Ι
Ξερό νησί. Μαρμαρωμένος ουρανός.
Αλάτι πέτρα φως το μεσημέρι ακίνητο.
Πιο πέρα λάμποντας η θάλασσα –
χτυπούν τα τύμπανα χτυπούνε στο νησί.
Μια μέρα κόκκινη μια μέρα μαύρη
Μια μέρα φως πάνω στο φως –
                                      μαύρο διαμάντι η θάλασσα.

Πέτρα και φως. Αλάτι φως. Μια πέτρα ο ήλιος.
Σήμερα κι αύριο περιμένοντας την άνοιξη.
Άνοιξη ελπίζοντας ποιαν άνοιξη;
Το φως τι θα σου φέρει; Φως πάνω στο φως.
Τι θα σου φέρει η θάλασσα;
Και τώρα μεσημέρι με ήλιο κάτω από
τον ήλιο η θάλασσα –
                             κατάμαυρο διαμάντι η θάλασσα.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΙΙ
Λύθηκε η θάλασσα. Έσπασε η σιωπή της θάλασσας.
Ο αγέρας γύμνωσε το πρόσωπο της γης από την άνοιξη.
Του ήλιου το μέγα φως καπνίζει στα χαλάσματα της θάλασσας.
Και στο γιαλό οι φωνές
φωνάζουν φύγε από τη θάλασσα
χαιρέτησε τώρα τη θάλασσα χαιρέτησε
που λάμπει ανάστατη ανεβαίνοντας.
Και φύγε, φύγε με το πρώτο χτύπημα του τυμπάνου.
Πιο πέρα θα σε πάρουνε τα δάση –αυλοί και φόρμιγγες-
σε μια άλλη ζωή. Φύγε θα σε ξεκάνει η θάλασσα.
Φύγε απ’ τη θάλασσα για να σωθείς
να ζήσεις να επιζήσεις.

Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Βάσταξε τώρα σφίξε, σφίξε πάνω σου το φως.
Ω αιθέρια θάλασσα. Ω απαλή. Σφίξε. Γαλήνεψε
άσπρη και σκούρα θάλασσα. Άσπρο και μαύρο μάρμαρο.
Και τα πουλιά σα στάλες αίμα μες το φως.
Σφαλίζει ο κόσμος φεύγει. Σφίξε. Βάσταξε τούτο το φως.

Που θα πονέσεις τώρα φώναξε πονώντας φώναξε.
Στρέφοντας άξαφνα στον ήλιο πυρωμένο πρόσωπο.
Δική σου η άσπρη θάλασσα δική σου η σκούρα θάλασσα.
Στρέφοντα άξαφνα στον ήλιο τη φωνή σου φώναξε
και φώναξε τη θάλασσα. Και βιάσου βάσταξε.
Βάσταξε τώρα αυτό το φως. Αυτή τη θάλασσα.

Βάσταξε μα βάσταξε τώρα το φως. Αυτό το φως.
Σφίξε και βάσταξε το φως απάνω σου. Πονάς φωνάζεις θάλασσα.
Ω σφίξε βάσταξε την ώρα τούτη σφίξε βάσταξε.
Τι δεν μπορούμε φεύγουμε. Η φωτιά ανεβαίνει από τη θάλσσα
και πάμε κάτω ω κάτω βάσταξε.
Με τις φτερούγες ξύνοντας τη στάχτη των κυμάτων.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙ


Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του κενταύρου γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχθεί στο κορμί μου καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βούλιαξαν ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες  μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένη του Μενελάου»· χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε που βρίσκονται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομομοίας» «Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά και είναι ευχαριστημένος «βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό»
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει, δεν ξέρουμε τίποτε, δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς, δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια· πολεμάμε εκείνους που την νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά· αγοράζουν κουφέτα για να πανδρευτούνε, κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζονται ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώσει τις ρυτίδες που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει κι αν «ορωμεν ανθουν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
 Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άστρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει· παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες… Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ  ΩΝΙΑ 937 [ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ  από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937 ]



Ο ΓΕΡΟΣ
Πέρασαν τόσο κοπάδια τόσοι φτωχοί
και πλούσιοι καβαλάρηδες, άλλοι
από τα μακρινά χωριά είχαν μείνει
τη νύχτα στα χαντάκια της δημοσιάς
άναψαν φωτιές για τους λύκους, βλέπεις
τη στάχτη; μαυριδεροί κύκλοι επουλωμένοι.
Είναι γεμάτος σημάδια σαν το δρόμο.
Στο ξεροπήγαδο πιο πάνω ρίχναν τα λυσσασμένα
σκυλιά, δεν έχει μάτια είναι γεμάτος
σημάδια κι αλαφρύς· φυσά ο αγέρας·
δεν ξεχωρίζει τίποτε ξέρει τα πάντα,
άδειο θηκάρι τζίτζικα σε κούφιο δένδρο
δεν έχει μάτια μήτε στα χέρια, ξέρει
την αυγή και το δείλι ξέρει τ’ αστέρια
το αίμα τους δεν τον θρέφει, μήτε νεκρός
δεν είναι, δεν έχει φυλή δε θα πεθάνει
θα τον ξεχάσουν έτσι, μήτε πρόγονος.
Τα κουρασμένα νύχια του στα δάχτυλά του
γράφουν σταυρούς πάνω σε σάπιες θύμησες
καθώς φυσά ο αγέρας θολός. Χιονίζει.

Είδα την πάχνη γύρω στα πρόσωπα
είδα τα χείλια υγρά τα δάκρυα παγωμένα
στην κόχη του ματιού, είδα τη γραμμή
του πόνου πλάι στα ρουθούνια και την προσπάθεια
στις ρίζες του χεριού, είδα το σώμα να τελειώνει.
Δεν είναι μόνος ο ίσκιος αυτός δεμένος
σ’ ένα στεγνό ραβδί που δε λυγίζει
δε σκύβει να πλαγιάσει, δεν μπορεί·
ο ύπνος θα σκόρπιζε τις κλείδωσές του
στα χέρια των παιδιών να παίξουν.
Προστάζει σαν τους πεθαμένους κλώνους
που σπάνε όταν νυχτώνει και ξυπνά
ο αγέρας μες τις λαγκαδιές
προστάζει τους ίσκιους των ανθρώπων
όχι τον άνθρωπο μέσα στον ίσκιο
και δεν ακούει παρά τη χαμηλή φωνή
της γης και του πελάγου εκεί που σμίγουν
της μοίρας τη φωνή. Στέκεται ολόρθος
στην όχθη, μέσα σε κουβάρια κόκαλα
μέσα σε στοίβες κίτρινα φύλλα:
άδειο κλουβί προσμένοντας
την ώρα της φωτιάς.

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. Σ. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ (από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ

Α. HAMSTEAD
Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα
που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει
σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει
τον αγέρα και τη φουρτούνα
πέφτει το βράδυ.
Πάνω στο πράσινο χορτάρι
είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες άγγελοι
γυμνοί σαν ατσάλι,
πέφτει το βράδυ χλωμό·
οι τρεις χιλιάδες άγγελοι
μάζεψαν τα φτερά τους και γενήκαν
ένα σκυλί
ξεχασμένο
που γαβγίζει
μοναχό
και γυρεύει τον αφέντη του
ή τη δευτέρα παρουσία
ή ένα κόκαλο.
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία
θα μου ’φτανε μια καλύβα σ’ ένα λόφο
ή σε μια ακρογιαλιά
θα μου ’φτανε μπροστά στο παράθυρό μου
ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι
απλωμένο σαν τη θάλασσα
θα μου ’φτανε στη γλάστρα μου
έστω κι ένα ψεύτικο γαρύφαλλο
ένα κόκκινο χαρτί σ’ ένα τέλι
έτσι που να μπορεί ο αγέρας
ο αγέρας να το κυβερνά χωρίς προσπάθεια
όσο θέλει.
Θα ’πεφτε το βράδυ
τα κοπάδια θ’ αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους
σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη
και θα ’πεφτα  να κοιμηθώ
γιατί δεν θα ’χα
ούτε ένα κερί ν’ ανάψω,
φως,
να διαβάσω.

B. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ο κύριος αυτός
κάθε πρωί κάνει το λουτρό του
μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας
έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο
για τη δουλειά και για τους πελάτες.

Γ. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ
Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες
μας πήρε ο Ύπνος μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν φωνάζοντας
«Γιου!  Γιου! Πούουου… παξ!»
βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΟ ΟΝΕΙΡΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΑ ΛΑΣΠΗ


Δυστυχισμένα όνειρα, τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία, οι εφημερίδες λησμονούν όμως μεσ’ την καρδιά μας καίει μια κατακόκκινη πληγή απ’ το παλιό χρυσάφι
Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας, τα κρύβουμε σε βαθειά υπόγεια, λύνουμε τις ντουλάπες μας, στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει από μια χαραματιά και τις φωτίζει
Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια, ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί μεσ’ στο κεφάλι μας, ακόμα λίγο και θα πήξει το αίμα μέσα στην καρδιά μας, πρέπει να βγούμε σύρριζα, πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια
[ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλες επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή]




ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Να τραγουδήσω λοιπόν κι εγώ τη βροχή
όταν ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς δεν γνώριζε το πρόσωπό του
στην σκοτεινιά στην ερημιά πλάι στα καλώδια
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
ο ένας ακουμπούσε σ’ ένα φράχτη
ο άλλος σε μια γέφυρα τυφλή
ο άλλος σ’ ένα γκρεμισμένο σπίτι
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
κι η θάλασσα έβγαζε στη στεριά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς όμως δεν γνώριζε τη χαρά του
ο Πόντιος Πιλάτος ύπαρχος του ποταμού
με το κλουβί τα πεινασμένα τα πουλιά του
τον κήπο τα χαμένα τα λουλούδια του
οι δύο σφίγγονταν πάνω στο λόφο
οι δύο αναστέναζαν μεσ’ τη στοά
οι δύο λιώνανε στο κυπαρίσσι
όταν η θάλασσα μάζευε ξανά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
μεσ’ την πικρή της αγκαλιά να τα κοιμίσει

ΣΑΒΒΑΤΟ
Οι νεκροί δυο βήματα πλάι μας
ησυχάζουν
ή κάθονται ήσυχα στα σκαλοπάτια
με μια σκούπα ματωμένη στο χέρι
όμως οι ζωντανοί
έχουν κάτι τεράστια κεφάλια
γεμάτα πετρέλαιο
και τα χέρια τους λιγδωμένα
με λίπος
φτιάχνουν βάρκες με μαύρα χαρτιά
που φεύγουν
μία-μία
και δίχως ήλιο
για το μαύρο ουρανό.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ
Δεν είναι ακόμα άνοιξη
έρχεται ο τρελός
μ’ αβέβαια βήματα
ευτυχισμένος
δαφνοστεφανωμένος
μ’ ένα κουτάλι κόκκινο κρασί
απορεί
με τα σύννεφα τα κλουβιά και τα φύλλα
που μπήκαν βαθιά στα κάτασπρά του τα μαλλιά
είναι χλωμός
δε βλέπει

Μέσα στις φυλλωσιές
στο φλογισμένο χόρτο
ανάμεσα σε σύρματα που τραγουδούν
θλιμμένα
ριγμένα
τα ερωτικά πτώματα
σαπίζουν
σιγανά βογκώντας
δένουν τα χέρια και σαπίζουν
βογκώντας σιγανά

Δε βλέπει
στέκει
πάνω σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
τ’ ανάποδο το χελιδόνι
και βλέπει
τα ερωτικά πτώματα
καθώς δένουν τα χέρια
σιγανά βογκώντας
και σαπίζουν
στέκει
και βλέπει
τ’ ανάποδο το χελιδόνι

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΓΥΡΙΖΕΙ
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Τα σύννεφα έφυγαν ένα-ένα
όμως στη θέση τους
ήρθαν άλλα σύννεφα
πιο άγρια
πιο μανιασμένα
πιο φοβερά

Λένε πως είμαι καλός
οι καλοί άνθρωποι
που δεν με ξέρουν
όπως με ξέρουν τα σκυλιά
όπως με ξέρουν
οι αετοί και τα μυρμήγκια.

Έρημος
στους βρεγμένους δρόμους
με τα ξένα αδιάβροχα
με τα βασανισμένα χέρια
τις σάλπιγγες
τα φαντάσματα
και τις γύρω απειλές

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]