Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

ΣΕ ΒΡΙΣΚΩ ΚΑΙ ΣΕ ΧΑΝΩ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ ΜΕΣ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ:


Τα μεσημέρια, όταν ο ήλιος περνάει τους πόρους, περνάει τις σάρκες και τα κόκαλα, φλογίζει τα σπλάχνα
τα μεσημέρια, όταν τα κυπαρίσσια μαζεύουν τη σκιά τους απ’ το λιθόστρωτο και λογχίζουν με πάθος τον πυρακτωμένο ουρανό
τα μεσημέρια, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών σιωπούν χαυνωμένες, μ’ ολάνοιχτα τα τεράστια διψασμένα στόματά τους
τα μεσημέρια σε γυρεύω μες στο λαβύρινθο των δρόμων, σε γυρεύω ασταμάτητα κι ασταμάτητα σε βρίσκω και σε χάνω και σε χάνω και σε χάνω…
κι όλο απελπίζομαι κι όλο ελπίζω πως θα σταθείς να ξαποστάσεις κάτω από μια κερέσμπινη καμάρα
 (ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ, ένα ποίημα από την ενότητα ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966 – και με ΚΛΙΚ στην εικόνα και άλλα ποιήματα από την ίδια ενότητα]



ΠΡΟΣΩΠΟ ΒΟΥΒΟ
Στην άκρη των χειλιών σου
κρέμεται το φως·
στα βάθη των ματιών σου
κατοικεί
η μουσική του λόγου.
Αν με κοιτάξεις
θα ’ναι σαν να μου μιλάς·
αν με φιλήσεις
θα ’ναι σαν να με φωτίζεις

ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Ανοίξαμε τις φλέβες μας
και κύλησε η σιωπή
μέσα στο ίδιο τάσι.
Τώρα, είμαστε πια δικοί της
και το δικό της το τραγούδι
λέμε,
με τις ανάσες μας
που σκαρφαλώνουν
ως το ύστατο λαχάνιασμα
και με τα δάχτυλα
που ψαύουν το κορμί της νύχτας

ΣΥΜΠΑΝ
Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε
ένα πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ
Στη μια γωνιά,
ζωγράφισ’ ένα χέρι,
στην άλλη ένα λουλούδι,
Ύστερα, πήρε άλλο τελάρο
κι έβαλε
το λουλούδι μες το χέρι.
Στο τέλος,
τα ’σκισε και τα δυο
κι έφτιαξε μόνο
ένα χέρι ματωμένο,
γράφοντας από κάτω
«γαρίφαλο κομμένο»

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Ω, πόσο ήταν ωραίος
έτσι, φιλημένος απ’ το θάνατο,
λίγο μετά απ’ το σπασμό,
λίγο πριν απ’ τη σήψη.
Κλειστά τα μάτια
και μισάνοιχτα τα χείλη του,
λίγο μετά από το σπασμό
λίγο πιο πριν απ’ το τσιγάρο
που τόσο είναι επιθυμητό
ύστερ’ από τον έρωτα.

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ
Πρώτα, θα επιστρέψουμε
τα χέρια σου·
πάντα μου άρεσαν
όταν τα έφερνες
μέσα στον ασημένιο δίσκο.
Ύστερα,
ό,τι με τα χέρια σου έκρυβες·
η θλίψη σου
και η ήβη σου.
Κι  ύστερα
ό,τι αποκάλυπτες
με των ματιών τ’ αναπετάρισμα.
Έτσι, κομμάτι-κομμάτι
θα χτίσω μέσα μου
την επιστροφή σου.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ (του γερο-Ορφανού)
Τα μάτια σου,
μια γαλάζια απορία,
τα χέρια σου,
μια γυμνή αναζήτηση.
Κι όμως, η μοίρα ήταν γραμμένη
μέσα στις παλάμες σου
με τη γραφή του χρόνου
που λησμόνησες,
του χρόνου που σε λησμόνησε
στη στροφή του δρόμου
κι έμεινες έτσι,
παιδί,
με μια γαλάζια απορία στα μάτια,
μ’ ένα αναπάντητο ρώτημα στην καρδιά.

ΠΑΡΑΚΜΗ
Ήσουν λιοτρόπι
υπέροχο,
του Βασιλιά του Ήλιου
ακόλουθος πιστός.
Τώρα, οι υπηρέτριες
τρώνε την καρδιά σου
στα πεζοδρόμια
και τους συνοικιακούς
κινηματογράφους.

ΝΕΡΑΪΔΟΝΕΙΡΟ
Μεσοστρατίς νυχτώθηκα
κι έστρωσα για να κοιμηθώ
στην όχθη ενός ονείρου.
Κι ήρθαν νεράιδες
και πήρανε την όραση
και πήραν τη φωνή μου.
Έτσι, όταν ήρθε η αυγή,
χαιρέτησα τον ήλιο
μ’ ένα χάδι.

ΟΔΟΣ
Γύρευε ένα κλειδί
χρυσό,
βρήκ’ ένα μπρούτζινο.
Είπε,
δεν έχει σημασία,
αρκεί ν’ ανοίγει η πόρτα·
κι η πόρτα άνοιξε,
ο κήπος όμως
ήταν μαραμένος.

ΚΥΚΛΟΣ ΔΑΚΡΥΩΝ
Το φεγγάρι, απόψε
δάκρυ που απ’ τα μάτια
τα ουρανού κυλάει,
στο ποτάμι πέφτει.
Το ποτάμι, απόψε,
φίδι που με δάκρυ
τρέφεται και πόνο,
την καρδιά μου πνίγει.
Η καρδιά μου, απόψε,
σαν πουλί, που δίχως
την αγάπη μένει,
κλαίει για το φεγγάρι

ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ (Οδός Εκάτης)
Η είσοδός σου σκοτεινή
σαν θεία βούληση·
η έξοδός σου
ακαθόριστη
σαν λογισμός.
Οι τοίχοι σου
ζωγραφισμένα όνειρα
ο θόλος σου
πιο χαμηλός από το ανάστημα
της προσευχής μας.
Παντού,
θυμιάματα τσιγάρων
και, παντού, μελάνι
που αίμα γίνεται
για των αχράντων μυστηρίων
τη μετάληψη

ΓΙΟΜΑΤΗ ΑΓΩΝΙΑ ΣΑΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ, ΚΥΟΦΟΡΕΙΣ ΤΗ ΛΑΒΑ ΜΟΥ κι ανακυκλώνεται ο χρόνος μάσα μας: Κι ήτανε λέει η θάλασσα χρυσή κι ο ήλιος ήτανε γαλάζιος και το κορμί σου ήταν πέτρινο κι οι βράχοι ρόδινοι έφηβοι που τραγουδούσαν για να διώξουμε το φόβο της σιωπής σου!.. (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ) Παράθυρο κλειστό το πρόσωπό σου και οι ρυτίδες, που το μέτωπό σου χάραζαν, γρίλιες μισανοιγμένες. Έσκυψα τάχα να πάρω ένα φιλί κι είδα το λογισμό σου έναστρο ουρανό (ΣΙΩΠΗ) Ήτανε λέει διάφανο το στήθος σου κι είδα σα σε ρολόγι ανοιγμένο, το μηχανισμό των σπλάχνων σου να δίνει αίμα και κίνηση στα δυο σου χέρια, δείχτες της αγάπης (ΕΡΩΤΙΚΟ) Στη μέση του μεσημεριού η δίψα σου, στης δίψας σου τη μέση ένα πηγάδι δίχως νερό, γεμάτο σαύρες και ψοφίμια. Κι έσκυψες πάνω απ’ το πηγάδι κι έκλαψες κι εκείνο σου ’πε, «ευχαριστώ για τη δροσιά» (ΠΛΗΡΩΜΗ) Ήτανε μια μαύρη κεφαλοδεσιά και τίποτε άλλο, ούτε καν το περίγραμμα προσώπου, ένα κομμάτι νύχτας μέσα στο μεσημέρι το θαμπωτικό. Ήταν μια μαύρη κεφαλοδεσιά και πέρασε, γυρεύοντας να ντύσε ένα λυγμό (ΑΓΩΝΙΑ)   [ΠΕΝΤΕ ΟΝΕΙΡΑ  από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966: Κάθε λέξη είναι μια αχτίδα, κάθε Ποίημα μια απόπειρα φωτός]


Δεν υπάρχουν σχόλια: