Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

ΓΙΑ ΝΑ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ Σ’ ΕΝΑ ΔΑΣΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΟΝ ΑΜΒΩΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΤΟΝ ΕΠΙΟΥΣΙΟΝ…


…δήθεν πως κελαϊδάει.
Να τρέξει ένα «αμήν» από δένδρο σε δένδρο, ψίθυρος ανιδιοτέλειας δήθεν.
Απ’ τις μεγάλες πέτρες θ’ ανέβει ένα λιβάνι «ήμαρτον».
Από κει και πέρα ξεμυτίζει η λεπτομέρεια κι η βεβαιότης πως αφήσαμε πίσω τη νύχτα.
Λίγο σαν περισκόπια υψώνονται οι άκρες των τηλεγραφόξυλων μήπως πλέει μακριά καμιά είδηση, βγάζει απ’ τη θήκη του τ’ αγκάθι ο πυράκανθος, κι ένα καμπουριασμένο μονοπάτι παραπατάει και γράφεται.
Από τους γύρω όγκους πέφτει η μάσκα και ησυχάζεις: ξεκαθαρίζει τι είναι Πεντέλη, τι Υμηττός και τι απομένει μύτη φόβου.
Το χρώμα της ελιάς μουντό κι ολιγόλογο, βλεφαρίζει στα φύλλα κι είναι ευκαιρία μ’ αυτό να προσδιορίσεις μάτια ακαθορίστου χρώματος που λέμε.
Επουσιώδης βέβαια εκκρεμότης μα, που όσο να ’ναι βασανίζει.
Έτσι και τα προσδιορίσεις, μας έρχεται ολόκληρο το φως και αστεναχώρητο σαν ένα «δεν βαριέσαι»
[ΔΕΝ ΒΑΡΙΕΣΑΙ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, εκδόσεις Στιγμή 1990 – Art by SAVOCA return of the daisies]



ΑΩΡΑ και ΠΑΡΑΩΡΑ
Ανάμεσα νύχτας και αυγής
σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.
Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς
και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη.
Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει
στ’ αβαθή χρώματα.
Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι
ερχομό άγνωστων ανθέων.
Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας
στη φθηνή κορδέλα του μέτρου.
με λήθη μοιάζει η θάλασσα. Άπειρος λήθη.
Ένα καΐκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,
το παίρνει η απόσταση και παίζει.
Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,
φτεροκοπάει μια στέγη,
ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.
Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,
ένοχο: η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.
Πρώτη απ’ όλα.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες
και τα όρια πεισμώνουν.
Σ’ ενάργεια βγήκαν τα βουνά
και σε γυρίζουν πίσω.
Κι εσύ προσδοκία πού πας;
Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις.

Κι εγώ, εγώ που είμαι κι ονομάζομαι
προχωρημένη ώρα,
τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΦΤΕΡΑ
Ασεβής ευθυμία πουλιών
με ξύπνησε τόσο νωρίς
ενώ ονειρευόμουν λύπες.
Ήχοι περιστροφών
με ξύπνησαν τόσο νωρίς.
Περιστροφών και κύκλων
που γράφουν τα πουλιά
στον άγραφο χώρο.

Οι κύκλοι με ξύπνησαν.
Γύρω-γύρω όλοι, παίζουν τα πουλιά
-ασεβής ευθυμία-
γύρω-γύρω όλοι,
άφρενους κύκλους γράφουν τα πουλιά,
γύρω-γγύρω όλοι
γύρω-γύρω όλα,
γύρω-γύρω κανείς
-επίφοβο σχήμα-
γύρω-γ’υρω τίποτα
και στη μέση εσύ.

Αλλά έρχεται το φως
κι έρχεται η ευκρίνεια σαν προδότης

Πήρε αποτυπώματα των κύκλων,
πήρε τις μαρτυρίες των πουλιών,
ανάκρινε τους ήχους και τους οίστρους.
Και πήρε τα στοιχεία σου.
Ότι δεν είσαι κι ότι δεν ονομάζεσαι,
και ότι εγεννήθης εν καιρώ εξερημώσεως.
Κι έμεινε εκεί το πράγμα.

ΔΕΝ ΒΑΡΙΕΣΑΙ
Για να ξημερώσει σ’ ένα δάσος
πρέπει πρώτα να βγει στον άμβωνα του κόσμου
ένα πουλί
και να ζητήσει τον άρτον τον επιούσιον,
δήθεν πως κελαϊδάει.

Να τρέξει ένα αμήν από δένδρο σε δένδρο,
ψίθυρος ανιδιοτελείας δήθεν.
Απ’ τις μεγάλες πέτρες
θ’ ανέβει ένα λιβάνι ήμαρτον.
Από κει και πέρα ξεμυτίζει η λεπτομέρεια
κι η βεβαιότης πως αφήσαμε πίσω την νύχτα.

Λίγο σαν περισκόπια υψώνονται
οι άκρες των τηλεγραφόξυλων
μήπως πλέει μακριά καμιά είδηση,
βγάζει απ’ τη θήκη του το αγκάθι ο πυράκανθος,
κι ένα καμπουριασμένο μονοπάτι
παραπατάει και γράφεται.
Από τους γύρω όγκους πέφτει η μάσκα
και ησυχάζεις: ξεκαθαρίζει
τι είναι Πεντέλη, τι Υμηττός
και τι απομένει μύτη φόβου.

Το χρώμα της ελιάς,
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα
κι είναι ευκαιρία μ’ αυτό να προσδιορίσεις
μάτια ακαθορίστου χρώματος που λέμε.
Επουσιώδης βέβαια εκκρεμότης
μα, που όσο να ’ναι βασανίζει.
Έτσι και τα προσδιορίσεις,
μας έρχεται ολόκληρο το φως
κι αστενοχώρητο
σαν ένα δεν βαριέσαι.

ΖΟΥΓΚΛΑ
Πρωί κι όλα του κόσμου
στημένα
στην ιδεώδη απόσταση μιας μονομαχίας.
Τα όπλα έχουν διαλεχθεί,
τα ίδια πάντα,
οι ανάγκες σου, οι ανάγκες μου.
Αυτός που θα μέτραγε ένα, δύο, τρία, πυρ
καθυστερούσε,
κι ώσπου να ’ρθει
καθίσαμε στην ίδια καλημέρα
και χαζεύαμε τη φύση.

Η εξοχή βρισκότανε στην ήβη
και το πράσινο ασελγούσε.
Κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας
έσερνε ο Ιούνιος της υπαίθρου.
Πιανόταν και πηδούσε
από κλαδί δένδρων και αισθήσεων,
Ταρζάν ταινίας μικρού μήκους
που κυνηγάει αθέατα θηρία
στη μικρή ζούγκλα μιας ιστορίας.
Το δάσος υποσχότανε πουλιά
και φίδια.
Δηλητηριώδης αφθονία αντιθέτων.
Το φως έπεφτε καταπέλτης
σ’ ό,τι δεν ήταν φως,
κι η ερωτομανής λαμπρότης
παράφορα φιλούσε κι ό,τι δεν ήταν έρωτας,
μέχρι και τη δική σου συνοφρύωση.

Στη μικρή εκκλησία άλλος κανείς
εκτός από το πολύ όνομά της, Ελευθερώτρια.
Ένας Χριστός περίφροντις
μέτραγε με το πάθος του φυλάργυρου
το βιος του:
καρφιά κι αγκάθια.
Επόμενο ήταν να μην έχει ακούσει
τους πυροβολισμούς.

ΤΑ ΔΕΜΕΝΑ
Η θάλασσα του Σκαραμαγκά είναι δεμένη,
πηχτή. Από τα πετρελαιοφόρα
βγαίνει μαύρος καπνός ακινησίας.
Ας πούμε πως υπάρχεις.

Η διαδρομή ξεχειλώνει κρεμασμένη στο βλέμμα.
Λερώνει τους επάνω δρόμους ένα βρώμικο σύννεφο,
η καθαρή ψυχή κάτω αναβάλλεται πάλι.
Ας πούμε πως υπάρχεις.

Το άλογο θα μείνει δεμένο στο δένδρο.
Στο μυαλό μου πολλοί τέτοιοι κόμβοι,
πολλά τέτοια δεσίματα.
Ας πούμε πως υπάρχεις.

Στου αυτοκινήτου το καθρέφτη
κοιτάζεται ένα ξεροπήγαδο.
Στη γη εδώ0-εκεί φρεσκοσκαμμένο.
Η ίδια φροντίδα
για τους νεκρούς και για τους σπόρους.
Η γη αναρριγεί.
Ας πούμε πως υπάρχεις.

Στις Μυκήνες επιφωνήματα και τάφοι.
Πέτρα βασανισμένη από τη φήμη.
Πάθη από τζάκι και γι’ αυτό αξιοθύμητα.
Στα δικά μας τα πάθη
δεν θα ’ρθει κανείς επισκέπτης,
τα περιμένει η λήθη, πεινασμένη πάντα.
Ας πούμε πως υπάρχεις.

Στο Ναύπλιο άλλο ένα πλοίο λευκό.
Όχι απόλυτα πλοίο κι όχι απόλυτα λευκό.
Ας πούμε πως υπάρχεις.

Αφήσαμε τα διφορούμενα
και μπήκαμε σε καλλαμιές,
σε λεμονιές και κυπαρίσσια.
Εικόνα οπωροφόρα – σε ποτίζω.
Ας πούμε πως υπάρχεις

Μακριά στην ανηφόρα
κοντανασαίνει ένας μαύρος σιδηρόδρομος.
Σαν γλιτωμός που ξεκουρδίστηκε.
Ας πούμε πως υπάρχεις.
Όπως το πολύ νερό σε μέρη ακατοίκητα,
όπως το καλό σημάδι σε πουλιά βαλσαμωμένα.
Περιττά!

ΜΕΣΙΤΕΙΕΣ
Με γυροφέρνει η άνοιξη,
αλλά εγώ άλλη φορά
πορεία δεν αλλάζω για ένα έαρ.
Ας μοιάζει μ’ οτιδήποτε το σούρουπο.
Δεν θα ποτίζω με το αίμα μου ομοιότητες.
Τα όνειρα που είδα
αποδείχτηκαν ανυπόληπτα:
πήγαν και μ’ άλλους ύπνους.

Όχι δεν παίρνω άλλο διαταγές.
Όταν μου λέγανε τα σύννεφα ταξίδευε
ταξίδευα
κι όταν μου λέγανε τα όνειρα περίμενε
περίμενα.
Όχι, δεν παίρνω άλλο διαταγές.
Τα δούλεψα πιστά τα διαλυτά.

Με γυροφέρνει από χθες η άνοιξη.
Μια νεραντζιά με κοίταξε
με διάθεση υπόπικρη,
και μου ’κλεισε το δρόμο
μια μυρωδιά επιστροφής.

Με παζαρεύει η τοκογλύφος μνήμη:
για να μου δώσει έναν Μάιο παλιό,
μαζί και με τις νεραντζιές,
για να μου δώσει κυρίως τη μορφή,
που στη μεταφορά της
από σταθμό της λήθης σε σταθμό
χτυπήθηκε στα μάτια και στο στόμα
-γι’ αυτά πληρώνεις-
μου παίρνει ένα μέλλον.
και της ποίησης.

 [Ο διάλογος της συνείδησης με τη ματαιότητα, της μνήμης με το φευγαλέο της ύπαρξης, βρίσκει ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ την καλύτερή της ίσως έκφρασή του σε ολόκληρη την ελληνική μεταπολεμική ποίηση, με τη λιτότητα του λόγου να συναγωνίζεται την πρωτοτυπία και τη δραστικότητά του. Χαρακτηριστικό και συνεχώς επανερχόμενο θεματικό στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή είναι η φωτογραφία, ως υποστασιοποιημένη μορφή της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο ον και το μη ον, στη διάρκεια και στη φθορά… Ίσως τα ωραιότερα ποιήματα της ΔΗΜΟΥΛΑ είναι οι στοχασμοί της πάνω σε φωτογραφίες: «Σημείο διαχωριστικό δύο απεράντων είσαι. Δύο αντιμέτωπων πελάγων. Ο ουρανός κι η θάλασσα. Το πλάτος και των δύο αθροίζεται στο μέτωπό σου. Έχεις πλατύ μέτωπο, αντιμέτωπο στα όρια. Τα δεμένα πανιά της μορφής σου, η σκεπτική της πλώρη, δείχνουν πως περιμένεις τρικυμία των απεράντων… Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο, για να έχω σταθεί στην άκρη του κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας, θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι. Φαίνεται απ’ τη ζωή μου ζωή πέρασε κάποτε… (Μοντάζ, Φωτογραφία 1948


Δεν υπάρχουν σχόλια: