Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

(σε τι Θεό να πιστέψεις, τέλος πάντων;) Στο ΝΟΗΤΟ ΚΟΣΜΟ των ΙΔΕΩΝ (που προϋπάρχει, λέει, μέσα μας) ή στις τρέχουσες ΣΤΙΓΜΕΣ (αντανάκλαση της εκάστοτε υλικής πραγματικότητας);


Όταν κάτι μας φαίνεται όμορφο, αυτό το κάτι είναι, τελικά, μια εικόνα η οποία ταιριάζει σε μιαν όμορφη ιδέα που προϋπήρχε μέσα μας και απλώς περίμενε τη μορφή της να έρθει απ’ έξω;
Όταν ερωτευόμαστε, εκείνος τον οποίο ερωτευθήκαμε είναι η εικόνα που αγαπούσαμε ανέκαθεν και που τώρα, ξαφνικά, αποκτάει σάρκα και οστά;
 Ο θαυμασμός μας είναι ένα καθρέφτισμα;
«Σ’ αγαπώ» θα πει «Σε θυμάμαι από μιαν άλλη ζωή, ωραιότερη»;
Αγάπη είναι η Στιγμή που ένα Σύμβολο (από μέσα μας ξεκινώντας) έρχεται να τυλίξει μιαν εικόνα (εκεί έξω) με τρυφερότητα τριών διαστάσεων»;
Και η ποίηση; Τι είναι στο νοητό κόσμο των ιδεών και τι στην εδώ και τώρα υλική πραγματικότητα;
Πρέπει να διαβάζουμε Ποίηση απ’ έξω προς τα μέσα, δηλαδή αρχίζοντας από τις λέξεις που επιπλέουν στην επιφάνεια του κειμένου, και προχωρώντας κάτω απ’ αυτήν, πίσω απ τις λέξεις και τα σημεία της στίξης, ως τα βάθος, ως εκεί που θα μας βρει η συγκίνηση;
Ερωτήματα που έθετε με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Ευγένιος Αρανίτσης σ’ ένα του βιβλίο για παιδιά, που δεν κυκλοφορεί πια: «ΙΨ ο τυπογράφος – Ο Ελύτης για παιδιά και ερωτευμένους» των εκδόσεων Πατάκη, 1999. Ίσως ο συγγραφέας να έχει ανακαλέσει, ίσως να μην επιθυμεί την επανέκδοση του, ίσως απλά… να νευρίασε με όσα βλέπει και ακούει. Όμως πρόκειται για ένα μοναδικό έργο που αστραποβολεί στο στερέωμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κόβει βόλτες στην ψυχή μας, θυμίζοντας για μια ακόμη φορά ότι η ψυχή αν και σκοτεινή είναι απέραντη. Και ότι αληθινό είναι ό,τι περιέχει νόημα… Μικρά αποσπάσματα με ΚΛΙΚ εδώ – ART by Krzysztof Domaradzki]



ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΙΝΑΙ Ο,ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΑΥΤΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΒΑΘΥΤΗΤΑ:
Η ψυχή στο επίπεδο του μέσου ανθρώπου δύσκολα αφουγκράζεται, καθώς εγκλωβίζεται στη ρηχότητα των ψηφιακών λεωφόρων. «Η ροή των εικόνων της τηλεόρασης, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζει κάτι αληθινό… Αληθινό είναι ό,τι περιέχει Νόημα, δηλαδή αυτό στο οποίο διακρίνουμε βαθύτητα. Η ομορφιά είναι πολύ καλά κρυμμένη ειδικά όταν είμαστε νέοι. Ίσως η νεότητα δεν έχει τις ικανότητες να ψάξει στα βαθειά. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο θάνατο τόσο μεγαλύτερη η ωριμότητα μας. Το ενδοψυχικό υλικό μαλακώνει, οι ιδέες περνούν στο υπέδαφος της προσωπικότητας προκαλώντας τομές, αναδεικνύοντας παλιές πληγές. Τι είναι όμως η ποίηση; Είναι το δίδαγμα του ποιήματος που απαιτούσαν τα κοκάλινα γυαλιά της φιλολόγου; Είναι η στεγνή και άτονη φωνή των σχολικών τοίχων που διδάσκουν υποτίθεται Νέα Ελληνικά;  Είναι πολλά και τίποτα. Αλλά όμως: «ένας καλός αναγνώστης της καλής ποίησης πρέπει να διαβάζει απ’ έξω προς τα μέσα, δηλαδή αρχίζοντας από τις λέξεις που επιπλέουν στην επιφάνεια του κειμένου, και προχωρώντας κάτω απ’ αυτήν, πίσω απ τις λέξεις και τα σημεία της στίξης, ως τα βάθος, ως εκεί που θα βρει τη συγκίνηση. Διότι αυτός είναι ο στόχος»!.. Επιτέλους, ο στόχος ήταν η συγκίνηση, το αντίθετο δηλαδή του βαθμού στον έλεγχο. Πόσοι βγήκαμε συγκινημένοι από στις σχολικές αίθουσες; Πόσοι αναζητήσαμε αργότερα να απαντήσουμε ξανά τον Ελύτη ή το Σολωμό;  «Το Σύμβολο χρησιμεύει στο να σημαίνει αυτό που δεν μπορούμε να δούμε αλλά μόνον να σκεφτούμε και να νιώσουμε. […] Καμιά φορά το κύκλωμα της λογικής υπερθερμαίνεται προκαλώντας εγκαύματα. Απέναντι σ’ αυτό τον κίνδυνο, το Σύμβολο λειτουργεί σαν φυλαχτό, σαν ασφάλεια στον πίνακα της ΔΕΗ. Άλλοι λένε πως το Σύμβολο είναι το οξυγόνο της σκέψης και πως, γι’ αυτό η γλώσσα που σκέφτεται με Σύμβολα δεν λαχανιάζει ποτέ, ακόμη κι αν ανεβαίνει στον Όλυμπο για να δει τους θεούς πάνω στα 24 σκι τους. Μια μέρα (αλλά ποια μέρα!) το Σύμβολο θα θεωρείται το εμβόλιο που θα πρέπει να κάνεις στη σκέψη σου όταν αυτή είναι ακόμη νήπιο. Χαμένες ιδέες, χαμένες πατρίδες, ποιος σκοτίζεται για τα σύμβολα στην εποχή μας… Κάθετι που φτιάχνουν οι άνθρωποι γύρω μας για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, προβάλει τεράστιο και επιβλητικό: το διαφημίζουν σαν απαραίτητο. Το προσκυνάνε λες και η ψυχή τους έχει πονόδοντο. Το λεγόμενο Κράτος, η κρατική οικονομία, τα δίκτυα της τηλεόρασης, όλ’ αυτά είναι πράγματα γιγαντιαία, πανταχού παρόντα. Όμως η λεπτομέρεια παραμένει μαγική. Είναι εγγονάκι του ονείρου»!
 
Το βιβλίο του Αρανίτση είναι ένας μικρός θησαυρός, μεταφορών και συμβόλων. Τη χρειαζόμαστε τη συγκίνηση. Μας βγάζει για λίγο από το καταστροφικό εγώ μας. Περιέχει μέσα η έννοια το σωτήριο «συν», αλλά και τη λέξη «κίνηση». Προφανώς το πτώμα είναι το μόνο ακίνητο. Ακόμη και το σύμβολο δείχνει σε άλλο σύμβολο, που δείχνει σε άλλο σύμβολο δημιουργώντας κίνηση (ή ενέργεια). Λένε πως είναι δύστροπος και δυσνόητος ο Αρανίτσης. Όμως, ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα, είχε γράψει ο Ελύτης. Όσο ψαρεύεις στα βαθειά νερά του, όλο και κάτι πιάνεις. Χρειάζεσαι όμως τις ρυτίδες που αυλακώνουν το πρόσωπο του ψαρά πριν κρατήσεις στα χέρια σου τα μεγάλα ψάρια. Τότε έρχεται και η θάλασσα δηλαδή η συνείδηση
.
[ΠΗΓΗ: Ευγένιος Αρανίτσης «Ιψ ο τυπογράφος» Ο Ελύτης για παιδιά κι ερωτευμένους αποσπάσματα από την παρουσίαση του Βαγγέλη Μεννή στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ]

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

ΓΥΡΝΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕ ΜΕ ΑΠ’ ΤΗ ΣΙΩΠΗ (κι άσε με ν’ απιθώσω πάνω στο πρόσωπό σου τα χέρια μου)


Ποιος θα μ’ ακολουθήσει στο Σεπτεμβριανό φως;
Ήρθε η Πρώτη εφώναξε γύρνα και πάρε με από τη σιωπή. ΄
Στον ίσκιο των ματιών χανόταν το άπειρο.
Κράταγε ανεξιχνίαστη τα μαλλιά που σκόρπιζαν ολοένα ύστερα σκάλιζε τη φωτιά βυθισμένη σ’ οράματα.
Τάχα θα σ’ ανταμώσω τώρα που πονώ;
Ώρες για σένα γύριζα από θάνατο σε θάνατο.
Όλα σταματούσαν στα τείχη.
Το σώμα μου γυμνό
μονάχα τα μαλλιά μαυρίζανε πάνω στο στήθος.
Μ’ αρπάξανε
κοίτα με γέμισαν αίματα
κοίταξε τα χέρια μου καίνε τι να τα κάμω;
Άσε με ν’ απιθώσω στο πρόσωπό σου τα χέρια μου.
Πού είναι ποιο είναι τώρα το πρόσωπό σου;
Θ’ ανταμωθούμε κάποτε στη δροσιά της γης;
 Μια ξέρα η γη στο Σεπτεμβριανό φως…

(η εισαγωγή από το ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΟ ΦΩΣ, πρώτο ποίημα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου Η ΝΥΧΤΑ και Η ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ  – ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ; Η συνέχεια από το Σεπτεμβριανό Φως με ΚΛΙΚ στην εικόνα του ποιητή)


ΠΟΣΟΝ ΚΑΙΡΟ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ; (η συνέχεια από το Σεπτεμβριανό Φως του Τάκη Σινόπουλου)
Ήρθε η Δευτέρα μαύρος αστερισμός.
Έπαιξε κάποτε στο σινεμά σκηνές ηδονής.
Πόσον καιρό θα υπάρχουμε θα υπάρχω ακόμα;
Η σκόνη ανακατεύει τη φωνή της.
Φοβάται κρύβεται πίσω από το γυμνό χαμόγελο
 
τα λευκά πόδια στα κάγκελα του κρεβατιού
 
το ένα στήθος μισοφωτισμένο στο προσκέφαλο
μονάχα αφρός.
Τάχα θα σ’ ανταμώσω;
Είσαι η νύχτα ψιθύριζα είσαι η νύχτα.
 
Δέξου με στο βασίλειο των αινιγμάτων σου.
 
Τα δάκρυα με βρέχανε.
Ακολουθούσα τον ίσκιο της ως τα ψηλά σπίτια
εκεί που ανοίγουν πόρτες και χάνονται τα σώματα
ύστερα πέφτουν από τα μπαλκόνια.

Φωνή καμία.

Ήρθε η Τρίτη.
Ήταν ωραία με τους γοφούς. Δε γύρευε
μήτε άνθη μήτε θάνατο.
Προστάτεψέ με εσύ
μιά ξέρα η γη – προστάτεψέ με.

Η σκηνή τώρα δείχνει σκάλα που γυρίζει επάνω.
Μιά αρχαία οικοδομή καταπίνει σκοτάδι.
Ένα χαρτί στροβιλίζεται.
Φωτίζεται το ακίνητο πρόσωπο.
Ακούγονται βήματα
σβήνουν.
Η σκηνή τώρα δείχνει θάλασσα λουομένους
τραπεζάκια με ρούχα στην παραλία
μια παλιά φωτογραφική συσκευή με τρία πόδια
ο ίσκιος της ένα μέτρο πιό πέρα
στον άμμο
η βάρκα γυρισμένη ανάποδα
 
Μιά ξέρα.

Η σκηνή είναι με Σεπτεμβριανό φως.

Και τώρα αποκαλύπτονται αντιθέσεις αποτσίγαρα
και μάσκες ανοιχτά βιβλία επιστολές
 
έπιπλα και κουφώματα για πέταμα
σανίδωμα παλιό.
Έχει ανάψει το φως στο μέσα δωμάτιο
ακούγεται η φωνή «επιστρέφουμε».
Μιά μοναξιά
Μπροστά σε μιά άλλη μοναξιά.
 
Τώρα το γύρισμα δείχνει έρημη την κάμαρη
κανείς δεν μπαίνει η πόρτα εντούτοις ανοιχτή.
Τα δύο καθίσματα κι ανάμεσα ο λεκές
στον τοίχο ενώ το «πλήθος»
 
φωνάζει απέξω ή αγωνίζεται
με τον αέρα.
 

Η ΜΑΝΑ και ο ΗΛΙΟΣ
Ήλιε
ήσουν πάντα τόσο ζεστός
τόσο σίγουρος
Ωραία μέρα θριαμβευτική
γέφυρα του διαστήματος
νύχτα που έρχεσαι
πόρτες κλειστές
παράθυρα κλειστά
πού να χτυπήσεις;

Μου έλεγε τα νύχια μου χάλασαν.
Μου έλεγε άσπρισε το πρόσωπό μου.
Φεύγω μα θα γυρίσω κάποτε
πάντα γυρίζουμε
είμαστε τόσο γυμνοί.

Καθαρίζει τα χέρια της
καθαρίζει τα νύχια της
και σκοτεινιάζει.

Πού θα κρυφτούμε μου έλεγε.
Παντού κοιτάζουν
όλοι κοιτάζουν.

Είσαι σκοτάδι μου έλεγε
όλη τη νύχτα
είσαι η νύχτα.

Εγώ φοβάμαι μου έλεγε
είμαι γυμνή
και παγωμένη.
Σε παγωμένη φωτιά
περιφέρομαι.
Ο ήλιος μου έλεγε
είναι ένας άνδρας όμορφος
η μέρα είναι μου έλεγε
μια γλυκιά γυναίκα
το φως
ένα αγαθό παιδί.

Τώρα παντού
είναι η νύχτα.

Κάθε μέρα θα φύγω μου έλεγε
Θα πάω στα ξένα
θα πάω στην έρημο
και θα ’μαι
στους άμμους.
Ένας ίσκιος θα ’μια
πάνω στους άμμους.

Ο άμμος η θάλασσα
ο αέρας μου έλεγε
η αγάπη μου έλεγε
ταξιδεύει παντού
γυρίζει όλο το σώμα.
Η αγάπη είναι η νύχτα
που ταξιδεύει.

Τα φτερά τα φτερά
τα ωραία τ’ ακίνητα φτερά
κοίτα λάμπουν στον ήλιο
τα φτερά που λάμπουν στον ήλιο
τα γαλάζια φτερά.

Ήλιε –

η νύχτα παγώνει παντού –

ήσουν τόσο ζεστός.

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΩΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΓΥΜΝΑ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΘΕΣΗ ΟΤΑΝ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΤΑΜΕ (έτσι προχωρώ μέσα στη νύχτα κι ανεβαίνω συνεχώς προς το άπειρο):
Μια καμινάδα χάνεται πίσω απ’ αυτό το σπίτι.
Μια καμινάδα χάνεται πίσω απ’ το άλλο σπίτι.
Ένα αυτοκίνητο περνάει με θόρυβο μεσ’ απ’ τ’ άστρα.
Ένα σκουπίδι ένα αντικείμενο παλιό
φωτίζεται άξαφνα από ανάλγητες ημέρες μοναξιάς.
Μια γυναίκα τραγουδάει
στη μια γωνία
στην άλλη γωνία
πίσω απ’ τις γυμνές οικοδομές.
Είναι το αίμα της
είναι το άπειρο
που τραγουδάει
έναν πικρό ακατοίκητο
ένα χαμένο κόσμο.

Ένας δρόμος δυο δρόμοι τρεις δρόμοι
Απόψε μια αυτοκρατορία νεκρών πουλιών
μετακινεί τη νύχτα.
Ένας διαβάτης ονειρεύεται εκτελεστικά αποσπάσματα.
Ένα φανάρι ξύνεται χαμογελώντας.
Η ώρα καθαρίζει τη γύμνια της
σφίγγει τα στήθια της σα δολοφονημένα παιδιά.
Κατεβαίνει ολοένα
το σκοτάδι χλωμό
τυφλό
ασφυκτικό
αδιαπέραστο.

Το τελευταίο φως επί της γης είναι το δένδρο.

Όπως η μελανιά στο δάχτυλο
το ψαροκόκαλο στον ουρανίσκο
η βροχή στην κάμαρα
το γυαλί στη φτέρνα.

Όπως η μύγα για τον άρρωστο
το πουκάμισο για το σακάτη
η γομολάστιχα για το χαρτί
η παγίδα για το αγρίμι.

Όπως τα χώματα
για το νεκρό
είναι για μένα
η νύχτα.

Αλλά τα μάτια τα καλύτερα
είναι τα μάτια που προσμένουμε
σε τούτη τη στροφή του κόσμου
όπου λάμπει ο ουρανός
σα λίθος
μέσα στη στέρνα.

Τα χέρια τα καλύτερα
είναι τα χέρια που φεγγοβολούν
και σβήνουν σα φτερά.

Τα καλύτερα λαγόνια τα καλύτερα νεφρά
για κείνον που ονειρεύεται
και φεύγει
χωρίς ν’ αγγίξει κι ύστερα
μονάχος συλλογιέται και πονά.

Τα καλύτερα σώματα είναι εκείνα τα γυμνά
που αλλάζουν θέση όταν ανάβουμε το φως
και τα κοιτάμε.

Το πρώτο φως επί της γης είναι το δένδρο.

Ένας δρόμος δυο δρόμοι τρεις δρόμοι.
Ο ουρανός είναι ξερό μελάνι.
Τα σπίτια πεθαμένα μυστικά.
Χαμένες απροσάρμοστες ώρες
σπασμένες σ’ άπειρα μόρια
άπειρες στιγμές θρυμματισμένες
σ’ άπειρες μικρές αιωνιότητες.
Ο ένας δρόμος ο άλλος δρόμος
μια γυναίκα τραγουδάει
μέσα απ’ τον κόσμο
είναι το αίμα της
που τραγουδάει
χίλιες φωνές
χίλιες σκιές.
Ο δρόμος καταπίνει την απόσταση
χάνεται φανερώνεται ξανά
ανοίγει τα χέρια του
ανοίγει τα πόδια του και πέφτει ανάσκελα
η νύχτα μαζεύει τα ρούχα της που σκορπίζονται
η νύχτα κρατάει τα στήθια της που στάζουν σκοτάδι
η νύχτα γεμάτη εγκαύματα
γεμάτη φρικαλεότητες
προχωρώ μες στη νύχτα
καταπίνω τη νύχτα

κι ανεβαίνω
συνεχώς
προς το άπειρο.
[ΜΕΘΗ από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου Η ΝΥΧΤΑ και η ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ – Art by SAKAMOTO Melody in the Woods]

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

ΠΑΝΤΑ ΚΙΝΑΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο,
το καλοκαίρι σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε  γράφοντας
μένει γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια στο περιθώριο κι ερωτηματικά,
γυρίσαμε στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν στον καθρέφτη μέσα στο ηλεκτρικό φώς
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου που μας άφηνε θαυματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες· αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,
σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τους εδώ, αυτές τις κολόνες·
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά σε βούρλα και σε καλάμια νησιά που είχαν νερό στην άμμο  να ξεδιψάει ο κουπολάτης
κι ας γεννήθηκα κοντά στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου σαν είμαι κουρασμένος –
δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερότα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος
το καλοκαίρ ιλίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχουλίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχήσκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα
δεν τα καταλαβαίνω μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλήμε μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδησφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένασκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο λιγοστεύουν κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμιατα πρόσωπα της άλλης φυλής.
Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνοδοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμούχτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μαςπήραμε τα καράβια ξενιτευτήκαμε γυρίσαμεβρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουνμας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ’ αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές άδειες καρέκλες του φθινοπώρου,
κι οι σύντροφοι σκοτώσανε τα πρόσωπά τους·
δεν τα καταλαβαίνω.Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι
κύματα της άμμου φεύγοντας ως τον τελευταίο κύκλοένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτοςμάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιοχέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανόχαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχήςχαμένα σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω και με κυβερνά·τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα. [ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ]




ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΣΙΩΠΗ…
Τα’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της
βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε
ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.
[ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937 από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΣΧΕΔΙΑ για το ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ]

ΕΙΧΑΝ ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ ΧΑΪΔΕΥΟΝΤΑΣ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ… (πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία, επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα)
Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ’ ακίνητο γεράκι;
τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δένδρων;
Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.
Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ’ αστέρια
ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ’ τον αγέρα την άλλη θάλασσα
σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε
τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών
ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν
κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται,
Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά
σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια
είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό το πουλί
χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες
ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν
έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί
ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;
Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του
πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία
επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα
σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει
πάνω στις ρίζες του κίτρινου δένδρου πάνω στους ώμους
των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες
που δεν τολμούν ν’ αγγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά;
Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό
μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή
με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη
στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερα απ’ τη βροχή· τι θυμάται
η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό
σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας
δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;
ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα – ένα ξαφνισμένο στήθος
ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άνδρας και γυναίκα
ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.

Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου
χαϊδεύοντας τ’ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη
φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών
τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…
 [RAVEN in memorian E.A.P  από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ Κοριτσά χειμώνας 1937]

ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αχνό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

Το ζεστό νερό μου θυμίζει κάθε πρωί
που δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Τα κάρβουνα μες στην ομίχλη
ήτανε ρόδα ριζωμένα στην καρδιά σου
κι η στάχτη σκέπαζε το πρόσωπό σου
κάθε πρωί.

Μαδώντας ίσκιους από κυπαρίσσια
έφυγες τ’ άλλο καλοκαίρι

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΠΙΚΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙΡΟ ΜΗΤΕ Ν’ ΑΝΑΣΑΝΕΙΣ
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες

Πάψε πια να γυρεύεις τη θάλασσα και των κυμάτων τις προβιές σπρώχνοντας τα καϊκια
κάτω απ’ τον ουρανό είμαστε εμείς τα ψάρια και τα δένδρα είναι τα φύκια

(επιλογές από τα ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ του Γιώργου Σεφέρη)  

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]