Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥΣ καθώς καθρέφτης του καιρού μιας εποχής τρανού υπερρεαλισμού

Κρατάμε μεσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις. Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται στην κάθε μας ματιά… Μια γυναίκα κάποτε μας σταματά στα κάστρα των ανέμων. Αν δεν γελάσει, πρόκειται να βρέξει άνευ ορίων άνευ όρων… Ένα κορίτσι στο παράθυρο κρυφά δίνει τα στήθη της στα περιστέρια… Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δε χάνεται, μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων, μεσ’ στα γαλάζια βλέφαρα και τη λευκή την μπλούζα που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός… Προστρέχουν πάντα τα νερά, τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά. Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια. Βόλια χαράς σφυρίζουν μεσ’ στα φύλλα, είναι τα μήλα κόκκινα κι ένας διαβάτης κόβει μερικά.  Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα. Η χάρη τους είναι ψηλή περικοκλάδα που σφίγγει τα μελλούμενα και τη ζωή μας μέσα στ’ αστέρια!.. Μιας εποχής που δεν μαραίνεται σστον χρόνο, μιας εποχής τρανής γαλανομάτας, με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της..   [κτερίσματα από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ της ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ του Ανδρέα Εμπειρίκου - Εκδόσεις Γαλαξία Πρώτη Έκδοση 1945 - ART by Falckenhaus Franz and Horge)


[Η κωπηλασία ήτανε κοκκινωπή. Το σπέρμα που διασχίζαμε ήταν πλουσιότερο και απ’ το νερό των θερμοτέρων εορτών γι’ αυτό φτάσαμε ασυγκρίτως ανώτεροι και ως λαμνοκόποι και ως αγωγοί του λυτρωμού μας. Τώρα μας ζητωκραυγάζουν και οι χθεσινοί σχιζομύκητες και κανείς δεν μυκτηρίζει. Στα μπράτσα μας ανθούν αμυγδαλιές και από τα μάτια μας ανεβαίνουν και κατεβαίνουν οι κλίμακες των αλουργίδων με ζέση και με αυταπάρνηση χειραφετημένων νοσταλγών της κατ’ εξοχήν γυναίκας]

ΣΚΟΠΙΑ (από την ποιητική συλλογή ΕΝΔOΧΩΡΑ Εκδόσεις Γαλαξία 1934)
Κρατάμε μεσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περικοκλάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και τη ζωή μας
Μέσα στ’ αστέρια.



Τα μούρα
Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει
Ορθή στη νύχτα κάθε ψηλαφήσεως
Αγαπητή σφαδάζουσα και μ’ έναν ήχο
Στο βάθος της σιγής που λιγοστεύει
Κι έπειτα αυξάνει την ψιχάλα των ωρών.

Το φέγγος σαν σουραύλι της αιθρίας
Γεμίζει με τα στάχυα του τα δαχτυλίδια
Που τα φορούν γυναίκες κρεμασμένα
Ανάμεσα στα στήθη τους κι ανάμεσα
Στα δροσερά φυλλώματα της ευτυχίας.

Μέρος Πομπής
Το ρίγος των ενιαυτών δεν είναι παραπέτασμα
Είναι τριαντάφυλλο με λεμονιές στα χείλη
Είναι κουμπί σε φόρεμα βελούδινο
Και βάσις των οικίσκων μιας πολίχνης.

Κάποτε πιάνουν τα ζαρκάδια τα παιδιά
Και γρήγορα τα παρατούν
Γιατί διασκεδάζουν περισσότερο
Να βλέπουν τα κουδούνια της ανοίξεως.

Το ρίγος των ενιαυτών σκορπά τη ζάχαρη
Στα χείλη που φιλούν την οπτασία
Μια συναυλία στη ζωή και στα σοκάκια της
Κι έπειτα πάλι τα σφυρίγματα

Κόρη
Το σπίτι βρίθει από χαρά
Καθώς λαγήνι πλήρες γάλακτος στον ήλιο
Ένα κορίτσι στο παράθυρο κρυφά
Δίνει τα στήθη της στα περιστέρια.

Γιομάτα σφύζουν τα βυζιά
Και στέκουν όρθιες οι ρώγες
Τα πιπιλίζουν τα πουλιά
Κι αίφνης το γάλα ξεχειλίζει.

Ο Ανδρέας Μπρετόν
Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης
Στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλάϊων
Με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος
Καταμεσής στον βράχος της σποριάς σου

Ηρωικό πουλί της οικουμένης
Που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων
Δεν ταξινόμησες ποτέ καμιά φενάκη
Μα τη φωνή σου σήκωσες στην γαλανή αιθρία.

Φανατικό πουλί της οικουμένης
Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στη σημασία
Όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις
Πάντα με βεβαιότητα το μάτι.

Το χέρι
Ψιλή κραυγή και συνεχώς αποψιλούται
Σαν μίσχος μιας νεάνιδος στον άνεμο
Φεύγουν τα πέταλά της ένα-ένα
Μεσ’ την ανταύγεια του φουστανιού της.

Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δεν χάνεται
Μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων
Μεσ’ τα γαλάζια βλέφαρα και την λευκή της μπλούζα
Που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός

Η άκρη
Η λησμοσύνη απλώθηκε στην αμμουδιά
Κι όλα τα ψάρια θα ’ρθουν να χαϊδέψουν
Τα ολόξανθα μαλλιά της και το στήθος
Μεσ’ το γαλάζιο ψίθυρο των ντροπαλών κυμάτων

Και να που σπάζουν τώρα τα’ αντιστύλια
Κι ανθούνε στις μαντήλιες τα φιλιά
Που δίνουν μεσ’ στο σκότος στα κορίτσια
Οι ταυρομάχοι με τις κίτρινες χλαμύδες.

Βορειοανατολική παλάμη
Φλοιέ της Γης
Δέξου τα παραμύθια μεσ’ τα δένδρα
Δέξου την επιδέξια τρυφερότητα
Που σου προσφέρουν οι ερασταί.

Λίγα φλουριά πουλιούνται το πρωί
Μα πάμπολλα το μεσημέρι και το βράδυ
Φλοιέ της γης μην το φοβάσαι το σκοτάδι
Μας φέρνει πάντα την αυγή
Κρυμμένη φτερά των πίππων.

Η ώρα του δείκτου
Βρέφη κρατούν ιππόδρομο στα χέρια
Μικρές σταγόνες πέφτουνε στον ήλιο
Από το μέλι βγήκε ο προφήτης
Που μας συμβούλεψε να μείνουμε στο ρίγος
Της ικεσίας των αχνών εκφορτωμάτων.

Πότε θα φύγω το καλλίτερο φανάρι
Μια προσβολή να φέρει στο σαράφη
Μια δέησι στα κύτταρα του χρόνου.

Τα βλέφαρα
Προστρέχουν πάντα τα νερά
Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες
Και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά

Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια
Βόλια χαράς σφυρίζουν μες τα φύλλα
Είναι τα μήλα κόκκινα
Κι ένα διαβάτης κόβει μερικά

Στέαρ
Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε
Κατά την ερμηνεία που της δίνουμε
Κάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια.

Και ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι
Αφού τα ζάρια πέσαν στν κοιλιά μιας γυναικός
Μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.

Αυτή η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι
Είχε το θάρρος να περάσει μοναχή της
Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα
Μια θάλασσα πλατειά και φουσκωμένη
Από τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών αγγέλων.

Όχθη
Είμεθα στην όχθη σαν προβλήτες
Τα χέρια μας απλώνονται στον ουρανό
Και κατεβάζουν τα πουλιά
Και τα κελεύσματα των οδοιπόρων.

Μια γυναίκα κάποτε μας σταματά
Αν δεν γελάσει πρόκειται να βρέξει.

Βλάστηση
Στα χέρια μας ακμάζουν τα παιδιά μας
Και παίζουν με την κόμη μας
Κι ακούνε τη λαλιά μας.

Η κεφαλή μας ζει
Μαζί με τους κορμούς μας
Δόξα σε μας και τις γυναίκες μας
Και δόξα στα παιδιά μας

Τα βέλη
Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο
Δυο γυναίκες σε μια γλάστρα
Τρία κορίτσια στην καρδιά μου
Άνευ ορίων άνευ όρων.

Μια παλάμη σ’ ένα τζάμι
Μια παλάμη σ’ ένα στήθος
Ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται
Ένα βυζί που αποκαλύπτεται
Ενώ ο τοξότης με τα βέλη
Λάμπει ψηλά στον ουρανό
Άνευ ορίων άνευ όρων.

Η προεξοχή
Το βύθισμα του κόρακος στο διάστημα
Συμπαρασύρει τα νερά των ποταμών
Κυλούν οι βράχοι στις φιάλες
Και το κρασί μετουσιώνεται.

Τα σμήνη των βεγγαλικών μεσ’ τα μπουκέτα
Παλίρροια των αναμνήσεων σε μια στιγμή
Θέατρον πλήρες κόσμου που αλαλάζει
Η κάθε ανάμνηση στην καταχνιά

Ενόραση
Το ακροατήριον βοά και περιμένει
Δέθηκε χθες και πρόπερσι στην κορυφή του
Η νέα μηχανή με τα πανέρια
Των αρωμάτων και των νυχτερινών βλυσμάτων.

Το ακροατήριον βοά και περιμένει
Με την ευχή του θερινού του πέπλου
Βέλα σιγής και βέλη της οράσεως
Απανωτά στα κρόταλα της εσοδείας

Θλάσις
Σήμερα τήκονται τα χελιδόνια
Βάναυση λύσσα που μεθά τους οργωτάς του πόνου
Τώρα που τα παιχνίδια των αιλουροειδών
Προδίδουν τη διάθεσι της ώρας.

Α τα καημένα τα χελιδόνια
Τήονται αδίκως μεσ’ τον ήλιο
Σε μια φωτιά που ανάψανε με ρούμι
Οι τυμβωρύχοι.

Α τα καημένα χελιδόνια
Την μοίρα τους την είπε ψίθυρος
Τσιγγάνας με μαστούς παλλομένους
Πριν πέσει ο ήλιος στα ξανθά πλεμάτια
Των αλιευτικών της ανοιχτής θαλάσσης.

Ράμφος ή Η νίκη του Υπερρεαλισμού
Η πόλις εδραιώθηκε και στέκει
Μέσα στη δόξα της καθώς καθρέφτης του καιρού της
Οι μιναρέδες της λογχίζουνε και δρέπουν
Τα σύννεφα της ηδονής.

Η πόλις σκόρπισε τα δώρα της στο νάμα
Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στο χρόνο
Μιας εποχής τρανής γαλανομάτας
Με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΕΝΔΟΧΩΡΑ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ότι ποθώ τη νύχτα που συνεπήρε τα υπόλοιπα κλωνάρια και στη ρίζα του δένδρου των μεγάλων ολισθημάτων έμεινε σποδός τετελεσμένων γεγονότων. Μπορεί, έτσι, η απαίτησις των κρίνων να μην εξεπληρώθη αλλά ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξη προς λέξη δεσποινίδος

Δεν υπάρχουν σχόλια: