ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Νάνος Βαλαωρίτης, Όταν πεθαίνει ένας Ποιητής ο ίδιος ο ήλιος σταματάει την κίνησή του και χάνεται από προσώπου Γης η μαγεία του Λόγου  

Κι εκεί πάνω από το μνήμα του Ποιητή, όταν πάψει να ενεργεί του λόγου η μαγεία και παραλύει το μέγα συμπαθητικό μας σύστημα που ενώνει τις λέξεις μεταξύ τους, πληρώνονται όλοι οι λογαριασμοί. Μα τη γλώσσα αυτή δεν την καταλαβαίνει ο αποστερημένος από τα ίδια του τα όργανα ο καταδικασμένος από την καταδίκη του ενάντια στον Αχρείο δράστη του εγκλήματος τον βγαλμένο από του εαυτού του τα κελιά. Κι έτσι κυνηγάει απ’ έξω του, ο αυτουργός, τον ίσκιο του κακού που δεν το συλλαμβάνει μέσα του.
 
Ο θάνατος του Ποιητή ( στον Αντρέα Εμπειρίκο - από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή Παραμυθολογία, Αιγόκερως)


Όταν πεθαίνει ένας Ποιητής η μαγεία του λόγου παύει να ενεργεί. Το νευρικό σύστημα που συνδέει τις λέξεις μεταξύ τους και στέλνει τα μηνύματα στο συλλογικό εγκέφαλο σμπαραλιάζεται. Τα αποτελέσματα είναι θανάσιμα για το λαό. Μια περίοδος σεξουαλικής ατροφίας ακολουθεί. Τα χωράφια δεν παράγουν σιτάρι, στα καρποφόρα δένδρα τα φρούτα ξεραίνονται πρόωρα. Ο ίδιος ο ήλιος σταματάει την κίνησή του. Φοβερές κάψες ακολουθούν. Λιμός και χολέρα ξεσπάνε. Παιδιά δεν γεννιούνται πια ζωντανά από τα σπλάχνα των μανάδων τους. Μια γενική παραλυσία σταματάει κι εμποδίζει κάθε κίνηση στη χώρα. Τότε ξεκινάν τα πλήθη μ’ επικεφαλής τον Αρχιερέα, τον διορισμένο από τον ίδιο τον τύραννο, και πάνε να κάνουν τα παράπονά τους. Ζητάνε ούτε λίγο ούτε πολύ να τιμωρηθεί ο υπαίτιος και να γίνει παράδειγμα η περίπτωσή του ώστε να μην επαναληφθεί το κακό. Ο τύραννος δέχεται την αντιπροσωπεία του λαού με ανάμικτα αισθήματα. Αισθάνεται υποχρεωμένος να κάνει κάτι για να ξεπλύνει το όνειδος, το μεγάλο κενό σαν μια πληγή που κακοφόρμισε, που άφησε με το θάνατό του, ολάνοιχτο, σα στόμα του Άδη, ο μακαρίτης. Από την άλλη βλέπει με καχυποψία κάθε ενέργεια που προέρχεται από τα κάτω. Φοβάται σαν το διάβολο την πνευματική αντιπροσωπεία, έστω και πουλημένη, έστω και ταπεινή ικέτιδα. Γυναίκες που πιάνουν τα γόνατα όπως το παλιό καιρό, μανάδες πικραμένες που οδύρονται για τα παιδιά τους. Τα σπλάχνα του τυράννου ταράσσονται. Μια συναυλία από χάλκινα όργανα γίνονται τα έντερά του. Σηκώνεται ταραγμένος από την πέτσινη πολυθρόνα του γραφείου του κι ορκίζεται όρκο φοβερό στα κόκαλα της μάνας του και του πατέρα του, ορκίζεται στη ζωή των παιδιών του, ορκίζεται στους θεούς και τους διαβόλους ότι θα κάνει το παν για να ξεπλύνει την ντροπή. Ότι θα ενεργήσει  ώστε να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι υπαίτιοι. Λίγο υποψιάζεται τι θα ακολουθήσει. Μια βοή υψώνεται από τις φυλακές και φέρνουν μπροστά του οι δεσμοφύλακες έναν κατάδικο κουρελιασμένο και αιμόφυρτο που χτυπάει το στήθος του και βογκάει. «Εγώ, εγώ είμαι ο φταίχτης εξοχότατε. Σκοτώστε με, τιμωρήστε με. Κρεμάστε με. Χαρίστε μου τη ζωή και δεν θα το ξανακάνω». Ο τύραννος τον κοιτάει με αηδία. «Ένοχος», ψιθυρίζει στον Αρχιερέα… «Ομολόγησε», απαντάει εξίσου ψιθυριστά, ο ύπατος πνευματικός άρχων. «Να εκτελεστεί πριν από το ηλιοβασίλεμα…», δηλώνει κοφτά ο Εξουσιαστής και βίαιος άρχοντας. «Μα εξοχότατε», μουρμουρίζει ο Πνευματικός Άρχοντας, «η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί για τα μάτια του κόσμου». «Να στραγγαλιστεί κρυφά στο κελί του» δηλώνει ψυχρά ο Ελεγκτής.

«Τι θα πουν οι μεγάλες δυνάμεις εξοχότατε;» του κάνει δειλά ο Αρχιερέας. «Πέστε πως αποπειράθηκε να με σκοτώσει. Αποδιοπομπαίος τράγος» ψιθυρίζει ο Αρχιερέας με κάποια μακρινή τύψη. «Μα για να ησυχάσει το θυμωμένο φάντασμα του Ποιητή θα πρέπει να τον σφάξουμε πάνω από τον τάφο του… Να χορτάσει αίμα ο βρικολακιασμένος και ν’ αφήσει τούτον τον κόσμο ήσυχο στις δουλειές του». Οι δεσμοφύλακες φέρνουν την κατάθεση με υπογραφή του κατάδικου και βάνουν μπροστά στον τύραννο τη διαταγή της ποινής του θανάτου. Σε μια βδομάδα μόνο να το μάθει ο τόπος λέει ο τύραννος στον Αρχιερέα.

Στο δρόμο λοιπόν εκεί που παίρνανε τον κατάδικο στο νεκροταφείο η σελήνη φυσικά ήταν στο τελευταίο της τέταρτο, συναντάνε κάποιον που τους σταματάει: «Πού τον πάτε, άνθρωποι του Καίσαρος, τον ελεεινό;» «Τον πάμε για σταύρωμα…» απαντάνε οι άνθρωποι του Καίσαρα. «Με τι καταδίκη;», επιμένει ο άνθρωπος. «Λέει πως είναι φταίχτης για όλα τα κακά που γίνονται στη χώρα. Να το χαρτί που τα ομολογάει με την τζίφρα από το χέρι του…» «Αγράμματος» ρωτάει ο άλλος. «Μάλιστα» απαντούνε με ζήλο εν χορώ οι άνθρωποι του νόμου. «Αφήστε τον αυτόν τον αχρείο, να πιεί το φαρμάκι της ίδιας του της ψυχής… και πάρτε εμένα που φταίω παραπάνω από ένα κοινό κατάδικο για την κατάντια, αφού είμαι καλός άνθρωπος και δεν έχω κάνει τίποτα για να σταματήσω το κακό…». Και οι άνθρωποι του Νόμου κοιτάζονται και σαν να τους το υπαγορεύει μια ανώτερη δύναμη, λύνουν τον κατάδικο από τις χειροπέδες του και τις περνάνε στον άνθρωπο που συναντήσανε. Λίγα βήματα παρακάτω, πετάγεται από τους θάμνους ένας ψηλός άντρακλας, μουστακαλής: «Πού τον πάτε ωρέ» τους κάνει με μια βαριά μάγκικη φωνή, «τούτο τον καντηλανάφτη; Κάντε πέρα να πάει στη δουλειά του και πάρτε εμένα που είμαι από σόι και κάνω καλύτερα για εξιλαστήριο θύμα παρά ένα τέτοιο αρνί…». Και σαν να ακούσανε φωνή Θεού οι άνθρωποι του Νόμου, λύνουν τον Καντηλανάφτη και πιάνουν τον Άντρακλα… Λίγα βήματα παρακάτω τους συναντάει ένας έφιππος με στολή και με πολλά παράσημα: «Πού τον πάτε λεβέντες τον μάγκα τον Κηφισιώτη; Εμένα να πιάσετε που είμαι από το Χολαργό όπου έδρευε η αληθινή Χολέρα…».

Κι οι άνθρωποι του Νόμου σα ζαβλακωμένα ζώα υπακούουν, ώσπου να τους σταματήσει άλλος πριν από την είσοδο του Α΄ Νεκροταφείου ένας με πολιτικά.

«Είμαι ο τάδε, φίλοι μου, ο πρώην πρωθυπουργός… εμένα να πάρετε κι όχι αυτόν εδώ που ήταν όργανό μου…». Και για να συντομέψουμε την ιστορία, να μην μας πάρει όλον τον καιρό που ’ναι πολύτιμος, τι να στα λέω και τι να τ’ ακούσεις, προθυμοποιήθηκαν όλοι να πάρουν τη θέση του κατάδικου, πλούσιοι βαποράδες και βιομήχανοι ανώτατοι λειτουργοί του κράτους, Διοικητές της αστυνομίας, καθηγητές του Πανεπιστημίου, καλλιτέχνες και ηθοποιοί, σπουδαίοι και ταπεινοί… Μόλις όμως έφτασε η ακολουθία (γιατί καθένας που άλλαζε τη θέση του άλλου, έπαιρνε το ξοπίσω, για να δει τι θα γίνει και ποιον θα θυσιάσουν τελικά) στη θύρα του Νεκροταφείου, τους σταματάει ένας ρασοφόρος με το σταυρό: «Πού πηγαίνετε Έλληνες Χριστιανοί;» τους κάνει «ποιον πάτε να σταυρώσετε ο ένας αντίς για τον άλλον;»

«Ο Αλλάχ μόνο να σας βλέπει θα χαίρεται… Πάρτε με μένα που είμαι ο τελευταίος φταίχτης και προφήτης του εαυτού μου… Μόνος υπεύθυνος για το Κακό…» Και σαν να άκουσαν φωνή Θεού, πιάνουν τον Αρχιερέα και τον δένουν και τον πάνε να τον παλουκώσουν πάνω στο μνήμα του Ποιητή…

… Και φτάνουν μιαν ώρα στο μνήμα μπροστά κι έχουν μαζευτεί χιλιάδες δέκα που είναι όλοι έτοιμοι να πάρουν ο ένας τη θέση του άλλου και που ποδοπατιούνται για το ποιος θα περάσει πρώτος φταίχτης όταν πίσω από το μνήμα ξεπροβάλλει ένας προσωπιδοφόρος και τους σταματάει «Αλτ» βρωντοφωνάει με στρατιωτική φωνή, σαν επιλοχίας… «Πού τον πάτε τον Πανιερώτατο, αφήστε τον να ζήσει με τη συνείδηση που τον τρώει σαν φίδι και μαχαιρώστε με εμένα, που είμαι ο μόνος που είναι αίτιος για το Κακό… Εγώ δεν πήρα την εξουσία από τα χέρια σας και την περιβλήθηκα σαν σημαία, εγώ δεν καταδίωξα, δεν τρομοκράτησα, δεν βασάνισα, δεν φυλάκισα, τόσους χιλιάδες; Εγώ, ομολογήστε το, δεν είμαι ο μόνος φταίχτης και ο αληθινός;» Και το πλήθος άναυδο σιωπούσε ώσπου αρχίσανε ώσπου αρχίσανε που και που να φανάζουνε εδώ κι εκεί: «Κάτω ο τύραννος, εκτελέστε τον, να φύγει, κρεμάστε τον, βγάλτε του τα μάτια…»

Και βγαίνει εκείνη την ώρα από ένα τάφο διπλανό μια μαυροφορεμένη. Γύρω στο πρόσωπό της ένα βέλο πυκνό την κρύβει. «Αφήστε το παιδί μου να ζήσει και κρεμάστε με εμένα, τη μάνα του, αφού εγώ τον γέννησα, εγώ θα πρέπει να πληρώσω, που έφερα στον κόσμο ένα τέτοιο φίδι». Το πλήθος εμβρόντητο σωπαίνει. Κάποιο δράμα ασφαλώς αρχαίο θα ακολουθήσει εδώ, και περιμένουν όλοι με κομμένη την ανάσα τους… Κι οι δυο πρωταγωνιστές πρόσωπο με πρόσωπο ετοιμάζονται να ρίξουν ο ένας στον άλλον την κατηγορία.

Επιτέλους βρέθηκε ένας φταίχτης που θα αρνηθεί τη θέση του στον άλλον. «Η Ελλάδα είναι η μάνα μου» ουρλιάζει ο Προσωπιδοφόρος «μην την πιστεύετε, δεν έχω μάνα. Εμένα με γεννήσανε τα σωθικά της Γης. Κι έχω για καρδιά μια πέτρα…». Κι ανοίγει το παλτό του και φανερώνει την πέτρινη καρδιά του ο Θεοπάλαβος… Κι ανοίγει τότε η μάνα του τα πέπλα της, ξεσκίζοντας το φόρεμά της και δείχνει το γαλακτερό της στήθος που γαλούχησε τόσο ηρωικά παιδιά. «Σκοτώστε με αφού δεν έχει το στήθος του καρδιά…» παρακαλάει, με δάκρυα που κυλάν το πλήθος.

«Καρδιά σου είναι η άβυσσος», φωνάζει ο τύραννος, ρίχνοντας την προσωπίδα του «και μέσα της θα γκρεμιστώ». Και βγάζει το μαχαίρι του κι ορμάει και της σχίζει το στήθος για ν’ αποδείξει τα λόγια του. Και μέσα από την ανοιχτή πληγή βγαίνει το σκοτάδι που τον τυλίγει και τον εξαφανίζει από τις συνειδήσεις, εκεί πάνω από το μνήμα του Ποιητή όπου πληρώνονται οι λογαριασμοί, όταν πάψει να ενεργεί του λόγου η μαγεία και παραλύει το μέγα συμπαθητικό μας σύστημα που ενώνει τις λέξεις μεταξύ τους και τις στέλνει τη μια μετά την άλλη στο συλλογικό αφτί.

αλλ’ ει της ακουούσης έτ’ ην
πηγής δι’ ώτων φραγμός, ουκ αν εσχόμην
το μη αποκλησαι τουμόν άθλιον δέμας,
ίνα η τυφλός τε και κλύων μηδέν…

Μα τη γλώσσα αυτή δεν την καταλαβαίνει ο αποστερημένος από τα ίδια του τα όργανα ο καταδικασμένος από την καταδίκη του ενάντια στον Αχρείο δράστη του εγκλήματος τον βγαλμένο από του εαυτού του τα κελιά. Κι έτσι κυνηγάει απ’ έξω του, ο αυτουργός, τον ίσκιο του κακού που δεν το συλλαμβάνει μέσα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: