ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Τη γυναίκα αυτή τη συνάντησε για πρώτη φορά στο όνειρο ενός άλλου (μια Λέξη, Πανάκεια Σύμπαντος)


Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες ψυχές προοπτικές που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια: ΚΑΠΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ (μια τέτοια γυναίκα):

Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες ψυχές προοπτικές που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια! Έτσι, δεν θα αργήσει να έλθει μία εποχή, κατά την οποία ο κάθε Αχιλλέας, ο κάθε Ιάσων θα είναι δέσμιοι, ενώ θα είναι ελεύθεροι στους πέντε δρόμους οι τέσσερις άνεμοι στις διαταγές του πρώτου τυχόντος Οδυσσέα. Οι δρόμοι αυτοί είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Επειδή, βέβαια, ο περίπλους γύρω από ένα σώμα λείο γυμνό τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο… ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο εωσότου ο κόλπος όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί! Έτσι, η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος!

Τη γυναίκα αυτή τη συνάντησε για πρώτη φορά στο όνειρο ενός άλλου. Πάλεψε μαζί της μέχρι εσχάτων. Στο γυρισμό ένα απόγευμα απ’ το πεδίο της μάχης είδε πως είχε παλέψει μ’ ένα τέρας ψεύτικο μ’ ένα όραμα.  Πήγε σ’ ένα μεγάλο εμπειρικό φιλόσοφο για να ξορκιστεί. Φεύγοντας από το σπίτι του μάγου συνάντησε τον εαυτό του. Ήταν ντυμένος άψογα απαράλλαχτα όπως χτες, με τα ρούχα της δουλειάς: αξίνα στο δεξί του χέρι, φτυάρι στον ώμο και βιβλίο στο αριστερό – δισάκι στη μέση. Προχωρούσε με μάτια ορθάνοιχτα σαν υπνοβάτης προς την υποτιθέμενη υποσυνείδητη ευτυχία του μηδενός που τη γνώριζε από παιδί, στο πρόσωπο μιας μικρής γειτόνισσας του. Το ανάστημά του δεν ξεπερνούσε τους ψηλότερους θάμνους του κήπου του παππού της. Από τότε του γυρεύανε διάφορες αφορμές οι εργένηδες. Τις σημείωνε όλες σ’ ένα σημειωματάριο γιατί είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να τους εκδικηθεί μια μέρα όταν θα δημοσιεύονταν τα γεγονότα ή τα λόγια. Τώρα ερχόταν η σειρά του άλλου να κάνει το κομμάτι του. Θα τ’ ανεχόταν ως ένα σημείο.  Από κει και πέρα θα πατούσε το φρένο της συνείδησής του ως το πάτο. Δεν θα ’ταν υπεύθυνος για τα κεφάλια που θα ’πεφταν ούτε για τους πανηγυρικούς που θα ’βγαζαν πιστεύοντας κάθε λέξη οι νικητές της ημέρας. Το σούρουπο όταν όλα θα χαμήλωναν, οι φωνές, το φως τα στόρια και τα βλέφαρα και τα σπουργίτια, θα έστελνε στο διάβολο ένα μπουκέτο μενεξέδες, θα έστελνε στο διάβολο τις παρέες, τα χαρτιά και τα συμβεβηκότα της ημέρας. Θα ήταν επιτέλους ελεύθερος από την ύπουλη κηδεμονία της ηθικής πυξίδας. Θα έκανε ό,τι του κατέβαινε. Όταν ξύπνησε μέσα στην πολυθρόνα του παρόντος, του είχε κλέψει το πορτοφόλι του κάποια γυναίκα που τον είχε φιλήσει στο στόμα την ώρα που κοιμόταν. Αργότερα στο καθρέπτη του σπιτιού του είδε τα κοκκινάδια της πάνω στα χείλη του διαπιστώνοντας κι αυτός το αδιαφιλονίκητο του συμβάντος. Δεν είχε φυσικά κανένα λόγο να δώσει σημασία σε υπερφυσικές ερμηνείες όταν όλα θα μπορούσαν να εξηγηθούν μ’ ένα απλό: πώς είπατε παρακαλώ;

Το στερεό χρώμα μιας τέτοιας γυναίκας είναι ο πλούτος της. Είναι το πλάτος της είναι η χαραμάδα της. Ανάλαφρες κνήμες πλέανε ανάσκελες μες στο δωμάτιο, παραδινόντουσαν όλες δωρεάν στο πρώτο μάτι που τις έβλεπε. Είμαι ένα δένδρο αλλά αντίς για φύλλα έχω νύχια, που μεγαλώνουν και τρυπούν τον ουρανό! Όπου τον αγγίζουν γίνεται μαύρος και άραχνος, τα μαλλιά του είναι μακριά αλλά κόκκινα. Αγκαλιάζουν μια στεριά από κόκαλο σαν ποτάμι. Τα μαλλιά μου είναι μιας μικρόβιας θάλασσας το μυστικό, και του καλού σφυριού το σταθερό κοπάνημα. Είμαι όπως ο πανικός αλλά δεν σκορπίζομαι στον αέρα. Τώρα είμαι σαν μια στραγγαλισμένη αχτίδα. Ήμουν βουνό τώρα είμαι το χρήμα μιας μικρής κλωστής. Βγαίνω από μια πελώρια γυάλα δέκα μέτρα ύψος και μπαίνω σ’ ένα συναξάρι όπου κλείνομαι όπως η σκόνη. Γίνομαι γνώμη το βράδυ γύρω απ’ τη φωτιά, τρίψιμο στο νιπτήρα μιας ιδέας που ξίνισε, μια γλώσσα που κελαρύζει, μια πεταλούδα φόνισσα. Αλλά στο βάθος είμαι ένα πηγάδι που ντρέπεται, ένα χέρι από χαρτί, μια φωνή που καθρεπτίζεται, ένα κρεβάτι ανθρώπινο ένα κοπάδι πόδια


(ΠΗΓΗ: σκόρπια αποσπάσματα από το βιβλίο ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ του Νάνου Βαλαωρίτη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: