Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΜΑΣ ΠΛΕΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΤΟΥΣ (στην όψι τους ανταύγειες των ελπίδων μας)


Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
Η γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Το πάθος του γυπαετού για τ’ άσπρο περιστέρι είναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λιώνουν οι πάγοι τραγουδάνε στις κοιλάδες
Τα νερά μας μεθούν, οι κόρες των ματιών μας
Άλλες ξανθές κι άλλες μελαχρινές:  έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας, έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
Κι εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Οι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Τα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων χρόνων
Τα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Μεσ’ στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι, τα πουλιάΚαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεωςΚαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες κι οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα[ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΡΦΥΡΑΣ από την ενότητα ΟΙ ΣΠΟΝΔΥΛΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ στη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΕΝΔΟΧΩΡΑ
]



Ο ΨΙΘΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΗΛΕΒΟΑ
Η τροχαλία που μας ανεβάζει είναι φιλντισένια
Το φως παίζει με τους σπάγκους της
Λυσίκομος η θάλασσα πλέει στον αφρό της
Τα πετράδια που φορεί στα δάχτυλά της είναι πολύχρωμα
Και στάζουν ένα-ένα μεσ’ στα κύματα
Που παίρνουν προς στιγμή τα χρώματα των πετραδιών που πέφτουν
Στην τροχιά του λευκού υπερωκεανίου
Στη γέφυρά του στοιβάζουν χιόνι από σταβέντο
Από την άλλη πλευρά οι ναύτες συσσωρεύουνε σαπφείρους
Κι αναρριπίζουν οι θερμασταί με φτερά φασιανών τις φωτιές στο στόκολο
Το υπερωκεάνιον αυτό έχει τριάντα βάρκες
Είναι γιομάτες από πληθυσμούς μιας κοραλλένιας χερσονήσου
Οι κάτοικοι της κάθε βάρκας κρατούν ένα κουπί
Και παρουσιάζουν ένα σύνολο αρμονικά μυστηριώδες
Όπου υπερισχύει το γυναικείο φύλο
Το υπερωκεάνιον αυτό έχει τριάντα θηριοδαμαστάς
Κι ένα μικρό ιππόδρομο όπου τρέχουν ιππάρια με ραβδώσεις
Και συγκρίνουν τις ραβδώσεις τους με τις ραβδώσεις των ζεμπρών
Το υπερωκεάνιον αυτό πορεύεται πέντε-έξη χρόνια
Το υπερωκεάνιον αυτό είναι το βήμα ενός ξανθού ποντοπόρου
Που βρίσκεται τώρα στην ακμή της ηλικίας του
Οι πόλεμοι τον έχουν αφήσει άτρωτο
Οι πόλεμοι τον έκαναν να τους μισήσει
Στα χέρια του κρατά ένα φιαλίδιον
Γιομάτο λάδι της μηχανής

ΥΠΕΡΚΕΙΜΕΝΗ
Η ημέρα σήμερα είναι γαλάζια
Τα φύλλα της είναι πράσινα
Τα τριαντάφυλλά της είναι κίτρινα
Τα νύχια της κατακόκκινα
Στον άνεμό της πλαταγίζουν οι σημαίες των μπαλκονιών
Στα μπαλκόνια λύνουν τα μαλλιά τους οι χθεσινές εσπερίδες
Οι ερασταί τους ριγούν
Τα βραχιόλια τους είναι σαν λέξεις στιλπνές
Σαν αυτές που προφέρουν οι εσπερίδες στον ύπνο τους
Κανείς ακόμα δεν κατόρθωσε να τις δαμάσει
Είναι ωραίες και λάμπουν σαν τον ήλιο
Είναι ωραίες και λάμπουν στο σκότος
Η σκοτοδίνη δεν τις τρομάζει
Γύρω απ’ τα χείλη που τις προφέρουν αναπηδούν αναλαμπές
Άνθρωποι σκοτεινοί διαξιφίζονται στον άνεμο ποιος να τις πρωτοπάρει
Οι δρόμοι είναι γιομάτοι σπίτια
Τα σπίτια είναι γιομάτα ανθρώπους που παρακολουθούν εναγωνίως τους διαξιφιζομένους
Οι διαξιφιζόμενοι χαιρετούν τον Καίσαρα
Αίφνης ένας τρυπά τον πέπλο της νυκτός
Και η μέρα πηδά στον άμμο
Όλοι την παρακολουθούν
Όλοι την ικετεύουν
Όλοι την ονομάζουν Σήμερα
Ήμερα κοπάδια την ακολουθούν και τα μάτια της είναι γαλάζια.


ΕΝΟΡΑΣΙ ΤΩΝ ΠΡΩΙΝΩΝ ΩΡΩΝ
Η φυσική ροπή
Το περιστέρι των παλμών την διαδίδει
Τρέχουν παντοτινά τα δάκρυα των ποταμών
Είναι τα δάκρυα της χαράς που δεν στεγάζονται
Είναι οι λίμνες που δεν κατώκησαν πάλαι ποτέ λελέκια πάλλευκα
Κανείς γαρμπής δεν εμφωλεύει στα ζαχαροκάλαμα
Κι αν πέφτει κάποτε μια τουφεκιά σηκώνονται τα σύννεφα
Και υψώνονται σε στρώματα αραιότερα
Εκεί που απλώνουν τα πανιά τους οι κορβέττες
Κάτω στη γη μια σκιά γυρεύει το χαμένο σώμα της
Το κλίμα της κοιλάδος που της το ’κλεψε
Πυκνώνει την ομίχλη που το κρύβει
Οι θησαυροί της λίμνης ανησυχούν κι ανατριχιάζουν
Τα φύκια και τα στοιχειώδη πλάσματα τρέχουνε στον πυθμένα
Μια μέδουσα κλαίει την χθεσινή διαφάνεια της λίμνης
Που θα ξανάρθει με το πρώτο πυροφάνι
Πριν χειμωνιάσει ο καιρός
Πριν καν σκεφτεί κανείς ν’ ανάψει το φανάρι
Κάτω απ’ το οποίο σκέπτεται το μέλλον της μια κατάξανθη γυναίκα
Ο φαροφύλακας σκύβει στα χείλη της και τα φιλεί
Όμως φιλούν τις συμπληγάδες των οι ποντοπόροι

ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ
Ω οι μαστοί της νεότητος
Ω τα πελιδνά νερά των συκοφάγων
Τα καλντερίμια αντηχούν από τα βήματα των πρωινών ανθρώπων
Άλικα αλκής με τ’ άλικα δένδρα σου
Η νεότης διαισθάνεται τη σημασία σου
Αναθρώσκει ήδη στας παρυφάς σου
Θύσανοι πουπουλένιοι σκιρτούν ανάμεσα στα στήθη των νεανίδων
Που περπατούν ημίγυμνες μεσ’ στα δρομάκια σου
Η κόρη τους είναι ωραιότερη από του Αβεσαλώμ
Το κεχριμπάρι στάζει ανάμεσα στους βοστρύχους
Και οι μελαχρινές κρατούνε φύλλα εβένου
Τα βήματά τους τα οσφραίνονται κουνάβια
Το δάσος συγκινείται
Το δάσος είναι μυρμηκιά με λεγεώνες λογχοφόρων
Εδώ και οι κορυδαλλοί γυμνώνονται απ’ τις σκιές τους
Οι τροχιόδρομοι δεν ακούγονται
Η ημέρα αναστενάζει
Μια κόρη της πολύ μικρή παίζει με τους μαστούς της
Κανένας κόλαφος δεν ισχύει
Μόνο μια έλαφος περνά κρατώντας μεσ’ στο στόμα της
Τα τρία κεράσια που βρήκε ανάμεσα στα στήθη της νεότητος
Το βράδυ εδώ είναι θερμό
Τα δένδρα περιτυλίσσονται στη σιγαλιά τους
Βράχοι σιγής πέφτουν αργά και που μέσα στο ξέφωτο
Όπως το φως πριν γίνει μέρα.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΕΝΔΟΧΩΡΑ, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων… Κι ένα κορίτσι στο παράθυρο δίνει κρυφά τα στήθη της στα περιστέρια… Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δε χάνεται, μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων, νεσ’ στα γαλάζια βλέφαρα και τη λευκή το μπλούζα που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός… Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως… Προστρέχουν πάντα τα νερά, τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά!.. Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια. Βόλια χαράς σφυρίζουν μεσ’ στα φύλλα, είναι τα μήλα κόκκινα κι ένας διαβάτης κόβει μερικά!.. Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα… Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στον χρόνο, μιας εποχής τρανής γαλανομάτας, με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της… ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ στην Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδόσεις Γαλαξία πρώτη έκδοση 1945]


Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΔΩ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΚΕΙ ΑΙΝΙΓΜΑ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι
Το χέρι σου έφευγε με το νερό
Να στρώσει νυφικό το πέλαγος
Το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό.

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
Πλέανε πλάι στο όνομά σου
Σκίζοντας  τ’ ανθισμένα κύματα
Κάτω μπατέρναν τα λευκά πανιά
Σ’ απανωτές σπιλιάδες γρέγου.

Μ’ άσπρα τριανταφυλλαγκάθια
Έραβες φιόγκους προσμονής
Για τα μαλλιά των λόφων της αγάπης σου
Έλεγες: Η χτενίστρα του φωτός
Είναι πηγή στη γη που διασκεδάζει.

Κλέφτρα σαΐτα σκάνταλο του γέλιου
Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας
Μέσ’ απ’ τα δένδρα πείραζες τις ρίζες
Άνοιγες τα χωνάκια του νερού
Ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα.

Ή πάλι νύχτα μ’ άσωτα βιολιά
Μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους
κρυφομιλούσες με μια μάγισσα
Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.

Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι.
(ένατο απόσπασμα από τη συλλογή  του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, Εκδόσεις Ίκαρος 1974 και άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στον πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη που κοσμούσε την πρώτη έκδοση)


ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΓΡΑΤΣΟΥΝΙΣΜΕΝΟ ΓΟΝΑΤΟ (10ο απόσπασμα από το ΗΛΙΟ το ΠΡΩΤΟ του Οδυσσέα Ελύτη):
Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο
Ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες
Μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού
Αδελφάκι του σύννεφου!

Κοντά σου είδες ν’ ασπρίζει ένα βρεμένο βότσαλο
Άκουσες να σφυρίζει ένα καλάμι
Τα πιο γυμνά τοπία που γνώρισες
Τα πιο χρωματιστά
Βαθιά-βαθιά ο αστείος περίπατος του σπάρου
Ψηλά-ψηλά της εκκλησίτσας το καπέλο
Και πέρα-πέρα ένα βαπόρι με φουγάρα κόκκινα.

Είδες το κύμα των φυτών όπου έπαιρνε η πάχνη
Το πρωινό λουτρό της το φύλλο της φραγκοσυκιάς
Το γεφυράκι στη στροφή του δρόμου
Αλλά και τ’ αγριοχαμόγελο
Σε μεγάλους χτύπους δένδρων
Σε μεγάλα λιοστάσια παντρειάς
Εκεί που στάζουν από τα ζουμπούλια δάκρυα
Εκεί που ανοίγει ο αχινός τους γρίφους του νερού
Εκεί που τ’ άστρα προμηνούν τη θύελλα.

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Χαϊμαλί τρελό σαγόνι πεισματάρικο
παντελονάκι αέρινο
Στήθος του βράχου κρίνο του νερού
Μορτάκι του άσπρου σύννεφου!

ΝΑΥΤΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΟΥ  (11ο απόσπασμα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, Εκδόσεις Ίκαρος 1974)
Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλια
με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα
Σκαλώνει μεσ’ στα σύννεφα
Πατάει τα φύκια τ’ ουρανού,
Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της
Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας
Άγγελοι! Σία τα κουπιά
Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!

Κάτω στη γη πώς καμαρώνει το αρχοντολόι του περιβολιού!
Όταν γυρίζει ο αλάδανος το αχτένιστο κεφάλι του
Οι χαβούζες ξεχειλίζουνε
Κι η Ευαγγελίστρια μπαίνει
Γυμνή σταλάζοντας αφρούς με αστερία στο μέτωπο
Με αγέρι μοσχοκάρφης στα λυτά μαλλιά
Κι ένα καβούρι που τρικλίζει ακόμη στον ηλιοκαμένον ώμο της!

Νονά των άσπρων μου πουλιών
Γοργόνα Ευαγγελίστρια μου!
Τι μπάλες  θαλασσιά γαρούφαλλα ρίχνουν στο μώλο τα κανόνια σου
Πόσες αρμάδες κοχυλιών βουλιάζουνε οι φωτιές σου
Και πώς λυγάς τις φοινικιές όταν τρελαίνεται ο γαρμπής
Και σούρνει άμμους και βότσαλα!

Περνάν οι ελπίδες μεσ’ στα μάτια της
Με βάρκες από σουπιοκόκκαλο
Στα τρία δελφίνια που χοροπηδούν
Πίσω της φλοκωτές παντιέρες ανεμίζουνε!
-Αχ με τι βιόλες με τι πασχαλιές
Θα κάρφωνα έλεος μιαν ευχή στα στήθια σου
Να όριζες άλλο ριζικό μου εμένα!
Δεν την αντέχω τη στεριά
Δεν με βαστάνε οι νεραντζιές
Δώσε να πάω για τ’ ανοιχτά  με μπαλωθιές και σήμαντρα!

Γρήγορα Παναγιά μου γρήγορα
Κιόλας ακούω τραχιά φωνή ψηλά πάνω από τις ντάπιες
Χτυπάει χτυπάει στις χάλκινες αμπάρες
Χτυπάει χτυπάει κι αντρειεύεται
Στράφτουν σαν ήλιοι τα τσαπράζια της
Αχ και προστάζει –δεν ακούς;-
Αχ και προστάζει: η Μπουμπυλίνα!

Κι η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά
Το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει!
-Ναι βρε κεφάλι αγύριστο
Ναι, βρε ναυτάκι του περιβολιού
Στον ύπνο σου προσμένουν τρία τρικάταρτα!

Τώρα με ψάθα γυριστή και με σαντάλια κόκκινα
Μ’ ένα σουγιά στο χέρι
Πάει το ναυτάκι του περιβολιού
Κόβει τα κίτρινα σκοινιά
Λασκάρει τα’ άσπρα σύννεφα
Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της
Μπαρούτι σκάει στα όνειρα
Λαμπρή στα φύκια του ουρανού!

ΑΝΕΜΟΙ ΞΥΠΟΛΥΤΟΙ ΑΝΕΜΟΙ (12ο απόσπασμα)
Μισοβουλιαγμένες βάρκες
Ξύλα που πρήζονται με απόλαυση
Άνεμοι ξυπόλητοι άνεμοι
Στα σοκάκια που κουφάθηκαν
Πέτρινοι κατήφοροι
Ο μουγκός ο τρελός
Η μισοχτισμένη ελπίδα.

Μεγάλα νέα καμπάνες
Στις αυλές άσπρες μπουγάδες
Στις παραλίες οι σκελετοί
Μπογιές κατράμι νέχφτι
Ετοιμασίες της Παναγίας
Που για να γιορτάσει ελπίζει
Άσπρα πανιά και γαλανές σημαιούλες.

Κι εσύ στα πάνω περιβόλια
Κτήνος της αγριαχλαδιάς
Λιγνό άγουρο αγόρι
Ο ήλιος ανάμεσα στα σκέλια σου
Να παίρνει μυρωδιά
Κι η κοπελίτσα στην αντικρινή στεριά
Να σιγοκαίγεται απ’ τις ορτανσίες.

ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ  (13ο απόσπασμα)
Αυτός ο αγέρας που χαζεύει μεσ’ στις κυδωνιές
Το ζουζούνι αυτό που πιπιλάει τα κλήματα
Η πέτρα που ο σκορπιός φοράει κατάσαρκα
Κι αυτές οι θημωνιές μέσα στ’ αλώνια
Που καμώνουνται το γίγα σε μωρά παιδιά ξυπόλητα

Οι ζωγραφιές του ανάστα ο Θεός
Στον τοίχο που έξυσαν τα πεύκα με τα δάχτυλά τους
Ο ασβέστης που βαστάει στη ράχη του τα μεσημέρια
Και τα τζιτζίκια τα τζιτζίκια μεσ’ στ’ αυτιά των δένδρων.
Μεγάλο καλοκαίρι από κιμωλία
Μεγάλο καλοκαίρι από φελλό
Τα κόκκινα πανιά λοξά στα σαγανάκια
Στον πάτο ζώα κατάξανθα σφουγγάρια
Των βράχων φυσαρμόνικες
Πέρκες από τις δαχτυλιές ακόμη του κακού ψαρά
Ξέρες περήφανες στις πετονιές του ήλιου.

Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμε εμείς.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΚΑΛΗ ΓΕΝΙΑ (14ο απόσπασμα από τον ΗΛΙΟ τον ΠΡΩΤΟ του Οδυσσέα Ελύτη)
Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες

Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια
Μια πεταλούδα πέταξε απ’ τα στήθια μας
Ήτανε πιο λευκή
Απ’ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές
Πως δεν θυμότανε καθόλου τα σκουλήκια έσερνε.

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω-τριγύρω:

Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας, λέγε μας τη ζωή.

Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ’ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό το ’χουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε

Είμαστε από καλή γενιά

ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΠΑΝΙΑ ΟΠΟΥ ΚΟΛΠΩΝΕΙ Ο ΑΕΤΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ  (15ο απόσπασμα)
Χύσε φωτιά στο λάδι
Και φωτιά στο στήθος
Δεν είναι φρόνιμη γωνιά η παλαίστρα της ψυχής
Η τύχη παίρνει ένα παράξενο ύφος ηλιομάντισσας
Χορεύει για την άνοιξη
Κι η ζάλη του Μαγιού στης φουσκοθαλασσιάς τα χαμομήλια
Σκίζει το χρόνο ανοίγει διάπλατα τα φύλλα των δρυμών
Τόσο που η καρδιά του επαίτη σφίγγεται
Τα ρόδα που πετούν αγκάθια για τους χορτασμένους
Τα ρόδα που μυρίζουν αιωνιότητα
Τα ρόδα του κρύβουνε στις ίνες
Έντιμο αίμα που ζητάει εκδίκηση.

Χύσε φωτιά στο λάδι
Λόγχισε το βαρύ έγκυο νέφος
Όπου λουφάζει ο μόχτος της βροχής
Η αμυγδαλιά πλυμένη ανοίγεται αντιλάμποντας
Τα παιδιά ξαχύνονται στους κάμπους
Οι φωνές τους δεν είναι πια κουρέλια
Είναι πολύχρωμα πανιά όπου κολπώνει ο αετός τη νίκη του.

Η ΠΟΝΤΟΘΩΡΗΤΗ ΠΑΡΘΕΝΑ ΕΛΠΙΔΑ (16ο απόσπασμα από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, Εκδόσεις Ίκαρος 1974)
Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβει η νύχτα την ηλεκτρική σου οδύνη
Βλέπω το δένδρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να την δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχθούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ’ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και προχωράμε!

ΜΗΤΕ ΧΑΡΑΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ (17ο απόσπασμα)
Έπαιξα με το χιόνι του Χελμού
Μαύρισα μεσ’ στης Λέσβος τους ελαιώνες
Έριξα βότσαλα λευκά σε μια Μυρτώα θάλασσα
Έπλεξα πράσινα μαλλιά στης Αιτωλίας τη ράχη.

Τόποι που με του φεγγαριού το αλησμονάνθι
Και με του ήλιου τους χυμούς με θρέψατε
Σήμερα ονειρεύομαι για σας
Μάτια που να σας συντροφέψουν μ’ ένα φως καλύτερο.

Μάτια για ένα περίπατο καλύτερο
Οι νυχτιές χαλκεύουνε στα έγκατά σας
Ζωγραφιές ηράκλειες.
Εκείνος που θα βγει να πει: ορίζω τη ζωή
Δίχως ν’ αστροπελεκιστεί απ’ το θάνατο
Εκείνος που σε μια φουχτιά καθάριου αγέρα
Θα πει να γεννηθεί γυμνό ένα ρόδο
Και θα γεννηθεί
Εκείνος θα ’χει μεσ’ στα στήθια του εκατό αιώνες
Μα θα είναι νέος
Νέος ωσάν φωνούλα νιόκοπου νερού
Που χύνεται απ’ την πλευρά της μέρας
Νέος ωσάν βλαστάρι απείραχτου κλαδιού
Νέος χωρίς ρυτίδα γης μήτε ουρανού σκιά
Μήτε χαράς αμαρτωλού ευφροσύνη

Ψηλά μ’ έναν πυρσό από στάχια η λεβεντιά προχωρεί μεσ’ στα κύματα και τραγουδάει (18ο απόσπασμα από τον ΗΛΙΟ τον ΠΡΩΤΟ του Οδυσσέα Ελύτη):
Ω παιδιά που με νιώθετε – πατριωτάκια του ήλιου
Με βέργες και παράξενα πουλιά στα χέρια
Με χλοερές καρδιές και μάτια καθαρά
Που ακούτε από τις παραλίες την ανατολή να βουίζει
Ζεσταίνοντας στην αγκαλιά σας ένα φως απέραντο
Από την άκρη του ουρανού ως το βάθος της καρδιάς
Με πείσμα πορφυρό – πατριωτάκια του ήλιου
Που λέτε: ο μόνος δρόμος είναι η ανατολή!

Της ελιάς και της συκιάς και του κυπαρισσιού
Των αμπελιών των ξεροπόταμων και των μεγάλων τρούλων
Η γη ακουμπάει από τη μια μεριά στην όχθη των ονείρων σας
Ακούστε με είμαι από τους δικούς σας δώστε μου ένα χέρι
Που ν’ αγαπάει μεμιάς να κόβει τα ολόκληρα όνειρα
Να κολυμπάει ελεύθερα στα νιάτα των νεφών.

Η γη μιλάει κι ακούγεται απ’ το ρίγος των ματιών

[ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ λέξεων από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη: ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, όπου καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους τ’ ουρανού και πίσω από όλα χαμογελάς και ξαναβρίσκεις την αθάνατή σου ώρα… Έτσι, του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά, τώρα χαμογελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες. Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή την περιλούσει με ιαχές θριάμβου


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

ΓΕΡΟΝΤΑ ΩΚΕΑΝΕ, ΣΕ ΧΑΙΡΕΤΩ… (αποσπάσματα από το ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ του ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ: ο Ωκεανός ή η Ανθρώπινη Καρδιά; Ποιο απ’ τα δυο είναι το βαθύτερο, το πιο απρόσιτο, το πιο απροσπέλαστο, το πιο μυστήριο;)


Έχω σκοπό, δίχως την παραμικρή συγκίνηση, ν’ απαγγείλω μεγαλόφωνα το ψυχρό και σοβαρό ποίημα που πρόκειται ν’ ακούσετε. Εσείς πάλι, προσέξτε τι περιέχει και φυλαχτήτε από τη θλιβερή εντύπωση, που δεν μπορεί να μην προκαλέσει, όμοια με αισχρή κηλίδα, μέσα στις ταραγμένες σας φαντασίες. Μην πάει και βάλετε με το νου σας πως τούτη τη στιγμή βρίσκομαι στο κατώφλι του θανάτου: όχι, δεν βρυκολάκιασα ακόμη, και τα γεράματα δεν μου ’χουν κολλήσει στο μέτωπο. Ας παραμερίσουμε, συνεπώς, κάθε ιδέα παραβολής με τον κύκνο, τη στιγμή που η ζωή τον αφήνει, και μη βλέπετε μπροστά σας παρά ένα τέρας, όπου ευτυχώς δεν είναι δυνατόν ν’ αντικρούσετε τη μούρη του, αν και τούτη η μούρη είναι λιγότερο φριχτή από την ψυχή του. Μολοταύτα, δεν είμαι κακούργος… Όμως, αρκετά επ’ αυτού του θέματος. Δεν πάει καιρός που ξαναείδα τη θάλασσα, που περπάτησα στα καταστρώματα των καραβιών της, και οι θύμησές μου είναι ζωντανές σαν χτες μόλις ναν την είχα εγκαταλείψει. Πρέπει όμως να μείνετε, όσο το καταφέρνετε βέβαια, ατάραχοι και ψύχραιμοι όπως κι εγώ, κατά τη διάρκεια αυτού του αναγνώσματος που σας προσφέρω (αν κι αρχίνισα από τώρα να το μετανιώνω), και μην ερυθριάσετε με τη σκέψη του τι είναι η ανθρώπινη καρδιά. Ω, χταπόδι με το μεταξένιο βλέμμα!.. Εσύ που η ψυχή σου είναι η αχώριστη της ψυχής μου, εσύ ο ωραιότερος κάτοικος της γήινης σφαίρας, που εξουσιάζεις ένα χαρέμι με τετρακόσιες βυζάχτρες, εσύ που μέσα σου κατοικοεδρεύουν ευγενικά, σα στη φυσικιά της κατοικία, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, μ’ αδιάρρηκτους δεσμούς, η γλυκιά μεταδοτική αρετή και οι θείες χάριτες, γιατί να μη είσαι μαζί μου, η υδραργυρένια σου κοιλιά πάνω στο στήθος μου, τ’ αλουμινένιο, καθισμένοι κι οι δυο σε κανά βράχο στ’ ακρογιάλι, ν’ ατενίζουμε το θέαμα που λατρεύω!
Γέροντα Ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα, μοιάζεις, τηρουμένων των αναλογιών, στα γαλάζια σημάδια που βλέπουμε στις ξυλοφορτωμένες πλάτες των μούτσων. Είσαι μια τεράστια γαλάζια εκχύμωσις πάνω στο κορμί της γης. Μ’ αρέσει αυτή η παρομοίωσις. Έτσι, με την πρώτη ματιά που σου ρίχνουν, μια μακρόσυρτη αύρα θλίψεως, σαν το μουρμουρητό που κάμει το υπέροχο αεράκι, περνά αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στις βαθιά συγκινημένες ψυχές, και ξεπερνάει στη μνήμη των εραστών, δίχως να γίνεται πάντα καλά-καλά αντιληπτό πώς, τα σκληρά ξεκινήματα τ’ ανθρώπου όταν πρωτογνωρίζεται με την οδύνη, που δεν τον αποχωρίζεται πια ποτέ. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!
Γέροντα Ωκεανέ, τ’ αρμονικό σφαιρικό σου σχήμα, που χαροποιεί τη σκοτεινή μορφή της γεωμετρίας, που παραθυμίζει τα μικρούλικα μάτια των ανθρώπων, ίδια με τα μικρά μάτια τ’ αγριόχοιρου στο μέγεθος, και με τα μάτια των νυχτοβίων πουλιών, για την κυκλική αρτιότητα του περιγράμματος. Όμως ο άνθρωπος, καθ’ όλην τη διάρκεια των αιώνων, δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό του έμορφο. Εγώ υποθέτω, μάλλον, ότι δεν το πιστεύει παρά μόνο από υπερηφάνεια. Πραγματικά δεν είναι διόλου ωραίος και μου φαίνεται πως το ’χει πάρει μάλιστα χαμπάρι. Διαφορετικά, γιατί θα κοίταζε το πρόσωπο των ομοίων του με τέτοια περιφρόνηση; Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!Γέροντα Ωκεανέ, είσαι το σύμβολο της μονιμότητας: πάντα, ατέλειωτα, μένεις ο ίδιος. Δεν αλλάζεις ποτέ σημαντικά, κι αν κάποτες, εδώ να πούμε, είναι τα κύματά σου αγριεμένα, κάπου αλλού, πιο πέρα, είναι τελείως ήσυχα. Δεν είσαι σαν τον άνθρωπο, που σταματά στο δρόμο να χαζέψει δυο κοπρόσκυλα που αρπαχτήκανε απ’ τα λαρύγγια και δε στέκεται ούτε στιγμή όταν τύχει και περνά κηδεία. Που το πρωί είναι ήσυχος και το βράδυ πνιγμένος στη γρουσουζιά, που γελά σήμερα κι αύριο κλαίει. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!
Γέροντα Ωκεανέ, δεν είναι απίθανο να κρύβεις μέσα σου καινούργια χρήσιμα δώρα, που προορίζεις για τον άνθρωπο. Του έδωσες ήδη τη φάλαινα. Δεν αφήνεις εύκολα, τ’ άπληστα μάτια των φυσικών επιστημών ν’ ανακαλύψουν τα χίλια μυστικά της κρυφής σου κατάρτισης: είσαι σεμνός. Ο άνθρωπος όμως κοκορεύεται συνεχώς, γι’ ανάξιες μικροσαχλαμάρες. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!
Γέροντα Ωκεανέ, οι άμετρες ποικιλίες που κρατάς μέσα σου δεν ορκιστήκανε αιώνια αδελφοσύνη συναμεταξύ τους. Κάθε είδος ζει χωριστά απ’ το άλλο. Οι χαρακτήρες και οι κράσεις, που διαφέρουν ανάλογα την οικογένεια, εξηγούν, με τρόπο ικανοποιητικό, αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται για ανωμαλία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο, που αυτός όμως δεν δικαιολογείται. Ένα κομμάτι γης το κατοικούν τριάντα εκατομμύρια ψυχές, κι αυτοί δεν εννοούνε να έχουν σχέση με τους γειτόνους τους, που είναι ριζωμένοι στο αμέσως επόμενο κομμάτι γης. Από το μεγάλο ίσαμε το μικρό, καθένας ζει σαν αγριάνθρωπος, μεσ’ στον κρυψώνα του, και δε βγαίνει παρά πολύ σπάνια, για να δει τι γίνονται οι όμοιοί του, κι αυτοί ζαρωμένοι μέσα στο λαγούμι τους. Η μεγάλη παγκόσμιος οικογένεια, τι φαντασιοπληξία, γέννημα της πιο χυδαίας λογικής. Επιπροσθέτως, από τη θέα των πλούσιων μαστών σου προκύπτει η έννοια της αχαριστίας, γιατί αμέσως ο νους πάει στους πολυάριθμους γονιούς αρκούντως αχαρίστους στο Δημιουργό, που εγκαταλείπουν άσπλαχνα τον καρπό του αξιοδάκρυτου ζευγαρώματός τους. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ![αποσπάσματα από τα ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ –εδώ από το Άσμα Πρώτο- του Isidore Ducasse, Conte de Lautreamont σε μετάφραση του Νίκου Εγγονόπουλου – από την τελευταία ενότητα του βιβλίου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 που περιέχει ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ του Νίκου Εγγονόπουλου. Με ΚΛΙΚ στα Κύματα Ωκεανών κι άλλα αποσπάσματα από το ΠΡΩΤΟ ΑΣΜΑ]




ΓΕΡΟΝΤΑ ΩΚΕΑΝΕ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΘΕΙ ΠΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΟΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ ΣΟΥ (αποσπάσματα από το ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ του ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ του Isodore Ducasse, Conte de Laytreamont σε μετάφραση του Νίκου Εγγονόπουλου)
Δεν είναι δυνατό να σε περιβάλει μια μας μονάχα ματιά. Για να σε δουν, πρέπει το βλέμμα να περιστρέφει το τηλεσκόπιο του με μια συνεχή κίνηση, ακριβώς όπως ο μαθηματικός, για να λύσει μια αλγεβρική εξίσωση, αναγκάζεται να εξετάσει διαδοχικά τις δυνατές πιθανές περιπτώσεις, προτού φτάσει στη σωστή λύση. Ο άνθρωπος καταβροχθίζει διάφορες θρεπτικές ουσίες και κάνει προσπάθειες, άξιες καλλιτέρας τύχης, να φαίνεται παχύς. Ας φουσκώνει όσο του γουστάρει, ο αξιέραστος αυτός βαθρακός. Έννοια σου, ωκεανέ, δεν πρόκειται να φτάσει ποτές το μέγεθός σου. Έτσι τουλάχιστον υποθέτω. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ.
Γέροντα Ωκεανέ, τα νερά σου είναι πικρά. Έχουν ακριβώς την ίδια ουσία με τη χολή που χύνει η κριτική στις καλές τέχνες, στις επιστήμες, στα πάντα. Αν κανείς τύχει και είναι μεγαλοφυΐα, τον παρασταίνουν για ηλίθιο, αν κάποιος άλλος έχει ωραίο σώμα, τον θέλουν άθλιο καμπούρη. Αναμφιβόλως πρέπει ο άνθρωπος να αισθάνεται έντονα τις ατέλειες του, για τα τρία τέταρτα των οποίων είναι ο ίδιο υπεύθυνος, που να τις καυτηριάζει με τέτοιον τρόπο. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!

Γέροντα Ωκεανέ, οι άνθρωποι παρά την τελειότητα των ίδιων των μεθόδων δεν καταφέρανε ακόμη, βοηθούμενοι και από τα ερευνητικά μέσα που διαθέτει η επιστήμη, να μετρήσουν το ιλιγγιώδες χάος των βαράθρων σου. Έχεις βάραθρα των οποίων οι βυθομέτρες οι πιο μακριοί, οι πιο βαριοί, αναγνωρίσανε το απροσπέλαστο. Για τα ψάρια… προσιτόν: όχι όμως και για τους ανθρώπους. Συχνά διερωτήθηκα τι ήταν ευκολότερο να ερευνηθεί, το βάθος του ωκεανού ή το βάθος της ανθρώπινης καρδιάς! Συχνά, με την παλάμη στο μέτωπο, ορθός πάνω στα καράβια, ενώ η Σελήνη τραμπάλιζε ακατάστατα ανάμεσα στις σκιές των καταρτιών, αφαιρέθηκα, παραμερίζοντας ό,τι δεν είχε σχέση με το σκοπό μου, και προσπάθησα να λύσω τούτο το δύσκολο πρόβλημα. Ναι, ποιο είναι το βαθύτερο, το πιο απρόσιτο απ’ τα δυο: ο ωκεανός ή η ανθρώπινη καρδιά; Εάν τριάντα χρόνια πείρας στη ζωή μπορούν να βαραίνουν την παλάντζα προς τη μια ή την άλλη λύση, ας μου επιτραπεί να πω ό,τι, παρόλο του το βάθος, δεν είναι δυνατόν ο ωκεανός να παραβληθεί, ως προς αυτή την ιδιότητα, με το βάθος της ανθρώπινης καρδιάς. Είχα σχέση μ’ ανθρώπους ενάρετους. Πεθαίναν στα εξήντα τους χρόνια και κανείς απ’ τους γύρω δεν παρέλειπε ν’ αναφωνήσει: «Να, έκαναν το καλό σ’ αυτή τη γη, δηλαδή υπήρξαν άνθρωποι της αρετής: αυτό ήταν όλο, δεν ήταν και δύσκολο, ο καθείς μπορεί να το κάνει». Ποιος θα καταλάβει ποτέ γιατί δυο εραστές, που λατρεύονταν τη μια μέρα, για μια τιποτένια, μιαν ασήμαντη παρεξηγημένη λεξούλα, χωρίζουν την επομένη, και τραβούν ένας στην Ανατολή κι άλλος στη Δύση, με τ’ αγκάθι του μίσους, της εκδίκησης, του έρωτα και των τύψεων μέσα τους, και δεν ξαναβλέπονται ποτέ, ο καθείς τυλιγμένος στη μονήρη του υπερηφάνεια; Είναι ένα θαύμα που επαναλαμβάνεται καθημερινά και που δεν παύει ποτέ να είναι θαύμα. Ποιος θα καταλάβει ποτέ γιατί υπάρχει μέσα μας χαρά για τις ατυχίες των ομοίων μας, και μάλιστα για τ’ ατυχήματα αγαπητών μας προσώπων, συγκερασμένη βέβαια με την πρέπουσα θλίψη; Κι ένα αναντίρρητο παράδειγμα για να τελειώνουμε: ο άνθρωπος λέει υποκριτικά ναι, κι ενδόμυχα όχι. Γι’ αυτό και τ’ αγριογουρονόπουλα της ανθρωπότητας έχουν τόσην εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο και δεν είναι εγωιστές. Μένουν πολλά ακόμα να λύσει η ψυχολογία. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!

Γέροντα Ωκεανέ, είσαι τόσο δυνατός, που οι άνθρωποι το έμαθαν εις βάρος τους. Μπορούν να εξαντλούν τα πλούτη της εφευρετικότητας τους… αδύνατο να σε δαμάσουν. Βρήκαν το μάστορή τους. Λέω: βρήαν κάτι δυνατότερο απ’ αυτούς. Το κάτι αυτό έχει όνομα. Κι αυτό το όνομα: Ωκεανός! Το δέος που τους εμπνέεις είναι τόσο, που σε σέβονται. Μολοντούτο, τις κάμεις να χοροπηδούν τις πιο βαριές μηχανές τους, με χάρη, κομψότητα κι ευκολία. Τους τινάζεις ίσαμε τα ουράνια και τους καταβαραθρώνεις ίσαμε τον πάτο του βασιλείου σου: ένας τζαμπατζής θα ζήλευε. Ευτυχείς λογίζονται σαν δεν τους κουκουλώνεις, τελειωτικά, μέσα στ’ αφρισμένα σου κύματα, για να ξεκινήσουν, δίχως σιδηροδρομικό συρμό, να παν να μάθουν, μέσα στα υδάτινά σου σπλάχνα πώς τα περνούν τα ψάρια και πώς θα τα περάσουν κι οι ίδιοι. Ο άνθρωπος λέει: «Είμαι πιο έξυπνος από τον Ωκεανό» Πιθανόν, ίσως κι αρκετά σωστό, όμως ο Ωκεανός δεν είναι ολέθριος παρά γι’ αυτόν τον ίδιον τον εαυτό του: όπερ περιττεύει δείξαι. Αυτός ο στοχαστικός πατριάρχης, συγκαιρινός των πρώτων εποχών της αιωρούμενης σφαίρας μας, μειδιά από συμπόνια όταν ατενίζει τις ναυμαχίες που κάνουν τα έθνη. Να μια κατοσταριά θερία που σκάρωσε η ανθρωπότητα με τα χέρια της. Τα εμφαντικά παραγγέλματα των ανωτέρων, οι κραυγές των λανωμένων, οι εκπυρσοκροτήσεις των κανονιών, είναι θόρυβοι που γενήκαν λες για να σκοτώνουν την ώρα. Φαίνεται πως το δράμα τελείωσε κι ο ωκεανός τα κατάπιε όλα στην κοιλιά του. Αυτό το χουνί θα ’ναι τεράστιο. Δίχως άλλο δε θα μετριέται τ’ άνοιγμά του προς τα κάτω, προς τη μεριά τ’ αγνώστου! Και, για κορύφωμα της όλης ηλιθίας παραστάσεως, προβάλλει στη μέση του αιθέρα κάποιο λελέκι, αργοπορημένο απ’ την κούραση, π’ αρχινά να κράζει, δίχως ν’ αλλάξει το ρυθμό των φτερών του : «Βρε!.. μου την έσκασαν! Μα πριν λίγο έβλεπα κάτω μικρά μαύρα σημαδάκια. Ώσπου να κλείσω τα μάτια, και γίναν άφαντα». Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!

Γέροντα Ωκεανέ, μεγάλε εργένη, όταν διαβαίνεις στη μεγαλόπρεπη ερημιά των ψυχρών σου βασιλείων, υπερηφανεύεσαι, με το δίκιο σου, για το άφταστο από του γεννησιμιού σου μεγαλείο και για τα ειλικρινή εγκώμια, που σπεύδω να σου προσφέρω. Λικνιζόμενος ηδονικά με τους απαλούς κραδασμούς του υπέροχου βηματισμού σου, που είναι η πιο μεγαλειώδης από τις χάρες με τις οποίες σε κόσμησε η ανωτέρα Κυριαρχία, ξεδιπλώνεις, μέσα σ’ ένα σκοτεινό μυστήριο, πάνω στην υπέροχη επιφάνειά σου, τ’ ασύγκριτά σου κύματα, με το ήρεμο αίσθημα της αιωνίας δύναμης. Ακολουθεί το ένα το άλλο κύμα, παράλληλα όλα, χωριζόμενα από μικρά διαστήματα. Μόλις ένα πάει να εξουθενωθεί, έρχεται άλλο να το φτάσει ανδρειωμένο, με τη μελαγχολική υπόκρουση του αφρού που λιώνει, για να μας υπενθυμίσει πως τα πάντα αφρός. (Έτσι και τ’ ανθρώπινα όντα, ζωντανά κύματα, πεθαίνουν το ένα πίσω απ’ το άλλο, με τρόπο μονότονο, δίχως αυτόν τον αφρισμένο ήχο). Το διαβατάρικο πουλί αναπαύεται στα κύματα μ’ εμπιστοσύνη κι αφήνεται στο πήγαινε –έλα τους από μιαν υπερήφανη χάρη, ίσαμε τη στιγμή που οι αρματωσιές των φτερών του ξαναβρούν τη συνηθισμένη δύναμη, να συνεχίσουν τον εναέριο νόστο. Θα ποθούσα, το ανθρώπινο μεγαλείο να ήτανε η ενσάρκωση μιας αντανάκλασης του δικού σου. Ζητώ πολλά, κι αυτή η ειλικρινής ευχή είναι προς δόξαν σου. Το ηθικό σου μεγαλείο, εικόνα του απείρου, είναι απέραντο σαν τη σκέψη του φιλοσόφου, σαν τον έρωτα της γυναίκας, σαν τη θεία ομορφιά του πουλιού, σαν τους στοχασμούς του ποιητή. Είσαι ωραιότερος κι από τη νύχτα. Απάντησέ μου, Ωκεανέ, θέλεις να γίνεις αδελφός μου; Τινάξου μ’ αλαζονεία… κι άλλο… κι άλλο ακόμη, α θες να σε ταυτίσω με την Εκδίκηση του Κυρίου. Ξετύλιγε τις μπλάβες νυχάρες σου, ν’ ανοίξεις δρόμο πάνω στα ίδια στήθη… έχει καλώς. Ξετύλιγε τα φοβερά σου κύματα, απαίσιε ωκεανέ, που μόνο εγώ σε καταλαβαίνω, κι όπου σκύφτω μπρος σου, πεσμένος στα γόνατα. Το μεγαλείο ο άνθρωπος το ’χει κλεμμένο: δεν θα μου επιβληθεί ποτέ, εσύ ναι. Αχ! σαν πλησιάζεις, με την κορφή ανασηκωμένη και τρομερή, τριγυρισμένος με τις άπειρες ζαρωματιές, σαν τριγυρισμένος από τους αυλικούς σου, μαγνητίζων κι αγριεμένος, κυλώντας τα νερά σου το ’να πάνω στο άλλο, με τη συνείδηση του τι είσαι, ενώ ξεγλυστρά από τα βάθη του στέρνου σου, α να σε βαρά μια τύψη φριχτή που δεν μπορώ να την ανακαλύψω. Αυτό το αιώνιο μουγκρητό που τόσο τρομάζει τους ανθρώπους, όσο κι αν τ’ ακούνε από εξασφαλισμένο καταφύγιο, τρέμοντας, στ’ ακρογιάλι. Τότες καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ, δεν έχω το δικαίωμα να λέγομαι ισάξιός σου. Γι’ αυτό, μπρος στην υεροχή σου, θα δώσω όλη την αγάπη (και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι ποσότητες αγάπης περιέχουν οι πόθοι μου για το ωραίο), για να κάνεις να σκέφτομαι οδυνηρά τους ομοίους μου, που φτιάχνουν μαζί σου την πιο ειρωνική αντίθεση, την αντίθεση την πιο χοντροειδή που ποτέ είδε η κτίσις: δεν μπορώ να σ’ αγαπήσω, σε μισώ. Όμως γιατί ξαναγυρνώ σε σένα, για χιλιοστή φορά, αναμεσίς στους φιλικούς σου βραχίονες, π’ ανοίγουν, για να χαϊδέψουν το φλογισμένο μέτωπό μου και να εξαλείψουν με τ’ άγγιγμά τους τούς πυρετούς μου; Δεν γνωρίζω το μυστικό σου προορισμό, όμως το κάθε τι που σ’ αφορά μ’ ενδιαφέρει. Πες μου αν είσαι η κατοικία του ηγεμόνος των σκοταδιών. Πες το μου… πες το σ’ εμένα, Ωκεανέ (μόνο σε μένα, για να μην πικραθούνε εκείνοι που δεν έχουν γνωρίσει ίσαμε τώρα παρά μόνο αυταπάτες). Και πες μου αν είναι η ανάσα του Σατανά που δημιουργεί τις τρικυμίες, αυτές που ορθώνουν τα κύματά σου μέχρι τα σύννεφα. Πρέπει να μου το πεις, γιατί θα χαρώ ξέροντας την κόλαση τόσο κοντά στον άνθρωπο. Θέλω αυτή να ’ναι η τελευταία στροφή της επικλήσεώς μου. Συνεπώς, ποθώ άλλη μια φορά να σε χαιρετήσω και να σου πω το ύστερο αντίο! Γέροντα Ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα… Τα μάτια μου πλημμυρίζουν άφθονα δάκρυα και δεν έχω τα – κάτι να συνεχίσω, γιατί καταλαβαίνω πως έφτασε η στιγμή να επιστρέψω ανάμεσα στους ανθρώπους με τη κτηνώδη μορφή. Όμως… κουράγιο! Ας κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια, κι ας εκτελέσουμε, με το αίσθημα του καθήκοντος, τον προορισμό μας επί της πλάνητος γης. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟΤΕΡΟ ΝΑ ΕΡΕΥΝΗΘΕΙ, ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ ή ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ;
Συχνά, με την παλάμη στο μέτωπο, ορθός πάνω στα καράβια, ενώ η Σελήνη, τραμπάλιζε ακατάστατα ανάμεσα στις σκιές των καταρτιών, αφιαρέθηκα, παραμερίζοντας ό,τι δεν είχε σχέση με το σκοπό μου, και προσπάθησα να λύσω τούτο το δύσκολο πρόβλημα. Ναι, ποιο είναι το βαθύτερο, το πιο απρόσιτο, το πιο απροσπέλαστο απ’ τα δυο: ο Ωκεανός ή η Ανθρώπινη Καρδιά; Εάν τριάντα χρόνια πείρας στη ζωή μπορούν να βαραίνουν την παλάντζα προς τη μια ή την άλλη λύση, ας μου επιτραπεί να πω ότι, παρόλο του το βάθος, δεν είναι δυνατόν ο Ωκεανός να παραβληθεί, ως προς αυτήν την ιδιότητα, με το βάθος της ανθρώπινης καρδιάς… Ποιος θα καταλάβει ποτέ γιατί δυο εραστές, που λατρεύονταν τη μια μέρα, για μια τιποτένια, μιαν ασήμαντη παρεξηγημένη λεξούλα, χωρίζουν την επομένη, και τραβούν ο ένας στην Ανατολή κι ο άλλος στη Δύση, με τ’ αγκάθι του μίσους, της εκδίκησης, του έρωτα και των τύψεων μέσα τους, και δεν ξαναβλέπονται ποτέ, ο καθείς τυλιγμένος στη μονήρη του υπερηφάνεια; Είναι ένα θαύμα που επαναλαμβάνεται καθημερινά και που δεν παύει να είναι θαύμα. Ποιος θα καταλάβει ποτέ γιατί υπάρχει μέσα μας χαρά για τις ατυχίες των ομοίων μας, και μάλιστα για τ’ ατυχήματα αγαπητών προσώπων, συγκερασμένη βέβαια με την πρέπουσα θλίψη; Κι ένα αναντίρρητο παράδειγμα για να τελειώνουμε: ο άνθρωπος λέει υποκριτικά ναι, κι ενδόμυχα όχι. Γι’ αυτό και τ’ αγριογουρουνόπουλα της ανθρωπότητας έχουν τόσην εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο και δεν είναι εγωιστές. Μένουν πολλά ακόμη να λύσει η ψυχολγία. Σε χαιρετώ, Γέροντα Ωκεανέ!..
[αποσπάσματα από το ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ του ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ του Isidore Ducasse, Comte de Lautreamont σε μετάφραση Νίκου Εγγονόπουλου]