Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

ΞΕΡΕΙΣ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ Ν’ ΑΛΛΑΖΩ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ


Ο καφές του φαρμάκι. Το ίδιο και το τσιγάρο (τα ήπιες και τα δυο σαν δόση)
Κοίταξε έξω. Έβρεχε.
Ένα ρεμπέτικο δυνάμωνε τη βροχή: «Τρεις σταγόνες δηλητήριο να μου έριχνες απόψε στο πιοτό»
Τράβηξε την ξανθιά Ελένη από τις μασχάλες, και τη σεργιάνισε σ’ όλο του το κορμί.
Ένα χρυσόψαρο κολυμπούσε μες στο κεφάλι της.
Την άφησε στο πάτωμα απότομα. Το νερό χύθηκε. Το χρυσόψαρο σπαρταρούσε.
Μπήκε στο άλλο δωμάτιο να εμφανίσει κάτι φιλμς από την τελευταία παρέλαση. Τον ενδιέφερε μια φωτογραφία: ένας καβαλάρης μ’ ένα μωβ λουλούδι στο στόμα.
Δεν τα κατάφερε όμως στην εμφάνιση.
Έβαλε παραπάνω απ’ το κανονικό φως. Το ’νιωθε. Έχασε τον έλεγχό του.
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννιά.
Έδωσε μια κι άνοιξε όλα τα παράθυρα.
Αρνητικό, θετικό, ο καβαλάρης με το λουλούδι.
Φύγανε όλα.
Γύρισε και τη βρήκε να κεντά το ψόφιο χρυσόψαρο στο στήθος της
 (Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970 – στον τίτλο της ανάρτησης ακροτελεύτιο στιχάκι από τη ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ όπου και η αποστροφή: «Α, Μαρία, τα μάτια σου δυο τεράστιες γαλάζιες αφίσες κολλημένες σ’ ένα γιαπί, κι από κάτω ένα παιδί να δοκιμάζει τη φυσαρμόνικά του]


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Το ρεμπέτικο «Τρεις σταγόνες δηλητήριο να μου έριχνες απόψε στο πιοτό», που μνημονεύεται στους στίχους της ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ, τραγουδισμένο μοναδικά από τη Σωτηρία Μπέλου, εδώ σε μια εκτέλεση από  -Φ. Βελεσιώτου-Λ.Καλημέρη


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Σήμερα είδα την παλιά μου αγάπη
να βάφει τα νύχια της κόκκινα.
 Ανάψαμε τσιγάρο.
Καθίσαμε στο κρεβάτι κοντά στο παράθυρο.
Δεν είπαμε τίποτα.
Δεν μπορούσαμε να πούμε τίποτα.
Γιατί τα τύμπανα παίζανε ξέφρενα
στους δρόμους.
Γιατί οι καλύτεροι φίλοι είναι
στην ξενιτιά και στον στρατό.

Πώς να μιλήσεις όταν όλοι οι στρατοί
του κόσμου έχουν στραμμένα τα όπλα τους
πάνω σου;  

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ
Στη γέφυρα χτυπήσανε τον Κώστα.
Πριν μας αφήσει, είπε: «Να με θάψετε
εδώ για να με πατάνε οι περαστικοί».
Δεν του χαλάσαμε το χατίρι.

Και πρώτοι τον πατήσαμε εμείς.

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩ ΔΕΛΦΩΝ
Μισάνοιχτες ντουλάπες άφησα να κοιτάνε
τους δολοφόνους και πήγα στους Δελφούς.
Ο κουρντισμένος φύλακας έλεγε, έλεγε…
και μασούσε που και που κανένα φύλλο δάφνης.
Η Σφίγγα χαμογελούσε παράξενα στον πλαϊνό που αρχαιολόγο.
Οι ζωοφόροι μπαινόβγαιναν μες στα μάτια σου.
Ο Ηνίοχος ψιθύρισε, κοιτάζοντας αφηρημένα
τη χαίτη των αλόγων του:
-«Κι έπειτα, ξέρετε, είμαι τόσο αφηρημένος.
Ξέχασα στον Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά».
(Χωρίς να ’χει διαβάσει ποτέ Milosz)

Κι η καρδιά του Σικελιανού έδινε τις τελευταίες
οδηγίες στη Σίβυλλα, για τον μεγάλο χρησμό.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Η τελευταία σου γνήσια αναπνοή
έσβησε μες τη φωτιά.
Ύστερα έφυγες μ’ ένα φαύνο.

Άμα σε ξαναδώ, θα σε σκοτώσω
μ’ ένα χαμόγελο.

ΑΓΓΕΛΤΗΡΙΟ
Ήταν διευθυντής σε υπουργείο
Όταν πέθανε, τα παιδιά του
βρήκαμε το γραφείο του γεμάτο ποιήματα.

Το ’χα διαβάσει πριν δύο τρία χρόνια
στις εφημερίδες.
Το θυμήθηκα τώρα που άρχισα να εργάζομαι.

ΧΟΡΟΣ σε 9/8
Αυτό το ορισμένο βιολοντσέλο – όχι άλλο –
με κόβει σε χίλια κομμάτια.
Η κόρη που αγαπούσα στην παιδική μου ηλικία
μαζεύει το αίμα που τρέχει μ’ ένα μπαμπάκι
και φτιάχνει φυλαχτά γι’ αυτούς
που δεν θα ταξιδέψουνε ποτέ.

Μόλις που πρόλαβα το λεωφορείο.
Μπήκα στο γραφείο πρόχειρα συναρμολογημένος,
μ’ ένα σμάρι πεταλούδες και ψάρια
να κυνηγούν τα μάτια μου.

Άλλη φορά δεν θα διαβάσω με το φεγγάρι
βιβλίο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ
Η ομίχλη της Λόντρας δεν φτάνει
ίσαμε δω.
(Εδώ έχουμε ομίχλη από σίδερο)
-Α, Μαρία, τα μάτια σου δυο τεράστιες
γαλάζιες αφίσες κολλημένες σ’ ένα γιαπί,
κι από κάτω ένα παιδί να δοκιμάζει
τη φυσαρμόνικά του.

Ξέρεις, κουράστηκα ν’ αλλάζω προσωπεία.

ΗΡΩΟ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Κάθισε κάτω από το άγαλμα
και σκεφτότανε – δηλαδή τίποτε
συγκεκριμένο – αλλά σκεφτότανε.
Καθώς περνούσαν οι ώρες,
άρχισε το σώμα του ν’ αποκτά
το χρώμα και τη σκληράδα
του μπρούντζου.
Τα χαράματα, τέσσερις οδοκαθαριστές,
μόλις τον είδαν, σάστισαν και βάλθηκαν
να φωνάζουν: «Θαύμα. Θαύμα».
Και γύρισαν όλη την πόλη
κηρύχνοντας αυτό που είδαν.

Με το σούρουπο είχε σκεπαστεί
ολόκληρος από στεφάνια.

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και το ταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ]


Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

ΓΗΡΑΣΚΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΚΛΙΜΑΚΑ ΜΕ ΛΥΣΣΑ ΞΕΣΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΚΟΥΤΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗΣ


Ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας – κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.
Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου, δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρυσι στην Ταγκανίκα κι όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία, είναι η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.
Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο έως εμένα μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη, κάθε αντίλαλος και μυστικισμός, κάθε γυναίκα και βασιλεία κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο. Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους τιποτένια διάτορα καθόλου πρακτικά κι ασυλλόγστα τρομερό κι απέριττο μεγαλείο
[ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]



ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ (από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Σκοντάφτοντας ενυπάρχουμε στην άπεφθη κίνηση
και κάπου εκεί για λίγο ευαγγέλιο
θαμποχαράζει ο καταγάλανος Τειρεσίας
γυναικωτός αόμματος ιερομάντης μαστοφόρος
με νότες από ηχολαλία στα μάγουλά του
τυρβάζει σ’ ένα χιλιόγραμμο ανάγλυφα συγκροτημένο
σέρνει τα δάχτυλά του στο χαρτί και ψέλνει
κανένας μουσικός δεν του συμπαραστάθηκε στα μάτια του
τον Οιδίποδα τον αγκάλιασε μια μέρα καιόμενος
εκείνος τα ’χασε τυφλός επίσης κι απροσπέλαστος
τυρβάζει πάντα τυχερός ο Τειρεσίας
εκτιμημένος απ’ τους έντρομους θιάσους ωσάν έρημος ρόλος
απώλεια όντας με σάρκα γιομάτη φλογίτσες ακατόρθωτες
το μίασμα του έρωτα της μάνας
απολαμβάνοντας τόσους αιώνες πιο πριν απ’ τους ψυχιάτρους
τα σπιτικά της ανάσκελης Θήβας τρομοκρατώντας
δολιχοδρόμος που έπαιζε κρυφτούλι με τον Απόλλωνα
πότε-πότε έπαιζε και κουτσό και ντρίλια.
Δεν είχε στην ψυχή του πλάνημα σαλέματα στα φρένα
πλάνης με ράκη από φως υμνούσε το περήφανο σκοτάδι
βροτός που δεν τον χάρηκαν τον κοκκαλιάρη τα σκουλήκια
μ’ ένα παλιόραβδο στα χέρια του φαγκότο
σαρίδια δεν τα συλλογίστηκε (του Δαμοκλή την αιτιοκρατία)
ο ίδιος είχε μελανιάσει από έλλειψη διαιρέτη
τσακώθηκε πολλές φορές με την ευκλείδεια γεωμετρία
-το πιστεύετε;-

ω τλάμον ω τλάμον
ιώ των θνητών γενεές
όπου εγώ με τηλεοπτικό nihil
εσάς εξισώνω.

υποθέτω πως είμαι ο πιστότερος των ανωτέρων μαθηματικών είλωτας

ΦΩΝΑΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ
Αυτός ο αγέρωχος Αύγουστος…
Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση
ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας
προβοσκίδα η υπνώττουσα σκιά μεσ’ στο χορτάρι
τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες που δεν είδαμε
διάττοντες πότε-πότε χαλαλίζουν το φως από πλήξη
κανένα σχίσμα δεν υπήρξε τρομερότερο –
είναι ο άνθρωπος και η φύση.
Ας αυτοσχεδιάσουμε ας πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!..

ΤΥΜΒΟΣ  (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Εκείθε πέρα στην άξεστη γενέτειρα
στ’ ανοιξιάτικα ξέφωτα της ηρεμίας
δεν την αντέχεις εύκολα την άνθηση
της Ήρας οπού δεν κρατιέται τη νυμφομανία –
πας να πεθάνεις από το άρωμα των πορτοκαλιώνε.
Εκείθε πέρα θυμόμουνα μια μέρα περιδιαβάζοντας
ωσάν άρρωστος απ’ αρίφνητην ύπαρξη
τα φιλιά της αβύσσου μη χορταίνοντας: τις πνοές με τα μύρα,
θυμόμουνα την παλιά συγχωριανή μου την Τελέσιλλα
όπου σκάμπαζε η θεότρελη να συναλλάζει
τη λαμπράδα του στίχου με μιαν άτρομη σπάθα
τέτοια βαθιά κι ακόρεστη γυναίκα μες στο ένδοξο Άργος
τηνέ θυμόμουνα θρυμματίζοντας το ρόδι της ομιλίας
κι έλεγα μέσα μου πόσος έρωτας άραγε ναν της έλειψε
μη γνωρίζοντας τους πλημμυριστούς
μ’ ένα αήττητο πράσινο πορτοκαλιώνες…
Κι ωστόσο τίποτα κανείς δεν χάνει (το πιο σπουδαίο).
Τ’ ανθρώπινα είν’ ανέκαθεν πλήρη.
Στην Ελευσίνα σήμερα οργιάζουν από λάμψεις
τα βιομηχανικά μυστήρια.
Βακχεύει η πολιτική και λάμπει η σελήνη.
Πεθαίνουμε γεννιόμαστε μπαινοβγαίνουμε στο Κοσμικό Κλάμα.
Γι’ αυτό κι εγώ μ’ ένα τσεκούρι τα ’χω ρημάξει τα νοήματα
κρεουργημένα κι άταφα τ’ αφήνω μες στα έρημα δάση.
Σταφύλι λέω ναν την κάνω την πραγματικότητα –
έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο, ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην ανεξέλικτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της
και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα.
Η οπλή του Κένταυρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.
Είναι ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου·
είναι ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις.
Το φως είναι μόνο εικόνισμα
η τραχηλιά της νύχτας :το φεγγάρι
Πάρε χαμό στα χέρια σου και πλάσε
τη ζωή που σε θάνατο δεν πλαγιάζει
Της σιγής το μονοπάτι μοιάζει να ’ναι ο φαλλός του Βούδα.
Στον κόσμο που βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη.

Η ΚΟΥΦΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ
Τι ημέρες κι εκείνες της αγάπης…
Κάθε σου τηλεφώνημα γλυκόλαλο
τι ομορφιά μεγάλη ο χρόνος περιμένοντας
να κουδουνίσει ξαφνικά η συσκευή
να πλημμυρίσει η μαυρίλα της απ’ τη φωνή σου
στα ευρύχωρα δευτερόλεπτα στο δικό σου βραδάκι.
Μα είναι ο χαλασμός ανείπωτος ήρθε το τέλος
γυρίζουμε στην κλειστή μοναξιά του ο καθένας
τα φουστάνια σου θ’ αγγίξουν το πολύ μέχρι αύριο
άλληνε σάρκα.

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΜΟΥ
Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η μετάληψη στοιχίζει
πεθαίνω κάθε μέρα από ζωή κι όχι από θνητότητα
η πλάση με κατακορόιδεψε στιγμα χυτής παλινωδίας
κι εγώ οικτίρω ο δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια
/ τραγούδι τους τα σπλάχνα μου θρήνος εσώτερα
στην ωμοπλάτη /
Κακόφωνος ο άνεμος απ’ τα πιο πέρα κορφοβούνια που καίνε
η ώρα του άρτου τιμημένη ανάλωση σε γλώσσα υλική
φεύγουμε κάποτε προς την Άνω Ασία για ξεκοκάλισμα αλήθειας
δεν καταγόμαστε από καμιάν εξομοίωση δεν επιπλώνουμε
οι φιλόσοφοί σας το φώναξα είναι αγριόσκυλα – απάνω τους,
τα οστά τους εγώ θα τα κάνω καυσόξυλα για το χειμώνα
θα πέσει τεράστιο γέλιο που ν’ ακούσει κι η Ανταρκτίδα.
Πιάσε το ξυράφι και κόψε το λαιμό στα γρήγορα του Έγελου
δεν υποφέρεται μα το Χριστό η λογική του φαντασίωση
δεν ξέρει από δυστυχία ο έρημος είναι τρομερά κακομούτσουνος
παίζει αρνούμενος το παιχνίδι κι όταν το παιχνίδι ανυψώνεται
βαθιά μες τη συνείδηση, δεν παίζει τότε
Τι γλυκιά Φυσική που μας έρχεται από την άχρονη ωριμότητα
ολόιδια με κόλαση χρωματιστών διαστάσεων…
Ένα παλτό γυρεύω που να μη λέγεται όμως επενδύτης.

BASSO CONTINUO (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Το γιασεμί ωραίζει τα οπτικά μυρωδικά μας
αποστρέφεται στ’ αλήθεια το δημοτικό τραγούδι
μαρτυρεί αφόρητα την αυτοκτονία του Άγιου Δημητράκη
που έπεσε απ’ το αδιάβροχο ύψος μ’ ένα βιβλίο μυστήριο
στον ορφανό του κήπο κυριακάτικα
είναι ερωτευμένη η ρίζα του άνθους με τα απογεύματα
η ανάπνια του ντάρμα συσσωρεύεται στον τενόρο της αεράκη
κάπως έτσι τρελάθηκα και εγώ διαστέλλοντας εφύπνια
γαντζωμένος απ’ την απρόσιτη μετοχή θεασάμενοι
δεν είναι όμως δυνατό να συνθλιβόμαστε εμείς οι ανελέητοι
ανάμεσα σε απόλυτη και σχετική υπερξαία
οσφράδιον που δεν αποτείνεται στη βαθμολογία η σολωμική ποίηση
μα οι φονιάδες έραναν τις εβδομάδες άφρονες όσο δε γίνεται άλλο
θυμόμαστε το Τρεις Χιλιάδες εξαποστειλάρια ή και ιδιώνυμα
καταστρέφουμε τα πολυμήχανα γεγονότα σημαιοστόλιστα.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος… αλητεύει στους αμέτρητους ίμερους, αλητεύει στα σώματα των απέραντων γυναικών και στη μιλιά μας, στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα…


Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Η ΟΨΗ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΡΩΤΑΣ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΣ

Θυμήσου: το μαχαίρι μου ασκείται συνέχεια στο δίκαιον,
Ρωτάς για τη ρωγμή στον τοίχο που στάζει τον αμίλητο.
Ρωτάς για έξοδο, για τη ρωγμή σου.
Η όψη σου όταν ρωτάς νησί της άβυσσος.
Πώς σέρνεται με τη λαβωματιά σε θάμνα κι αχνάρια πίσω του τα αίματα;
Αυτό που τρίζει μέσα στην σιωπή είναι το μονοπάτι σου που τώρα μόνο του πάει και πάει
[Η ΟΨΗ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΡΩΤΑΣ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΗΓΗΣΗ κι άλλα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στην εικόνα – ART by  michael maier]



ΡΗΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΗΓΗΣΗ)
Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικά μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανουάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.

ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ
Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σχοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις, φτύσ’ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ
Οι φωνές
τα φυσικά τα ενάλια
τα παρασυμπαθητικά μου
όταν φυσάει εκείνος ο εκδικητικός άνεμος
κι αφήνεται στην τύχη το κοβάλτιο
ρεμβώδες
οι μύστες κι άλλα ραδιενεργά πολύεδρα
οι φρένες σου ασταμάτητες κι η διαδήλωση
μισή αφίσα, πες λεμονοδάσος μέσα σου,
η άλλη μισή το κάτι σάπιο της Δανίας
οι χειρονομίες των άπληστων που εισάγονται
στα γενικά έξοδα με ιεροπραξίες
πιάνεσαι στα δίκρανα
χορωδίες αχινών καγχάζουν
κι οι Διάκριοι.
Πώς αντέχεις;

Στον άλλο γύρο κάποιοι δίκαιοι
κερδίζουν λέμε την τοξίνη τους
κι άλλα τέτοια που υπάρχουν
ίσα για να στέκεσαι στα πόδια σου.
Το κύκλωμά σου με τα πράγματα
η συστροφή του
η λογική του κυκλώματος
η ανάγκη για είδωλο
σαν πεινάς την αίσθηση
έστω σαρκώδης
όπως συγκεντρωτικός φακός
έστω εντερική
κι εκείνο το θαυμαστικό από κοινό χαρτί
που σου επιφυλάσσουνε
στο τέλος

ΕΞΟΝ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ
Ούτε γι’ αυτό που σε γοήτευε,
το κουνέλι της φρυγμένης γης,
και πρόσφατα που στέγνωνε με τα τζιτζίκια
λήγοντας του Αυγούστου.
Ούτε γι’ αυτό ρωτάς
κι ούτε για τίποτα.
Ποιος ν’ απαντήσει άλλωστε από την αίσθηση
ερήμωσε κι η όχθη ετούτη.
Κι ίσως γι’ αυτό να είναι το χαλίκι
που βρήκε η λύπη μου σαν ήταν φεγγαρόφωτο
σε μονοπάτια
και μόνο της αράχνης η καρδιά ακουγόταν
βαθιά στο χώμα.
Ύστερα εσχίστη κι άνοιξε.
Το γέλιο του ένα μανιτάρι
πέρα ως την άκρη του ουρανού.
Ο τρόμος κάτω βιαστικός έπνιγε τα έμβια
εις διαταγήν Ηρώδη Αντύπα.

Εξόν τα τζιτζίκια που αντιστέκονταν
πέφτοντας στην πύλη του αυγούστου.

ΧΑΘΗΚΕΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΤΙ ΑΣΠΡΟ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΗΓΗΣΗ)
Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αιγίσθου:
διαβήτες, Κλυταιμήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΙΑ - ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα μένει κατά σένα η μελλούμενη πορεία αξία έσχατη, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Δικό σου είναι αυτό που αναζητώ που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα μα εντός σαλεύει]

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ ΣΟΥ ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ:


Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα:  βάλ’ τα μισοκρυμμένα μες τις φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή, όταν διεγείρονται μες στο μυαλό σου την νύχτα, ή μες στην λάμψι του μεσημεριού
Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είναι ανοιχτά φανερωμένα εμπρός του.
Και γυρνά και ξενυχτά, και παρασύρεται.
Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό, το αίμα του, καινούριο και ζεστό, η ηδονή το χαίρεται.
Το σώμα του νικά έκνομη ερωτική μέθη· και τα νεανικάμέλη ενδίδουνε σ’ αυτήν.Κι έτσι ένα παιδί απλό γίνεται άξιο να το δούμε κι απ’ τον Υψηλότης Ποιήσεως Κόσμο μια στιγμή περνά κι αυτό -
το αισθητικό παιδί με το αίμα το καινούριο και ζεστό!..[ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ και ΠΕΡΑΣΜΑ, δύο από τα Ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, εκδόσεις Ηριδανός] 


ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΔΥΜΙΩΝΟΣ
Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματα’ αρμυρά,
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
τελών – θυσίας και σπονδάς –τω Ενδμίωνι,
από την Αλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά. -

ΓΚΡΙΖΑ
Κοιτάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια
που είδα· θα ’ναι είκοσι χρόνια πριν…

Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν –αν ζει – τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι  μπορείς φέρε με πίσω απόψι.

ΕΝ ΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΟΣΡΟΗΝΗΣ
Απ’ της ταβέρνας τον καυγά μας φέραν πληγωμένο
τον φίλον Ρέμωνα χθες περί τα μεσάνυχτα.
Απ’ τα παράθυρα που αφίσαμεν ολάνοιχτα,
τ’ ωραίο του σώμα στο κρεβάτι φώτιζε η σελήνη.
Είμεθα ένα κράμα εδώ: Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι.
Τέτοιος κι ο Ρέμων είναι. Όμως χθες σαν φώτιζε
το ερωτικό του πρόσωπο η σελήνη,
ο νους μου πήγε στον πλατωνικό Χαρμίδη.

ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΤΩΝ
Όταν κανένας των περνούσεν απ’ της Σελευκείας
την αγορά, περί την ώρα που βραδιάζει,
σαν υψηλός και τέλειος έφηβος,
με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια,
με τ’ αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά,
οι διαβάται τον εκύτταζαν
κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσε αν τον γνώριζε,
κι αν ήταν Έλλην της Συρίας ή ξένος. Αλλά μερικοί
που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν
εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν·
κι ενώ εχάνετο κάτω απ’ τις στοές,
μες στις σκιές και μες στα φώτα της βραδιάς,
πιαίνοντας προς την συνοικία που την νύχτα
μονάχα ζει, με όργια και κραιπάλη,
και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,
ερέμβαζαν ποιος τάχα ήταν εξ Αυτών,
και για ποιαν ύποπτην απόλαυσί του
στης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεν
απ’ τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.

ΙΑΣΗ ΤΑΦΟΣ
Κείμαι ο Ίασης ενταύθα. Της μεγάλης ταύτης πόλεως
ο έφηβος ο φημισμένος για εμορφιά.
Μ’ εθαύμασαν βαθείς σοφοί· κι επίσης ο επιπόλαιος,
ο απλούς λαός. Και χαιρόμουν ίσα και για

τα δυο. Μα απ’ το πολύ να μ’ έχει ο κόσμος Νάρκισσο κι Ερμή,
η καταχρήσεις μ’ έφθειραν, μ’ εσκοτωσαν. Διαβάτη
αν είσαι Αλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή
του βίου μας· τι θέρμην έχει· τι ηδονή υπερτάτη.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]