Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΣΙΤΑΡΙ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ, ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟ… ΑΥΤΑ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΕΣ!

Έφευγαν απ’ το πρωί μυστικές Αποστολές με πυξίδες και φλογέρες. Οι στρατιώτες σιωπηλοί φύλαγαν την Πολιτεία Έξω οι στρατηγοί βρέθηκαν κρεμασμένοι την αυγή. Η Άμυνα χαλάρωσε με την Επιτροπεία Οι προθεσμίες τελειώνουν σήμερα το βράδυ Κι όσοι κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα Έφεραν συστατικές επιστολές από άγνωστους δωρητές. Πολλοί πνίγηκαν στον ποταμό. Άλλοι χάθηκαν από σεισμό! Τα καράβια να πιάσουν τα λιμάνια. Ο στόλος έχει ρητή διαταγή. Να ξανοιχθεί. Όσοι μείνουν. Τους άλλους τους χώσαμε στο περιγιάλι. Κι εσύ που τόλμησες να βάλεις την υπογραφή σου Κι αυτοί που αντιστάθηκαν στην πίεση, όλοι θα τιμωρηθούνε Οι σιδερένιες πόρτες θα λυγίσουν και τότε λίγοι θα τολμήσουν να μιλήσουν, Και το νερό λιγοστεύει, η ζυγαριά βαραίνει, η καρδιά στενεύει. Στον κάμπο ξαπλώθηκαν οι Κατοχές Οι βασιλιάδες μαθαίνουμε εξοντώθηκαν κοντά στη λίμνη Ο Διάδοχος χλωμός και φοβισμένος φαρμάκωσε τους Υπουργούς Κι έπεσε στο κρεβάτι κι έβαλε τριαντάφυλλα για να σκεπάσει τους καθρέφτες. Διατάχτηκαν να ’ρθουν οι Αστρολόγοι. Να κάμουν προφητεία Ν’ αποκαλύψουν τη συνωμοσία. Κανένας δεν πλησιάζει το Παλάτι Σιτάρι για το λαό Γυναίκες για το στρατό. Κι η πολιτεία βλαβερή. Αυτά έχουν οι Μεσοβασιλείες! [Μεσοβασιλεία (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)- ART by Ahermin ]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΑ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)
-Ι-
Το αλάτι δυναμώνει στη θάλασσα. Το θερμόμετρο
Χαμηλώνει στην κάμαρα. Στον ουρανό φωτιά και νερό.
Κι απ’ τον άλλο κόσμο γυρίζουν οι μαντατοφόροι τυφλοί.
Κανένας δεν τους περιμένει κανένας δεν τους προσέχει.
Καθώς ψιθυρίζουν λαχανιασμένοι: Έξοδος δεν υπάρχει
Ούτε να κολυμπήσεις. Τα μυστικά περάσματα είναι πιασμένα
Παντού φρουροί στέκονται σιωπηλοί σαν αστέρια. Δεν υπάρχει
Ανάμεσα στα βουνά. Δεν ωφελεί. Ο καθένας από τον άλλον χωριστά
Σημειώνει  λιποταξίες. Αδειάζει τα πυρομαχικά.
Στα σύνορα πυρκαγιά. Κι από πολύ μακριά
Ακούγονται πυροβολισμοί. Προσοχή. Προσοχή.
Ο ένοχος θα σηκωθεί. Θα χαιρετήσει συνθηματικά.
Μπαίνει το δικαστήριο. Θα μπορέσει ν’ απολογηθεί;
Μερικοί θα προσπαθήσουν να πλαστογραφήσουν τη ζωή του.
Θα αναφέρουν ταπεινωτικά επεισόδια. Μην πλανηθεί κανείς!
Είναι κι αυτός σαν κι εμένα ένα ζεστό Χριστουγεννιάτικο σύννεφο
Είμαι κι εγώ σαν κι αυτόν ένα παλιό πυρπολημένο λιμάνι
Τα μαλλιά μας κυματίζουνε περήφανα μέσα στην ερημιά
Στον ουρανό φωτιά και νερό.



Έξοδος δεν υπάρχει. Οι πόρτες κλειδωμένες και τα κλειδιά χαμένα
Από καιρό.
Είπαμε να κατέβουμε στο περιγιάλι
Να βεβαιωθούμε. Κανένας δεν βρέθηκε.
Πύργος η θάλασσα χτισμένη αδιάκοπα βρέχεται με τα νερά της
Από καιρό. Και τα νησιά; Κάπου τα ’χουμε ξαναδεί.
Κι  ας ήταν διαφορετικά. Πιο μακρινά και στολισμένα
Οι καστελάνοι μας παρακολουθούν από κοντά. Έναν καιρό
Τα μάτια τους ματωμένα. Θα προλάβουμε να σωθούμε;
Κάτω στην πολιτεία πανικός. Τα σχέδια πουλημένα στον εχτρό.
Δεν μένει πια καιρός. Είδαμε πύργους να κρέμονται στον αέρα.
Είδαμε, συμφορά μας, σταλαγματιά-σταλαγματιά να προχωράμε τα μεσημέρια
Τριαντάφυλλα φυλακισμένα στον ουρανό, ένα-ένα
Νιώσαμε να περπατάνε τ’ αστέρια.
Δεν μένει πια καιρός. Οι τολμηρότεροι μαντεύουν το μυστικό.
Κανένας ζωντανός δεν θα περάσει τον απόρθητο φραγμό.
Όσες φορές κι αν δοκιμάσει να διασπάσει τον κλοιό.
Και το νερό δυναμώνει. Δεν απλώνει.
Ανίκανος ο δυνατός, ανίκανος να καταλύσει το χιόνι.
-2-
Και τώρα που νυχτώνει κι ανεβαίνουν στις πολεμίστρες οι νυχτερίδες
Να πολεμήσουν με τα παλιά φαντάσματα με το νερό και τη σκόνη
Και τώρα που γυρίζουν από τα σύνορα οι στρατηγοί μας χλομοί
Εχτρός δεν υπάρχει. Πουθενά. Μήτε σημαιοφόρος.
Μήτε φρουρός ασπιδοφόρος ν’ αμυνθεί. Ήταν μας βεβαιώνουν
Φανταστικός ο περσινός συναγερμός.
Ατρόμητος ο νικημένος  ίδιος με τον νικητή
Ισόπαλος ο σκλαβωμένος με τον αγέρωχο Λυτρωτή
Ήτανε τάχατες, λαμπρός ο τύραννος. Ήτανε παιδί με τα απιδιά.
Πλησιάζουν, μας λένε, ολοένα πλησιάζουν την ανύπαρχτη βουνοσειρά.
Ακούσαμε τ’ άλογα να καλπάζουν κάπου εδώ κοντά
Γυρεύουν την είσοδο. Είσοδος δεν υπάρχει. Πουθενά.
Τ’ αστέρια, μας λένε, τ’ αστέρια δεν τους τρομάζουν.
Κι οι νύχτες αδειάζουν μέσα στο πέλαγος. Το καλοκαίρι παραμονεύει
Κι από τα πρόσωπα των ανθρώπων τα χιόνια μεταναστεύουν
Κι από τα σίδερα της φυλακής βγαίνουν οι φυλακισμένοι
Κι από τα μαλλιά σου λύνονται τα σκοτάδια και δραπετεύουν
Παντοτινά, κι αλλάζουν οι καιροί και ταξιδεύουν τα βουνά
Οι πολιτείες βουλιάζουν και μένουν τα ραγισμένα καμπαναριά.
-3-
Επάνω στο κεφάλι μου έρχονται και κάθονται πολεμικά πουλιά.
Δεν τραγουδάνε. Μήτε σωπαίνουν αυτά τα πουλιά. Μαντεύουν
Τη μεγάλη μας μοναξιά. Ατάραχος ο καθένας κοντά στον ποταμό
Φυλλομετράμε τον Αποχωρισμό. Συμφιλίωση δεν υπάρχει.
Κι όμως υπάρχει, μας λένε, αυτός εδώ, ένας τυφλός ταχυδρόμος
Που συνεχίζει την επικοινωνία. Ένας αδιάκοπος δρόμος
Αδιάβατος, διχαλωτός προς τα μαντεία, μια τελευταία
Βασιλική αμαξοστοιχία γι’ αυτούς που θα ξεκινήσουν μέσα στο φως
Κι απ’ τα μνήματα κανονιοβολισμοί κλονίζουνε τη γη
Οι νεκροί καρτεράνε σιωπηλοί, δεν απαντάνε
Με βιαστικά τηλεγραφήματα. Αναμονή.
Πλησιάζουν μας λένε, ολοένα πλησιάζουν
Ακούσαμε τις φλογέρες να παίζουν και τα σκυλιά
Να γαβγίζουν από την άλλη όχτη. Οι φίλοι μου δραπετεύουν.
Πουλάνε τα κλειδιά και φεύγουν. Ολοένα, ολοένα πλησιάζουν.
Κουρελιάζουν τα σύννεφα κι αρπάζουν απ’ τα μαλλιά τον άνεμο
Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατες κι απ’ τα παράθυρα
Μπαίνουν οι καταιγίδες. Πρόσωπο φοράνε το φεγγάρι.
Απλώνουν τα παγωμένα τους δάχτυλα κι ανοίγουν το συρτάρι
Μέσα στην αγκαλιά μου σπαράζει βαθιά Πρωτομαγιά
Κι απ’ τα χείλη σου ανάλαφρο διαβαίνει το βάρος μου
Σπασμένα πολεμικά φτερά το θάρρος μου, η πυρκαγιά σου.
Μπαίνουν οι κατακτητές. Πρόσωπο φοράνε την ομορφιά σου
Κι από τον ύπνο θάνατος ένα λευκό μονοπάτι
Το χιόνι απλώνει τη λησμονιά του. Κι εδώ ένα χαμόγελο
Δεν αντέχει να πολεμήσει την αγκαλιά σου. Ποταμός δεν οπλίζεται
Να πλημμυρίσει τα μάτια σου, μήτε στρατός σηκώνεται,
Πειθαρχικός ν’ αντισταθεί, να ωριμάσει και να περάσει
Από το φως στη φωτιά. Πουθενά
Άλλος ουρανός πιο στενός δεν υπάρχει
Άλλος νεκρός πιο νεκρός, άλλη πικρή ζυγαριά να ζυγίσει
Την παιδική σου καρδιά. Ο δρόμος είναι λευκός
Βάλε την υπογραφή σου. Ο δρόμος είναι μπροστά σου
Ελεύθερος ανοιχτός. Αν θέλεις μπορείς να περάσεις γοργός
Να προλάβεις –γιατί σε λίγο θ’ ακούσεις, βαριά να βροντάνε
Τ’ αστραφτερά τους κορμιά. Μηνύματα από την καταχνιά.
-4-
Καρδιά πουθενά. Ψιθυρίζουν οι δολοφόνοι. Χρειάζεται βία.
Με χιονισμένα σπαθιά ξεκρεμάνε την προδοσία
Και πληρώνουν το θάνατο ν’ αδειάσει την πολιτεία.
Θάνατος, ισχυρίζονται δεν υπάρχει. Υπάρχει μια συνωμοσία
Που συνεχίζει το θάνατο. Μια παραλία φαρμακερή
Κι από τα χείλια της αντλούνε την αμνησία
Τα παιδιά μου και τα παιδιά σου. Κυρά μου,
Ο καιρός δυναμώνει. Κι εγώ ξεσηκώνω την ομορφιά σου.
Μέσα στα όνειρά μου, αδέσποτος, παραμερίζω τα μαλλιά σου
Κι αντικρίζω τα πολυβόλα να σπαρταράνε μέσα στην υγρασία
Το σκοτάδι ν’ αγκαλιάζει την αγκαλιά σου. Αγκαλιά δεν υπάρχει
Αποτυχία.
Κι όμως υπάρχει!
Υπάρχει ένα καράβι που ξεπερνάει τα σύνορα της γης.
Το πλήρωμα παλεύοντας με τον άνεμο μαζεύει τα πανιά.
Ο μεγαλύτερος αρπάζει το τιμόνι. Ανασαίνοντας βαριά
Προστάζει να καθαρίσουν τα τριαντάφυλλα και ν’ αμολήσουν τα πουλιά.
[Πουλιά δεν υπάρχουν] Προχωράνε μέσα στην καταιγίδα
Η ζωή ξεχειλίζει από τα μάτια τους και χρωματίζει το χιόνι
Περνάνε τα  Στενά και χαιρετάτε τραγουδώντας τα νησιά.
Ακούμε την ανάσα τους βαριά να συμπληρώνει τα νερά.
Το σίδερο περνώντας μετανιώνει. Μια μαχαιριά πληγώνει τον ύπνο τους
Ίσως να μην ξαναγυρίσουν. Ίσως να λησμονήσουν παντοτινά
Τη φωνή και τη φωτά, τον ήλιο που αλλάζει αγκαλιά.
Ολομόναχοι προχωράμε. Πρωτοχρονιά. Πρωτομαγιά
Τα στήθια τους σκουπίζουν το σκοτάδι. Αδελφωμένοι
Μάχονται με το φεγγάρι, ατενίζοντας ενωμένοι
Ο καθένας με τη δική του καρδιά, τη χιονισμένη χώρα του Νοτιά.
Νοτιάς δεν υπάρχει. Υπομονή. Μερικοί σωριάζονται
Στα καταστρώματα νεκροί. Άλλοι θα συνεχίσουν την πορεία.
Κι άλλοι θα προσπαθήσουν να τρυπήσουν την αφόρητη σιωπή.
Οι τολμηρότεροι θ’ αλλάξουν μέσα στην αλλαγή.
Οι μελλοθάνατοι θα κερδίσουν την ανωνυμία.
Το κορμί τους γεννήθηκε για να χαθεί.
Το αίμα τους γεννήθηκε για ν’ απλωθεί πάνω στη γη.

Υπάρχει μας λένε, υπάρχει αλλά δεν ζει.
Υπάρχει, μας λένε, ένα δάκρυ να κατοικήσουν
Ένα κορμί να μελετήσουν, ένα σπαθί, ένας καιρός
Ένας μεγάλος ωκεανός να καταχτήσουν τη ζωή.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες – ART by Ahermin]

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΑ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα, λεπίδι του Πόθου μου αδυσώπητο, ανελέητο κύμα της νιότης, ορίζοντα λευκέ της Αστραπής και του Ονείρου, νικήτρα μονάχη της σκέψης, Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη σαν τη θάλασσα ατέλειωτη, τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά, μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου… Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του Πόθου μου… Άσε να ονειρευτώ τις νεκρές αναμνήσεις μου… Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη! [συνονθύλευμα στίχων από τα ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ των ΕΠΟΧΩΝ του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by felicity]

Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς!]

Αναζήτηση (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
Οι πολιτείες ήταν λευκές, οι νύχτες φορτωμένες βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δεν φωνάζω τώρα πια δεν σκέφτομαι κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη, μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλομή κι ολότελα ξένη.

Θα ’ρθω μια μέρα γυμνός απ’ αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου και σύντροφο. Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πίστέψω πολύ και να πεθάνω.



Τώρα (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
Κι όμως Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να γυρίσουμε
Χρέος μας είναι πια να μη γυρίσουμε.

Ας ξανατραγουδήσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι που λέγαμε στην αρχή
Ας ξανασκεφτούμε τα ίδια πράγματα όπως όταν ξεκινήσαμε
Γιατί όλα, ξέρεις, πως τελειώνουνε και μόνο ένα δεν τελειώνει
Γιατί και η ίδια η ζωή, Δημήτρη, είναι κι αυτή όμορφη
Όσο κι αν έζησε κανείς μέρες πολύ κακές
Όσο κι αν είναι μοιραίο να τις ζήσει ή κι αν τις ζει ακόμα.

Τώρα που φτάσαμε εδώ δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε.
πιο καλά θα σταθούμε εδώ, μα όχι πάλι πίσω.

Επιτάφιον (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

Πέντε μικρά θέματα (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
-1-
Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας

Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους
-2-
Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιά αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες που σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

-3-
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σε ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένου του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε)
-4-
Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου
-5-
Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σαν τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητο κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή, την αγωνία ερωτευμένη!

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε - ARTWORKS: Feliciti

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ:

… Ερημικά κοχύλια οι άνθρωποι, μες στα γαλάζια βάθη τους τη νύχτα προσδοκούν και το κοράλλι της καρδιάς δεν άνθησε στα χείλια… Μα όχι, ε θέλω ταπεινός στους ταπεινούς κι εγώ κι άγνωστος στης ανυπαρξίας να βυθιστώ τα θάμπη. Μούσα, το χέρι δώσε μου και καν’ το μου οδηγό κι απ’ την αψίδα των σκιών στο φως ο νους μου θα ’μπει! Και τότε εγώ ο ανίσχυρος στη μέση θα σταθώ και να ’χω κύκλο πάνοπλους αντάρτες μου τους στίχους, να βάζω τ’ άστρα κράνος μου στο μέτωπο τ’ ορθό και των εχθρών μου ατρόμητος να προσπερνώ τους στοίχους… [Γιάννης Ρίτσος – ARTWORKS: Poetry Sacrifice]

«Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση. Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση»: Ο Ρίτσος συνήθιζε να γράφει παράλληλα συλλογές και συνθέσεις συχνά διαφορετικής υφής και διάθεσης, αντισταθμίζοντας τους υψηλούς τόνους του έπους και της λυρικής έξαρσης με τη χαμηλότερη εσωτερική φωνή, την εκτεταμένη σύνθεση με το βραχύ, συμπυκνωμένο ποίημα, την αγωνία του με στίχους ζωικής χαράς και απόλαυσης

ΤΡΑΚΤΕΡ (επιλογή)
Διέξοδος
Μητέρα Ποίηση, δέξου με το σώμα μου σταυρός
και πάνω του καρφώσανε τη ζωή μου Ναζωραίο
σε ανάξιους εμοιράστηκε ο δικός μου θησαυρός
κι έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο τ’ ωραίο.

Εκδίκηση ήχων της πληγής, κάνε, την οιμωγή,
-ποτέ δε γεύτηκα ήσυχος μελαχρινό καρβέλι-
στον ιδρώ, που ’χυσα σκυφτός καρπίζοντας τη γη,
της ακτινοβολίας σου λάμψε τα δίκαια βέλη

Ω απόψε, αιχμάλωτος σιωπώ στη μάθη της θανής
για τις παλάμες μου βαρύ ’ναι της οργής το βόλι
αγάπη χάριζα παντού, δεν μ’ είδε όμως κανείς
κι είμαι ένας σπόρος ομορφιάς σε άγονο περιβόλι.

Τη ράχη του μου γύρισε το σύμπαν, και στη σκιά
των ήλιων σέρνομαι χλωμό σκουλήκι, κι αν απ’ ώρα
κεντούσα των αγέννητων παιδιών στοργής φασκιά,
με αρνήθηκαν και σε άρνηση του νου σαπίζει η οπώρα.

Φίλο δεν βρήκα ούτε ένανε, στο ίδιο σκεβρό σκαμνί
να μείνουμε ώρες σιωπηλοί, το στήθος να φουσκώνει
στην ευτυχία μιας επαφής και των δακρύων σταμνί
να ρέει για να ξεπλύνουμε απ’ τα χέρια μας τη σκόνη.

Και μια ύποπτη μόνο ματιά την τόλμη μου νικά
-χαμάλης άρρωστων γενεών στην πλάτη έχω τα βάρη-
την πολιτεία της ομορφιάς που ’χτιζα ευγενικά
την γκρέμισαν με αλαλαγμούς  πολιορκητές βαρβάροι.

Σφαλάει  τ’ αυτιά μου ο εμπαιγμός στης ζωής τη μουσική,
τα νέα μου μάτια στο φακό της ειρωνείας θαμπώνω
κι όποιο χαλίκι σήκωσα στο δρόμο μου είδα εκεί
βουνό που βάραινε τη γη του μερμηγκιού τον πόνο.

Υπεραξίας υδρατμοί τυφλώνουνε το φως
στον ανθοκάλυκα της γης βόσκει μονάχα η κάμπη
πέτρα του κόσμου ο εγκέφαλος κι απόμεινε κουφός
στον ύμνο του ήλιου που γελούν οι σμαραγδένιοι κάμποι.

Στον εαυτό τους κλειδωμένοι οι άνθρωποι κατοικούν
στη θάλασσα της μοναξιάς, ερημικά κοχύλια,
μες στα γαλάζια βάθη τους τη νύχτα προσδοκούν
και το κοράλλι της καρδιάς δεν άνθησε στα χείλια.

Μα όχι, δε θέλω ταπεινός στους ταπεινούς κι εγώ
κι άγνωστος στης ανυπαρξίας να βυθιστώ τα θάμπη.
Μούσα, το χέρι δώσε μου και καν’ το μου οδηγό
κι απ’ την αψίδα των σκιών στο φως ο νους μου θα ’μπει.

Μες στους καθρέφτες των ματιών σου θα γελάει φαιδρή
κάθε πληγή μου με τα χείλη αιματωμένα ακόμη
το ανάστημά μου θα γραφτεί σαν την πελώρια δρυ
μπρος στην αυγή, και χιόνια ετών δε θα ’χω στην κόμη.

Τον κόρφο σου άνοιξε –νεκρού λίκνο- να με δεχτείς,
-μήτε κλωστή δε με κρατά στο χείλος της αβύσσου-
κάνε ν’ αστράψει η πτώση μου διάττων μεσονυχτίς
και ν’ αναπνεύσω όλη τη ζωή μες στο σκοτεινό κλουβί σου.

Και τότε εγώ ο ανίσχυρος στη μέση να σταθώ
και να ’χω κύκλο πάνοπλους αντάρτες μου τους στίχους,
να βάζω τ’ άστρα κράνος μου στο μέτωπο τ’ ορθό
και των εχθρών μου ατρόμητος να προσπερνώ τους στοίχους.



ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ
Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με τη διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία και η πράξη»
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου είναι πάντοτε εν τάξει,
όλους και όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ως να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το «Καπιτάλ» του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΗ ΔΙΨΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΡΑΫΝΕΙ:

Φτάσαμε εδώ. Τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή. Κι εκείνοι που τη γνώριζαν και τη χειροκροτούσαν τώρα την αντικρίζουνε με μια αδιαφορία παράξενη, μήτε νεκροί μήτε και ζωντανοί. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρα μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή. Οι φίλοι μας κι οι φίλοι σας ξυπνήσανε και μας χαιρέτησαν. Δεν τους πιστέψαμε ποτέ όσο βάσταγαν ένα άλλο νόμισμα κι όλο χαμογελούσαν [ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ από την ομότιτλη ποιητική συλλογή του Τάκη Σινόπουλου 1951 – ART by IASON Dreαmfall]

 [Φτάσαμε εδώ στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… Για του λόγου το αληθές…]

Ελπήνωρ (από την ποιητική συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951)
Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από το αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.




Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ’ναι εκείνος.
Εστρέψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα το πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού
ν’ ακούς του ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ελπήνορα που ’χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι  κρεμασμένο στο λαιμό σου Ελπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιο αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας να ’ρθεις αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ’ ακρογιάλι πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.

Ιωάννα (από την ποιητική συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951)
-Ι-
Ο τοίχος ήτανε βαρύς άσπρος κάτω τ’ αυλάκι
με το χορτάρι και το βρώμικο νερό κι απάνω
κοντά στο φοβερό καζάνι με τη σκοτεινή φωτιά
καθόταν η Ιωάννα. Πίσω σάλευαν αλλόκοτες
κι άμορφες σκιές. Μια μια περνούσε
μπροστά κι Αυτή με τη βαριά κουτάλα
εβούταγε κι εμοίραζεν αμίλητη. Ο αγέρας
πηχτός ακινητούσε ολόγυρα. Καμιά κρυαγή
δεν έσκιζε το λασπωμένο φως μονάχα
ο αβέβαιος ψίθυρος από τις σκιές που πλήθαιναν
ολοένα και γιορτάζανε το χώρο εκείνο.

Κι εγώ ήμουνα στο δρόμο. Πού τον γνώρισα
το δρόμο αυτό κι ανατριχιάζω τώρα
που επήξανε μέσα μου ασάλευτες οι μνήμες;
Την κοίταγα βαθιά κι αχόρταγα μα Εκείνη
βασανισμένη από μια θλίψη ολότελα θανάσιμη
δεν ένιωθε δεν πρόσεχε κι όσο κι αν αγωνιζόμουν
ποτέ το βλέμμα μου δεν έσμιγα το βλέμμα της
το καυτερό. Τριγύρα στάλαζε αγωνία πηχτή
κι αιώνια. Ξάφνου –πόσος πέρασε καιρός;
τα χείλη της σαλέψανε κι άκουσα σα να γύρισα
σε χρόνια βυθισμένα μέσα σε τόσες καταχνιές
μουρμουριστή όλο πάθος τη φωνή της:
Φίλε μου κοίταξε τη ζωή μοιράζω με τα χέρια μου
στις σκιές τη ζωή που ζώντας εζύγιασα
στην πλάστιγγα και βάραινε στο μέρος της φθοράς.
Έτσι μίλησε κι όρμησαν φρικιαστικές μέσα μου οι μνήμες.
Όμως παράξενο τα μάτια της δεν κοίταγαν εμένα
μόνο πέφτανε δίπλα μου σα νάταν κάποιος άλλος
κι εκείνον έκραζε με τέτοια σκοτεινή λαχτάρα: Φίλε.
Ωστόσο τίποτα δεν σάλεψε μες στη σιγή. Καμιά
δεν έφτασεν απόκριση για Εκείνη. Τότε γύρισα
με δύναμη να ιδώ ποιος ήταν που δεν μίλησε.
Κανείς. Μήτε ίσκιος, μήτε σώμα δεν φαινόταν.
Ο δρόμος έρημος εγώ καταμεσής. Η Ιωάννα
τυραννισμένη από έναν πόνο οξύ είχε σκύψει το κεφάλι
κι εβούταγε κι εμοίραζε κι οι σκιές
πληθαίνανε και προχωρούσανε και διάβαιναν
αδιάκοπα μπροστά της.

Ξάφνου αναπάντεχα σαν από μιαν αόρατη θύρα
πρόβαλε ο εφιάλτης του παλιού καιρού η φριχτή της μάνα
με τα φαρμακερά στενά και ρουφηγμένα χείλη
μυξιάρα ζαρωμένη κι άπλυτη καθώς συνήθιζε
κι έσκυψε πάνω απ’ το κορμί της Ιωάννας και την κοίταγε
καθώς εκοίταγε άπληστα το καθετί. Και τότε
τρομάζοντας βαθιά και σκοτεινά φώναξα: Ιωάννα
Ιωάννα στρίψε τα μάτια σου τα οδυνηρά σε μένα.
Δεν άκουσε. Δε γύρισε. Κι όταν απαυδισμένος
δοκίμασα να κράξω πάλε Ιωάννα δεν επρόφτασα.
Μεμιάς σκοτείδιασε και μες στο σκότος σβήσαν όλα
κι η Ιωάννα βρέθηκε στο δρόμο και κοντά της
ένα υποκείμενο ξεφύτρωσε που κάπου τόχα ιδεί
κάποτε που τριγύριζα σε συνοικίες φονιάδων
με μούτρο πράσινο και μαύρα λιγδερά μαλλιά.
Πέρασαν δίπλα μου τα μάτια μου γυρέψανε
τα μάτια της. Δεν έστριψεν η θλίψη ολοένα
και πιο βαθιά χαράκωνε το χλωμό πρόσωπό της.
Η νύχτα έπεφτε γύρα εφιαλτική κι όταν εφτάσανε
στου δρόμου την καμπή φάνηκε κάποιος τρίτος
-κάπου τον ήξερα κι αυτόν έμοιαζε καταδότης.
Τη βάλαναν στη μέση και προχώραγαν και ξάφνου
καθώς ένα βαθύ μαύρο φτιασιδωμένο φως ερχόταν
από ψηλά και χύνονταν απάνω τους η Ιωάννα
ξάφνου σωριάστηκε και πάλι αρπάχθηκε βαριά
στον ένα απάνου κι ύστερα ρυτιδωμένη ρυπαρή
κουβάρι μαύρο ολόμαυρο χωρίς ποδάρια πια
με δυο ξύλινα δεκανίκια τρίκλιζε και προχωρούσε
μες στο πηχτό σκοτάδι εκεί που έστριβε ο δρόμος.
Και τότες έκραξα δε βάσταξα με τρομερή κραυγή:
Ιωάννα! και σφάλιζαν τα μάτια μου κι ο νους μου θόλωσε
κι όταν πια ο αγέρας με συνέφερε που εφύσαγε
πρώτη φορά πάνω στη γη τόσο ταχύς και διάφανος
ένα αγνό φως χλιαρό βαλσαμικό στάλαζε εντός μου
βοτάνι μαγικό για μιαν θανατερήν αρρώστια.
-ΙΙ-
Το πρόσωπό σου μόλις  που το γνώρισα μέσα στ’ αλλόκοτο
πλήθος των οραμάτων που με κύκλωναν καθώς επρόβαλε
βασανισμένο από τον κάματο μα ακόμα επώδυνα λαμπρό
τοπίο ασάλευτο χαρακωμένο από μια θλίψη αγιάτρευτη
γυμνό σα λάβα πούχει πήξει απίστευτα νεκρό νεκρό.
Μονάχα τ’ αλαφρό σάλεμα του άμμου εδώθε απ’ το κενό
μονάχα η μουδιασμένη ανανέωση του ανέμου
μαρτύραγαν την παρουσία σου σ’ αυτή τη χώρα.
Ακόμα είχες εκείνο το σημάδι πάνω απ’ το φρύδι σου.’
Δίπλα στα βλέφαρα οι ρυτίδες έδειχναν τη ζωή πούχες περάσει.
Και τότε σ’ αναγνώρισα πώς μπόρεσα τέτοια κραυγή ν’ αφήσω;
Ιωάννα! κι εντός μου ξύπνησαν ανάστατες οι μνήμες
Ιωάννα κοίταξε γύρω σου ερημιά ατελεύτητη δεν έχει
πού ν’ ακουμπήσεις τώρα τη στεγνή καρδιά σου Ιωάννα.
Περιπλανήθηκα σε ξέρες χρόνια αμέτρητα με σάπια ξύλα
σε θάλασσες νεκρές. Ζώνες αμμουδερές άνεμοι πυρωμένοι
με δέσανε σε τούτο το τοπίο βάρβαρου ήλιου.
Το φως έκαψε τ’ όνομά μου και τα χέρια μου και η νύχτα η νύχτα
ποτέ δεν έρχεται τη δίψα μου να πραΰνει. Ιωάννα
σε μένα γύρισε το καυτερό σου βλέμμα σου μιλώ.
Τότε που δοκιμάσαμε πίσω απ’ τ’ άσπρο τοίχο λαχανιάζοντας
τον άνομο έρωτα κι η μάνα σου η φριχτή κρυφάκουγε
το βόγγο μας τότε που σαν λόγχη γυμνή με παίδευε
δαιμονική θανάσιμη η ομορφιά σου Ιωάννα
δεν χόρταινες μα κοίυαγες μακριά και γύρευες μιαν άλλη δίψα
πιο φοβερή πιο οδυνηρή και πιο τυραννική
δίψα σαν τούτη του αδυσώπητου ήλιου που ρημάζει
τώρα το σώμα σου. Άκου Ιωάννα που μιλώ.
Στρέψε το βλέμμα σου το καυτερό σε μένα.

Το πρόσωπό της σάλεψε μέσα στ’ αλλόκοτο
πλήθος των οραμάτων που με κύκλωναν σα νάτανε
πρώτη φορά που τόσο δυνατά τόσο πρωτόγονα την έσφιγγε
το φως. Και ξάφνου γύρισε τα μάτια της επάνω μου
και την εκοίταξα με δύναμη και τοτες είδα. Ήταν τυφλή
τέλεια τυφλή κι έμπηξα μια κραυγή πώς μπόρεσα
τέτοια κραυγή τρομαχτική ν’ αφήσω; Ιωάννα
Ιωάννα ποιος δαίμονας σε τύφλωσε πώς βρέθηκες
στη χώρα αυτή δίχως λαλιά δίχως σημάδι μνήμης;
Τα χείλη της μείναν κλειστά κι ασάλευτα σαν τον κλειστό
κι ασάλευτο άνεμο. Τα ολόγυμνα τριγύρα βράχια
χωνεύανε σιγά σιγά μέσα στο φως κι ο ακμαίος ήλιος
βασίλευε παντοτινός τύραννος μες στη δύναμή του.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]