Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΓΔΥΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, ΚΑΤΑΡΤΙΑ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΔΡΟΜΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΑΠ’ Τ’ ΑΣΤΡΑ:

Κάποτε μεσ’ απ’ το σύννεφο βγαίνει ένα πουλί περνάει πάνω απ’ τα σπίτια και κατεβαίνει στην πόλη, άλλοτε χρόνια έμεινε φυλακισμένο μεσ’ στο φεγγάρι γι’ αυτό κι είναι πολύ πικραμένο πολύ λαμπερό μ’ ένα μεγάλο μονάχα όμορφο γυναικείο μάτι. Μεσ’ απ’ το σύννεφο κατεβαίνει μεσ’ στη βροχή, περνάει σα φάντασμα πάνω απ’ τα σπίτια στους δρόμους το κράζουν πουλί πουλί της βροχής δεν στέκεται πουθενά γιατί αν σταθεί χιλιάδες σκορπισμένα δάχτυλα το δείχνουν γιατί είναι ένα πουλί σκληρό που βάφτηκε με αίμα π’ αγριεμένο στην πόλη κατεβαίνει με τη βροχή κι ένα πανέμορφο έχει γυναικείο μάτι… Γι’ αυτό και οι γυναίκες ταράζονται μόλις το δουν άλλες όμως το κρύβουν μεσ’ στους καθρέφτες τους, άλλες το κρύβουν σε βαθιά συρτάρια κι άλλες βαθιά μες στο σώμα τους έτσι δε φαίνεται, δεν το βλέπουν οι άνδρες που τις χαϊδεύουν το βράδυ ούτε το πρωί σαν ντύνονται μπροστά στον καθρέφτη δεν το βλέπουν γιατί είναι ένα πουλί πολύ πικρό πολύ λαμπερό πολύ φοβισμένο [ΚΑΠΟΤΕ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948 – ART by Robert Dowling Painting]



Η ΠΟΡΤΑ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος
άνοιξε στο θάνατο
και δεν μπορούν να τον σκεπάσουν
τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού
πίσω απ’ την πόρτα
πίσω απ’ την πόρτα το κορίτσι γδύνεται στον άνεμο
τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε μια προσευχή χιονιού
βογγάει λυγάει τα κλαδιά ο βοριάς ο μαύρος
οι ξυλοκόποι χάθηκαν στη θάλασσα
χλωμά καΐκια κατέβασαν τις σημαίες τους
σάλπιγγες στο βυθό σημάνανε το τέλος
ενώ στο λιμάνι βγαίνουν κυριακάτικο περίπατο
γυναίκες μες στα μαύρα σέρνουν τ’ αγόρια τους
πεταλωτές παιδεύουνε τ’ άμοιρα τ’ άλογά τους
άγριες λατέρνες μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους
παιδιά πουλάνε κοκοράκια κόκκινα σα χιόνι
καράβια και πουλιά σφυρίζουν φεύγουνε
κατάρτια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από τα άστρα
η πόρτα που άνοιξες με προσοχή
έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της
πίσω από κάθε μία και μια κραυγή
πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι.

ΥΔΡΑ
Το αίμα μου το κρέμασαν πάνω στα κλαδιά
το αίμα μου το ρίξαν μες τη θάλασσα
τ’ άγρια λουλούδια τα βαμμένα δόντια τα πικρά φιλιά
τα ψάρια τα καράβια μεσ’ στη θάλασσα
μέσα στο αίμα το δικό μου χτίσαν τη φωλιά
από το αίμα το δικό μου βάψαν τα πανιά
από το αίμα το δικό μου πέταξαν φτερά
όλα τα φοβερά πουλιά μέσα στη θάλασσα.

Η ΜΑΧΗ
Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
στα μπαλκόνια βοηθούσες τους αρρώστους
να κατεβαίνουν
με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα λουλούδια τους
ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα
όλοι πυροβολούσαν

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου
όπου ψηλά βουνά κι όπου μεγάλοι δρόμοι
μεγάλοι δρόμοι με φωτιές και με περίστροφα
μ’ ένα φτωχό που μοίραζε βίους αγίων
με μια τσιγγάνα που ’θελε παράφορα ένα αυγό
να κάνει μέσα του την πλάση να στενάζει

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου
και μέσα στη βροχή στεκόταν Προσοχή
ο κρεμασμένος
με τα χρυσά σιρίτια το βιολί και το μαντίλι του
με δέκα σύννεφα από λάσπη στην καρδιά του
κι από τη λάσπη παίρναν τα μικρά παιδιά
και χτίζαν δέκα πολιτείες ονείρου

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
κι οι άρρωστοι τώρα είχαν χαθεί κάτω στους δρόμους
με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα τραγούδια τους
ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα
όλοι πυροβολούσαν.

Ο ΛΗΣΤΗΣ
Ο κρότος των άστρων ψηλά
και κάτω η πράσινη χλόη
κι ένας ηλεκτρικός πετεινός σιδερένιος
βγάζει φλόγες
το ρολόι σταματάει μεσ’ στα σύννεφα
στην πόρτα ο ληστής
ο πάνθηρ
με το μακρύ κοντάρι
με τα μακριά μαλλιά
σαν αρχαία γυναίκα
μ’ ένα αυγό ματωμένο στο χέρι
γύρω-γύρω τα κάγκελα το γιασεμί
η σκιά του φεγγαριού
η σκιά των δοντιών μέσα στο αίμα
η λάσπη
ο σταυρός
το ρολόι μετράει
το ρολόι δεν ζει
κι η φωνή της ακούγεται σκοτεινή
η καρδιά της κοχλάζει
σαν παλιό κρασί ξεχασμένο
βαθιά
σαράντα σκάλες
το ρολόι μετράει
σαράντα
σαράντα ημέρες
και σαράντα χρόνια
το ρολόι δεν ζει

ΛΑΖΑΡΟΣ
«Είναι όλα νέα σήμερον
έτος δωρήματα ελπίδες
και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

Βροχή μεσ’ στις στοές βροχή
χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα
με παγωμένα πόδια
για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου
Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
σου κάνουν έναν τόπο μακρινό
ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες
ένα λιβάδι τρομερό
σήκω απ’ το κρεβάτι Λάζαρε
Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ
Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης
γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας
αγάπησε τη ζωή.

«Είναι όλα νέα σήμερον»
για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες
«και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Εργοστάσιο εργοστάσιο
νύχτας και φωτιάς
με ήλιους μεγάλους από τριαντάφυλλα
πυροσβεστικές σκάλες
λεύκες-φαντάσματα με κόκκινα φύλλα
πουλιά απελπισμένα δεμένα με σκληρές
άσπρες κλωστές
φριχτά παιχνίδια.

Η νύφη
χαμογελάει
με λεκιασμένο μπράτσο
με ραγισμένο χέρι
με τα βαμμένα νύχια
στην προκυμαία πλάι-πλάι το βαπόρι
και παρακάτω η τρικυμία
και παρακάτω ο πνιγμένος

Αυτός Εκείνη

Τα κουρασμένα τ’ άλογα πλάι στη βρύση
η δίψα
κι ακόμα παραπάνω από τη δίψα

Ο Ποιητής

Είχε  τους κήπους του κρυμμένους μεσ’ στο στόμα του
που κάηκε και γέμισε καπνούς τη χώρα

Εργοστάσιο εργοστάσιο
φρίκης και φωτιάς

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΟΛΟΙ ΔΙΨΑΝΕ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ. ΟΛΟΙ ΜΑΣΑΝΕ ΜΙΑ ΜΠΟΥΚΙΑ ΟΥΡΑΝΟ ΠΑΝΟΥ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΙΚΡΑ ΤΟΥΣ

Αυτά τα δένδρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγε στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις οργανές ελιές του και τα’ αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο!.. Μαρμάρωσαν τα δένδρα, τα ποτάμια και οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνω απ’ την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα [κι άλλα αποσπάσματα από την ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ του Γιάννη Ρίτσου]




ΟΤΑΝ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την 1η Ενότητα)
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ’ απ’ τα άγρια
γένια τους.
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με
            ταμπούρλα.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κι η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο που βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα

ΔΕΝΔΡΟ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ, ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΠΕΡΑΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την 4η Ενότητα)
Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο του κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε  ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγρυπνο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού  μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δένδρο το δένδρο, πέτρα την πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δένδρα,
κι όταν χόρευαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδουνίζανε τα γυαλικά στα ράφια.

Α, τι τραγούδι τραγουδάνε τα κορφοβούνια =
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν τα αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να ’σπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες τη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ο ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσχοβολούσε τα χαράματα,
το χώμα που ήτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς μύριζε το χώμα-
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας,
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δένδρα –
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα
κι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα,
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός,
και τούτοι μες τα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτω απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σχοινί –προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΧΕΙ ΕΦΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΑΠΟΚΟΙΜΙΣΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ (αποσπάσματα από την 7η Ενότητα)
Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή που τα τσιμπολογούν οι κότες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα και η φωνή του φετινού τζίτζικα,
στα σκίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σαν σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί –τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στον χωματένιο ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες,
τα  βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μια σιγαλιά από αχλάδια που αυγαταίνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού,
μια νύστα από νερό που όλο χαζεύει μες στης χαρουπιάς τις ρίζες
η άνοιξη έχει εφτά ορφανά αποκοιμισμένα στην ποδιά της,
έναν αητό μισοπεθαμένο στα μάτια της,
κι εκεί ψηλά, πίσω από το πευκόδασο,
στεγνώνει το ξωκλήσι του Αι-Γιαννιού του Νηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μουριάς που την ξερνάει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού του ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βαλανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους
με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Ελλήσποντου.

Δεν χρειάζεται να θυμηθείς. Η φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου, το ίδιο και το σπερδούκλι του νησιού κη η κάππαρη.
Το αμίλητο πηγάδι από βαθιά ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι άσπρο άνεμο,
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια, - η ίδια η πανάρχαιη φωνή,
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει στα χωράφια τους μεγάλους σκοτωμένους,
ψάχνει τα πρόσωπά τους με άγρια, παγωμένα δάχτυλα
να βρει τον γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνεις τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρει. Κάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στραπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Κουρντίζουμε και πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.
Όταν μεθαύριο λιώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια του ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στις ροδοδάφνες
έτσι που πάει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.

Τότε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι σαν πολύ μακρινά,
είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενιτεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουν μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κι έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. Κι είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Και να την ώρα πια που το φεγγάρι τον φιλάει σιμά στ’ αυτί με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, οι γλάστρα, το σκαμνί κι η πέτρινη ανεμόσκαλα το λένε καλησπέρα
και τα βουνά κι οι θάλασσες κι οι πολιτείες κι ο ουρανός του λένε καλησπέρα
και τότε πια τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει απ’ τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει απ’ τη σιγουριά των δένδρων και των άστρων και των αδελφών του

Η Ρωμιοσύνη (γραμμένη το 1945-47 και τυπωμένη πρώτη φορά το 1954  είναι μια μεγάλη ποιητική σύνθεση χωρισμένη σε επτά μέρη-ενότητες. Στη σύνθεση αυτή ο ποιητής, συνδέοντας με τρόπο προσωπικό διάφορα στοιχεία της ιστορικής παράδοσης και ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, μας δίνει ανάγλυφη τη μορφή της Ελλάδας και των ανθρώπων της στον αδιάκοπο αγώνα τους για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ΧΤΥΠΑΩ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ, ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑΕΙ (όμως εγώ ξέρω πως πίσω απ’ τον τοίχο είναι ο θεός. Γιατί μόνον εκείνος δεν απαντάει):

Είχαν όλοι κοιμηθεί, παραμέρισα το παλιό ερμάρι και κατέβηκα, κανείς δεν ήξερε αυτή τη μυστική σκάλα στο σπίτι, μόνο η μισοπάλαβη υπηρέτρια όταν στέκονταν εκεί κοντά, άρχιζε, χωρίς λόγο, να κλαίει, κι ύστερα ήταν ο δρόμος έρημος, πλάι μου ερχόταν μια γυναίκα κουτσαίνοντας, και πιο εκεί δεν είχαμε τίποτα, στο λόφο ήταν μαζεμένοι, αποβράσματα λογής-λογής, μεθύστακες, λιποτάχτες, «Κύριε, του λέω, κάνε ένα θαύμα να σ’ αναγνωρίσουμε» «πήγαινε κι αμάρτανε, μου λέει είναι αργά» κι ένιωσα τη δύναμη που συγχωρεί και που κάνει την άρπα να παίζει μόνη της πλάι στον άνθρωπο που χάνεται, από μακριά ακούγαμε κιόλας τις πυρκαγιές που τριζοβολούσαν, κι όταν έμαθα πως άρχισε η εξέγερση, βάλθηκα να χτυπάω τον τοίχο, ώσπου οι σοβάδες έπεσαν μ’ ένα ξερό κρότο, αφήνοντας να φανεί το αμάξι που περίμενε, ακριβώς την ώρα που ο πατέρας ανέβαζε τις βαλίτσες, η μητέρα στέκονταν στη σκιά, με μια βεντάλια, νιόνυφη, «να μου προσέχεις τη μητέρα» του λέω, μα ο πατέρας δεν μ’ άκουσε, καθόταν πίσω από τα τζάμια του νοσοκομείου, γέρος, κι η μητέρα έκλαιγε που δεν τον πρόφτασε ζωντανό – ύστερα έκλεισαν την πόρτα του αμαξιού και ξεκίνησαν για το γαμήλιο ταξίδι. [ΓΑΜΗΛΙΟ ΤΑΞΙΔΙ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, από την ενότητα Μικρές Ιστορίες 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Chihanou Shiota]


ΤΑ ΣΦΑΓΕΙΑ (από τις Μικρές Ιστορίες του Νυχτερινού Επισκέπτη)
Ο κατηγορούμενος ήταν ένα φτωχό, λιγδωμένο γκαρσόνι «γιατί έφτυνες στο κονιάκ;» τον ρώταγαν, «πρέπει να ζήσω κι εγώ» έλεγε εκείνος, είχαν φέρει κι έναν ψευδομάρτυρα, σκεπασμένον από πάνω ως κάτω, «αχρείε, σε γνώρισα, του λέω, είσαι εσύ που δε μ’ άφησες ν’ ανέβω» «καλύτερα μου λέει, γιατί αν τον συναντήσεις στη σκάλα, τότε τι θα κάνεις;» κι ο περίεργος άνθρωπος ξαναστάθηκε απέξω, εκεί που σφάζαν τα ζώα, «πες τα όλα» του φώναζαν κι άρχισε να διηγείται για μια επίσκεψη, και πώς του έπεσε το καπέλο απ’ τις σκάλες, μπροστά σε όλους, «εκείνοι γελούσαν, έλεγε, μα εγώ όπως έσκυψα να το πιάσω είδα τα πόδια του Κυρίου»,
κι όταν περασμένα μεσάνυχτα, φέρανε τους καινούργιους, άσε, είπα μέσα μου, μην τους το πεις, θα το μάθουν γρήγορα μόνοι τους…

Ο ΑΘΩΟΣ (από τις Μικρές Ιστορίες του Νυχτερινού Επισκέπτη)
Το σπίτι ήταν έρημο, το έβαφαν και μόλις είχαν φύγει οι ελαιοχρωματιστές, κάποιος καθόταν στο πάτωμα και μοίραζε αδιάκοπα τα χαρτιά, «με κλέβει» μου λέει και μου ’δειξε αντίκρυ μες στη σκιά, πιο εκεί έστεκε η Μαρία φοβισμένη, «κι αυτό το σπλαχνικό φως που πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν είναι απόδειξη της μοιχείας;» φώναξε ο Ιωσήφ, καθώς αργότερα μπήκαμε στο μπαρ, άναβαν τα φώτα, πίσω απ’ το τζάμι καθόταν ο θλιμμένος μουσικός, «δεν ξέρω να παίζω, μου λέει, αλλά το κάνω γι’ αυτόν» και μου ’δειξε τον ετοιμοθάνατο, ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, ακουμπισμένοι στον τοίχο περιμέναμε τη σειρά μας κι όταν ύστερα μ’ άρπαξαν απ’ το γιακά και με πέταξαν στην πάροδο, «εγώ, τους λέω, δεν είμαι ικανός για έγκλημα, ορίστε η απόδειξη», τράβηξα το σεντόνι και τους έδειξα το σκοτεινό κυπαρίσσι, «μ’ αυτό, τους λέω, έζησα – τι να τους κάνω τους άλλους».

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Έφυγε ξαφνικά μια μέρα του φθινοπώρου, πάνω στο τραπέζι είχε αφήσει ένα γράμμα, «μη με διώξεις» έγραφε, και μιλούσε για ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τα φώτα ήταν όλα αναμμένα στο σπίτι, για να μην καταλάβω πως, ίσως δεν είχε έρθει ποτέ, ενώ πλάι στο γράμμα είχε ακουμπήσει το μυστήριο του θανάτου του, που οι αράχνες το ’χαν κιόλας σκεπάσει, «πώς με βρήκες, μου λέει, εγώ δεν υπήρξα», «γι’ αυτό» του λέω, κι ήταν σαν να ’χαμε γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, που έτρεχε μες το ανατρίχιασμα των δρόμων,
μα ούτε και μπορούσα να παλέψω μ’ αυτήν την πρόσοψη του σπιτιού, που οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ το αίμα μου, μες στο σκοτάδι της νύχτας.

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Μέσα σ’ όλα αυτά υπήρχε κάτι σκοτεινό και διφορούμενο, μια ρωγμή που μόλις διακρινόταν στον τοίχο, και συχνά καθόμουν στ’ ανοιχτό παράθυρο, ώσπου η νύχτα μ’ έτρωγε σιγά-σιγά, κι έμενε εκείνο το ελάχιστο, που μόνο κανείς μ’ αυτό ανεβαίνει, έξω η ησυχία και οι ανεπαίσθητοι υπαινιγμοί από αιώνιες συνομιλίες, ο χωρικός περνούσε με τα χοντά του ξυλοπάπουτσα, και τότε ένιωθα πως όλα έγιναν κι εγώ ακολουθούσα μόνο από μακριά κι έμπαινα από δωμάτιο σε δωμάτιο, να βρω ποιος ζει τη ζωή μου, μα πιο πολύ με τρόμαξε η ωχρότητα του γιατρού, και λέω γιατρού, γιατί δεν υπήρχε κανένας άρρωστος, μόνο η ταπεινή αφοσίωσή μου, «ναι, γιατρέ, του λέω, κανείς δεν λείπει, κανείς ποτέ δεν έλειψε», και, μάρτυς μου ο Θεός, εκείνη τη στιγμή στο βάθος της κάμαρας ξαναπέρασε η οπτασία.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Όπως κι αν ήταν, σ’ αυτό το πένθιμο σπίτι ήμουν ο τελευταίος απ’ τους υπηρέτες, αυτός που είχε γνωρίσει κάτω απ’ τη σκάλα τον άλλον οικοδεσπότη, το ξύπνημα όμως ήταν εντελώς διαφορετικό, έπρεπε να προσέχω τις άρρωστες γριές, που νέες, τότε, ορκιζόντουσαν να πεθάνουν νωρίς, και τα δένδρα είχαν ακούσει τόσα ερωτικά λόγια, που καμιά φορά τη νύχτα προχωρούσαν αλλιώς μέσα στον κήπο, και λέγοντας όλα, δεν ήταν παρά εκείνη η νύχτα που ακούμπησα το προσωπείο πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στους ξένους, σαν να ’ταν να ζήσω κι άλλη φορά, εκείνοι ακίνητοι με κοίταζαν να κατεβαίνω, γιατί δεν είχα άλλη διέξοδο παρά μόνο το χαλί, που το δίπλωσα αργά-αργά και με τέτοιο τρόπο, που να μη φανεί το χειρότερο.
Κι ενώ όλοι απαιτούσαν μιαν άμεση απάντηση, εγώ τους άφηνα στην πλάνη τους, που ήταν η μόνη μουσική…

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΩΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΙΜΟΠΤΥΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ (… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα, ούτε επιστροφή να πιάσουμε):

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία, ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή της χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη λασπώνει τα μάτια με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών. Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς να αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια να για δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας –κλειδί των φεγγαριών.
Τη νύχτα αναζητήσαμε –κι αυτή μας πλημμυρά, ποθήσαμε τη σιωπή –μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:
Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες, δεν μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε –κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη –κι εκείνη στα παιδιά της. Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε, ήμασταν άνθρωποι πολύ, άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης, άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις, άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί!.. [επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Παλιοί Κήποι – ART by KHM Orangen]




ΔΑΚΡΥΣΕΣ…
Δάκρυσες – κι έβρεχε όλη μέρα
ξεχείλισαν οι στέρνες και τα λούκια
λάσπωσαν γλάστρες, λάσπωσαν μπουμπούκια
και των ματιών μου λίγο η ξέρα.

Απ’ των χεριών σου την βεντάλια
το φως ανόρεχτα λιποταχτούσε.
Πώς θέλαμε η πόρτα να χτυπούσε
να στρίβαμε ίδια τα κεφάλια…

Πριν μας αγιάσει το άρωμά σου
μας πήραν τη γιορτή, την πήραν ίσκιοι
κι όταν αργά των αστεριών οι μίσχοι
άρχισαν να λυγούν προς την καρδιά σου

τρόμαξα. Τι μας πέθανε εδώ μέσα;
κι ευθύς το φως σηκώθηκα ν’ ανάψω
ώρες πολέμαα κάτι να σου γράψω
Δάκρυσες – κι έβρεχε όλη μέρα…

Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Μακριά, η ζωή. Κι εδώ, ραγισματιά πάνω στη θλίψη,
άμμος εδώ ανακατεμένη με σκουριά των ουρανών,
κούραση θάλασσας πικρή, σωροί αγρύπνιας των ουρανών
γυμνό η αγάπη μας σπαθί κι ο πόνος δίχως τύψη.

Σάπια καράβια τραβηγμένα πέρα από το χρόνο,
πέρα απ’ την εγκατάλειψη, να μας αδειάζουν τη ματιά
και σε κατάστρωμα σκιών σκίζει η βροχή τη μοναξιά
-φωνή, που μας γεφύρωσες τη νιότη με τον πόνο!..

Νύχτα είναι και καπνιά μες στον καρπό της νοσταλγίας.
«Περίμενε»! είπε, κι ήτανε το πρόσωπό της φως κεριού,
πυρπολημένη απόγνωση κάποιου χαμόγελου πικρού,
και τα μαλλιά της έπεφταν κρουνοί μελαγχολίας

στη στέρνα του οίκτου, σπάζοντας σε σιωπές κι αστέρια.
«Χρόνια και χρόνια πίναμε καφέ σε χείλη πηγαδιού
στραγγίζοντας τους δρόμους μας σε τάσι ολάσπρου φεγγαριού
πες μου, λοιπόν, ποια να ’ναι αυτή, που θα ’δενε τα χέρια

γύρω απ’ το χθες και το αύριο, στεφάνι στην καρδιά σου;»
-«Πικρό δαφνόφυλλο τη σκέψη μου στα δόντια μου μασώ,
δωσ’ μου το χέρι σου, όμορφη, κι εγώ τη μοίρα μου θα πω:
Να δαχτυλίδια οι τροπικοί της γης στα δάχτυλά σου,

να, οι εποχές οι ανήξερες, που απ’ το όνειρο φλεβίζουν,
να, η χούφτα σου η ολόχρυση γούρνα με τις νεκρές στιγμές,
να τος κι ο δρόμος της χαράς, που ξεψυχάει προς το χθες,
να, οι χωρισμοί, που αρμόζουνε σε μας και μας ορίζουν»

-«Τα χείλια μας λειψά είναι απ’ το φιλί της ευτυχίας
κι ωστόσο για ν’ αγιάσουνε τραγούδια νέα θα μπορούν.
Ξέρω τη μοίρα μου, τη λεν τ’ άστρα στο νότο όταν γκρεμνούν.
Τράβηξε το ξερόφυλλο της ματαιοδοξίας…»

Παρένθεση φθινόπωρου έκλεισε τ’ όνομά μας,
τα μάτια μας θησαύρισαν τα μάτια μας με προσμονή,
τα χέρια μας γεμίσανε τα χέρια μας με σιωπή,
τα βήματά μας θάφτηκαν κάτω απ’ τα βήματά μας

κι οι βλεφαρίδες μάκρυναν του πόθου το ταξίδι.
Σταγόνα νιότης σκόρπισες σ’ ένα μαντίλι απαντοχή,
ορόσημο του πάθους μας ναυάγησες μες στη βροχή,
σ’ έκοψε χρώμα ανάμνησης ο ορίζοντας λεπίδι.

-«Περίμενα, είπα κι άκουσα η δειλία να βουίζει,
τυλίξου τώρα στο μανδύα των ουρανών»
βρέχει το σύννεφο του ατέλειωτου φτερά χελιδονιών
στο τρομαγμένο διάστημα, τα χέρια ως μας χωρίζει.

«Θα σε θυμάμαι, στοχασμό, δάκρυ ή ανατριχίλα
στο παραμίλημα του χθες, στης νέας ελπίδας το παλμό,
φούσκωσε, φούσκωσε η καρδιά μου απ’ της ζωής το στεναγμό,
όπως απ’ την παλιά βροχή φουσκώνουνε τα ξύλα»

… Μακριά, η ζωή. Κι εδώ, η βουή απ’ τα μάτια τα φευγάτα.
Πάνω στη θλίψη ράγισμα και κάτω η άμμος να μετρά
τα βήματα, τα αισθήματα. .. Μια αξέχαστη βραδιά
δυο ανθρώποι είδαν τις μοίρες τους, μα χώρισαν για πάντα.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ Μ.
Θλίψη παλιάς νοτιάς, της νιότης πικραγκάθι,
ζητάς με νέους χυμούς οδύνης να μας θρέψεις.
Έχουμε οργώσει τα τοπία μας με σκέψεις
να βρούμε της ζωής το κατακάθι.

Μην κλαις. Μουσκεύει η ανάμνηση, σκουριάζει η πόρτα,
στις δεκαεφτά πτυχές του ανέμου μας γυρεύουν
τα πεθαμένα καλοκαίρια και σαλεύουν
παράξενα στη μνήμη μας τα χόρτα.

Καίνε στις χούφτες μας ταξίδια τα χαλίκια
καθώς πετροβολάμε το αύριο μ’ ελπίδες
πηδούν νεκρές χαρές στα μάτια μας οι ακρίδες
κι ολημερίς φωνάζουν τα τζιτζίκια

στο κοιμητήρι που γαλάζια μεσημέρια
σταλάζουνε μέσα στους τάφους το λιοπύρι
-μα άσε δεν είναι στάχτη των χειλιών σου η γύρη
κι ούτε κορδέλα μαύρη έχεις στα χέρια.

Εδώ τα όνειρα ήσυχα βλασταίνουν
τα στάχυα από έγνοια κι από λυγμό έχουν μεστώσει
μα να θερίσει εδώ κανείς δε θα σιμώσει.
Το σούρουπο μονάχα κατεβαίνουν

τα συμπονετικά πουλιά για να τσιμπήσουν
κάτι από λήθη, από στοργή κι από χρυσάφι.
Όμως μη βλέπεις πόσο πλήθυναν οι τάφοι
τα μάτια σου καράβια θα γεμίσουν.

Μην κλαις. Μουσκεύει η ανάμνηση, πονάει το χώμα
γύραν οι ελιές την ηλικία του λόφου
θα ’ρθουν τα σύννεφα του παιδικού μας ζόφου
για να μας πουν πως ζούμε, ζούμε ακόμα.

Τίποτε… Δεν αντέχω να κοιτώ το βάθος
παντού κλωθογυρίζει η σαύρα, το σφαλάγγι
κι εμείς από ’να νέον οίκτο έχουμε ανάγκη
κι από ’να καινούριο πάθος.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.