Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (προσπάθεια μάταιη να χτυπηθεί το νόημα μ’ όποια μετάθεση των λέξεων, μ’ όποια αποδέσμευσή τους):

Βρέχει… Μια κυρία εξέχει στη βροχή μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι. Κι είναι η βροχή σαν οίκτος κι είναι η κυρία αυτή σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή. Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή, βαριές πατημασιές καημού τον βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας. Κοιτάζει… Κι όλα αλλάζει στάση, σαν κάτι πιο μεγάλο της,  ένα ανυπέρβλητο, να ’χει σταθεί μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει. Γέρνει λοξά το σώμα παίρνει την κλίση της βροχής χοντρή σταγόνα μοιάζει- όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα. Κι είναι η βροχή σαν τύψη. Κοιτάζει… Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα κάγκελα τα δίνει στη βροχή πιάνει σταγόνες φαίνεται καθαρά η ανάγκη για πράγματα χειροπιαστά. Κοιτάζει… Και, ξαφνικά, σαν κάποιος να της έγνεψε «όχι», κάνει να πάει μέσα. Πού μέσα – μετέωρη ως εξείχε στη βροχή και μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι. [ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ Κική Δημουλά από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ, 1963 – ART by NEKHBETSUN nocturne]



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
Το σπίτι
κοιτάζει το δημόσιο δρόμο
και τη θάλασσα
με λογική τεσσάρων παραθύρων,
χαμογελώντας στερεότυπα
μ’ ένα πλατύ πορτοκαλί
μπαλκόνι

Σ’ αυτό το μπαλκόνι
σ’ αυτό το χαμόγελο
τ’ απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο
εκθέτει.

Ο χρόνος το συνέγραψε
χωρίς έξαρση
από νύχτα σε νύχτα
σε γλώσσα πόνου ρέουσα
γεμίζοντας
κατεβατά φθοράς.
Κι ούτε ένα λάθος γέλιου.

Κάθεται
άκρη άκρη στην καρέκλα
να μην επιβαρύνει το απόγευμα

μ’ όλο το βάρος της κατάκοιτης καρδιάς της,
ίσα ίσα να υπάρχει
σταματημένη μέσα στη ζωή της
από μιαν άπνοια τύχης,
ίσα ίσα για ν’ αντέξει τώρα
της έκπληξής της το σπασμό:

«Υπάρχουν θάλασσες
καράβια νευρικά
που σπρώχνουν λύσεις
στο ανεμπόδιστο;
Κι άνεμοι που ξεριζώνουνε τα στάσιμα;
Κι αυτά τα εύληπτα που πίνει χρώματα
το αλκοολικό απόγευμα
υπάρχουν;» Δεν το ’ξερε.
Δεν το ’ξερε η ζωή της

Τώρα
αποτολμά μια κίνηση παράξενη:
λίγο το σώμα ρίχνει εμπρός,
το ξαναφέρνει πίσω,
βαριά κωπηλασία μνήμης κάνει,
γιαλό γιαλό τα δάκρυά της.

Σιγά σιγά
απόγευμα, πρόσωπο και μπαλκόνι
από το σούρουπο υποσκάπτονται.
Το σχήμα τους παραφρονεί.
Σε χώρο θάμπους κλείνονται
να μην μπορούν να μπουν άλλο τα μάτια μας.
Νυχτώνει.

ΟΡΙΣΜΟΙ
Μ’ αρέσουνε οι διάφοροι θεοί
που συναντώ στα πάρκα, στα μουσεία,
και στων σπιτιών τους κήπους,
πάλαι ποτέ θεοί και τώρα τέχνη,
γνώσις μυθολογίας κι εξωραϊσμός.

Έτσι κι εσύ, θεά Αφροδίτη.
Σε συναντώ χρόνια τώρα,
μόνη, κατάμονη,
γωνία Κοδριγκτώνος και Κυψέλης
-μια διασταύρωση θνητών-
σ’ ενός σπιτιού τον κήπο,
ελάχιστον, όσο για να χωράει
το ξάφνιασμα που προκαλείς
κι ένα φυτό αναρριχώμενο που,
όταν του βάζει λόγια ο ήλιος,
σου αφήνει
μικρά σημάδια από σκιά
στο σχήμα και στο μέγεθος του φύλλου.

Και τώρα ήρθε πια η στιγμή,
Θεά Αφροδίτη, να μιλήσουμε
σαν ίσος προς ίσον. Θέλω να πω
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Λένε η Γη πως στρέφεται
περί τον πολυμήχανο άξονά της,
κι εκείνος μέσα μας.
Για να το καταλάβεις,
άξονας ή μοίρα
είναι αυτό που συνετέλεσε
ώστε να κουβεντιάζουμε τώρα οι δυο μας
σαν ίσος προς ίσον:
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Στρέφεται, λες ένα στρογγυλό
επίμονο κυνηγητό
της νύχτας πίσω από τη μέρα,
κι έτσι τελεσφορούν τα εικοσιτετράωρα.
Οξύ το πρόβλημα των εικοσιτετραώρων,
Θεά Αφροδίτη,  ή και του χρόνου.

Χρόνος είναι
ό,τι μεσολαβεί και μετατρέπει.
Διαιρείται σε στιγμές.
Στιγμή είναι, βέβαια,
ένα τίποτε του χρόνου.
Όμως χωράει τ’ αποκορυφώματα,
Θεά Αφροδίτη.
Κι εκτός που διαιρείται σε στιγμές,
εκτός που τις μεγάλες ιστορίες
στο έλεος της μνήμης τις αφήνει,
απαραιτήτως διαιρείται
(όπως ίσως σου έδειξε
το αναρριχώμενο φυτό)
σε τέσσερις μεγάλες εποχές:
στο χειμώνα, στην άνοιξη
στο καλοκαίρι και, τέλος,
στο περίλυπο φθινόπωρο,
που υπερασπίζεται πολύ τ’ αγάλματα
και κάποιους φθινοπωρινούς ανθρώπους.
Φθινοπωρινοί άνθρωποι
είναι αυτοί
που κουβεντιάζουνε μαζί σου
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Εις επήκοον της μοναξιάς.
Μοναξιά δε είναι, Θεά Αφροδίτη,
αυτή που φαίνεται στο βάθος:
πίσω ακριβώς κι από τις δυο μας.

ΠΑΣΧΑ ΠΡΟΣ ΣΟΥΝΙΟ
Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη
λες κι από τις άκρες της σφιχτά
την έπιασε η στεριά και την τεντώνει.
Στην άκρη του γκρεμού,
που συγκρατεί το θέαμα,
ευωδιάζει ο ίλιγγος
κατρακυλούν αυτοκτονίες…

Αριστερά, η εποχή,
σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.
Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,
έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.
Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού
επάνω του ακόμα ξεχασμένο
το πάθος της Σταυρώσεως παρατείνει.
Περί διαγενομένου του Σαββάτου,
Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων
ιδέαν δεν έχει.
Σύμπτωσις:
Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος
ουκ αποκεκύλισται
ην γαρ μέγας σφόδρα

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ
Φίλος
με ανεξακρίβωτη την έκφραση
με βλέμμα που, συχνά,
μεταναστεύει,
συνδρομητής της τέχνης
και του ωραίου γενικώς,
με ιδιαίτερη εκτίμηση
στο ποίημα του Έλιοτ  «Φλησβάς»,
έχει παρ’ όλα αυτά, μετατεθεί
σε μακρινή επαρχία

Φεύγοντας
παίρνει μαζί του τα απαραίτητα:
αποχαιρετιστήριες εκφράσεις,
την «Έρημη Χώρα»,
ένα γλυπτό για εταζέρα κι αναπόληση,
και προπαντός το μαγνητόφωνο,
να περιστρέφει το τακτόν
υψίσυχνα, μετατρεπτά,
στα τελευταία σουξέ.

Σσ συναντώ χρόνια τώρα, μόνη κατάμονη, θεά Αφροδίτη σε μια διασταύρωση θνητών, σ’ ενός σπιτιού τον κήπο,  εις επήκοον της μοναξιάς: ΧΡΟΝΟΣ είναι ό,τι μεσολαβεί και μετατρέπει, ό,τι διαιρείται σε στιγμές. ΣΤΙΓΜΗ είναι ένα τίποτε του χρόνου που όμως χωράει τ’ αποκορυφώματα… ΜΟΝΑΞΙΑ δε είναι αυτή που φαίνεται στο βάθος πίσω ακριβώς από κάποιους ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που κουβεντιάζουνε μαζί σου σαν άγαλμα προς άγαλμα…. [Κική Δημουλά, από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: