Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΔΟΙΑΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΥΤΟ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΟΛΑ (τι δίψα για μπουρλότο είναι αυτή θεέ μου;)

… κι αν δεν είναι έτσι; κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα; βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα να ’ρχεσαι έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά, μπροστά μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…. μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία, να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών, ν’ αλλάζουν σημαία, τους απεργούς θερμαστές στην προκυμαία να σουλατσάρουν πεισματάρηδες με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα στις φούχτες, να ψάχνουν για μπορντέλα, να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη για την ανάσταση του γένους… εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός: ορκίστηκαν όλοι, άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα, άλλος στο όνομα της κορούλας του, άλλος στον άγνωστο στρατιώτη άλλος… πού να θυμάμαι τώρα, μα ο τελευταίος αχ θεέ μου, τι στιγμή ήταν εκείνη… Χωρίς ραδιουργίες έτσι όπως απόγεμα μεγάλο Σάββατο μου βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα, φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια, ανάμεσα σε δυο θάλασσες, από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο και στη μέση το σημάδι το ματωμένο. Πού να βρω πια ησυχία; την άλλη μέρα ήρθε το μήνυμα σκληρό: το πτώμα σου τσαλακωμένο όπως το τραίνο που ’πεσε στη χαράδρα το βρήκανε στη βαϊκάλη μογγόλοι ψαράδες να πλέει δίπλα σε μια ψάθα τότε πια πάει κι η αγιά σοφιά πάει και το μεσολόγγι πάει κι ο νότης μπότσαρης, οι αργοναύτες παντρεύτηκαν στη βραζιλία, σκόρπισαν τα μαλλιά του αγαμέμνονα στους πέντε ανέμους, κάψανε τα πλοία και δεν ξαναμίλησαν για τη μονεμβασιά. Το βράδυ…, τι λέω; κάθε βράδυ όλα τα βράδια αστροφεγγιά βάρβαρη, αστροφεγγιά των λογγοβάρδων, αστροφεγγιά σαν ξερό χταπόδι κατάντικρυ σ’ έναν ήλιο μασσώνο, βυρσοδέψη…. Τους σταύρωσα να ορκιστούνε ακόμα μια φορά, δε βαριέσαι… σκυλόρατσα… πεισματάρηδες αχαιοί, τουρκόσποροι, φραγκολαβαντίνοι, τραβήξανε τους πασαλήδες ρίξανε πάλι μπαρούτι χάμω ανάψανε όλοι σα δαδιά (τι δίψα είναι αυτή για μπουρλότο θεέ μου;) κι όταν πέρασε το δικό τους το γινάτι, πιάσανε ένα πεντοζάλη κάτω απ’ τα παράθυρα του παπά
με τον πολύφημο μπροστά να σαλπάρει από την γκουαταλαχάρα στο μέτσοβο που να σου κόβεται η πνοή. άειντε τώρα εσύ να κρατηθείς: βούιζαν τα τούμπανα από τη βραζιλία ως τη βαϊκάλη τσίριζαν τα κλαρίνα από τη νορβηγία ώσμε τη νέα καληδονία και σύψυχο τ’ άστρο μας τινάχθηκε σαράντα οργιές μπροστά, έτσι σε κομματιάσαμε στρίγγλα αστροφεγγιά… Τα σταυρωτά μου χέρια προπέλα στην πρύμνη της αράχωβας, το δοιάκι ανάμεσα στα μάτια σου οι μπουκαπόρτες ανοιχτές, τα κανόνια έτοιμα κι οι μπομπάρδες, ο παππούς μου, ναύτης του οράτιου νέλσων πυροβολητής, ορκισμένος στην φρυγία, με το μαρτίνι του και μπόλικο μπαρούτι από τη δημητσάνα να παραμονεύει από το παράθυρο του ναυαρίνου αυτή την αστροφεγγιά χρόνια τώρα… και να ’ναι μόνο αυτό; τα ύπουλα σχέδια του ολλανδού αρχαιολόγου; τα πονηρά μάτια του αγιογδύτη, να τριγυρίζει μες στους φτωχομαχαλάδες πουλώντας τάχαμ φυλαχτά κατασκοπεύοντας τα οχυρά του σπιτιού μας; τις κανονιέρες της θάλασσας; το κοντάρι του άη-γιώργη; είναι να τ’ ανιστορεί πια κανείς αυτά; είναι να τα επιστρατεύει; είναι να τους εμπιστεύεται αυτόματα όπλα; πέστε μου εσείς: πού είδατε μιαν αίγυπτο μετανιωμένη; ένα συνταξιούχο νικητή, βυζαντινό πάστορα, ένα γότθο πραματευτή, ένα ρεζίλη; πού είδατε έναν επίσκοπο πλασιέ; πού τέλος πάντων είδατε τα σταυρωτά μου χέρια προπέλα στην πρύμνη της αράχωβας; Α… η αράχωβα, η σπάνια μινωική πορσελάνη από την ωμοπλάτη του προφήτη δανιήλ, ήταν γραμμένο να μαντέψει το σημερινό δυστύχημα, τη συνέχεια στο νεκροταφείο τα έκτακτα βραδινά παραρτήματα, το αδιέξοδο του υπουργικού συμβουλίου, μιλούσε καθαρά μέσα από όλα αυτά για εκείνη, για την αστροφεγγιά που κρατούσε κατευθείαν από τη γενιά των ατρειδών και χρόνια τώρα είναι που φυγοδικεί σε μακρινές φυτείες κακάο ξυπόλητη και αναμαλλιάρα πότε στην κιλικία υφαντουργίνα, πότε στο σαν φραντζίσκο σερβιτόρα, στη μουκοβίνα πλύστρα ή πουτάνα στο βλαδιβοσκόκ ώσπου ένα βράδυ η θάλασσα, πάλι η θάλασσα, έφερε στο κουφάρι της στο γύθειο ανάμεσα σε ιαπωνικές ελαφρόπετρες σάπια λεμόνια από τη συρία και μισοφαγωμένα ξόανα από τις πλώρες των φοινίκων, είκοσι εφτά χρόνια ταξίδι στ’ αρχιπέλαγα… Το τι συνέβαινε στο μεταξύ απ’ το άλλο μέρος, είναι που κάνει την υπόθεση πιο τραγική θα καταλάβατε πια κι εσείς πως σ’ αυτό το μανιάτικο πύργο με πολεμίστρες που βλέπουν προς τα καφενεία όπου σαπίζουν κρεμασμένοι οι στρατιωτικοί χάρτες της ΙΙ μεραρχίας των πελασγών μαζί κι οι πανοπλίες των ισαύρων οι τράπουλες και τα βρόμικα φλιτζάνια, σ’ αυτόν το μανιάτικο πύργο, λέω, οι φλέβες μας γεννοβολούσαν ακατάπαυστα δεν τις χωρούσε πια ο τόπος τρίζαν τα θεμέλια του μυστρά από φλεβίτιδα. Αχ παππού, πώς έμεινες απαθής βιγλίζοντας από το παράθυρο του ναυαρίνου τη ξεμαλλιασμένη φρυγία, ενώ στα καφενεία πίσω από την πλάτη σου ο χαρτοκλέφτης κέρδιζε με το κόλπο που διάβασε στους χάρτες των πελασγών; τώρα ο ευρώτας μετατοπίστηκε ανάμεσα στα παράθυρά μας χρειαζόταν ένα πρόχειρο υδραγωγείο να διατηρηθεί το ξερό πρόσωπο του προγόνου. Τέλος έγινε κι αυτό: ένας άσημος, ένας τιποτένιος εφοριακός υπάλληλος απαίτησε την έξωση των ισαύρων, την εκποίηση του μανιάτικου πύργου και παράλληλα το σαμποτάζ του υπουργού στην εκβιομηχάνιση της χώρας απαιτεί ακόμα την εκταφή της αστροφεγγιάς, την πιο προσεκτική νεκροψία σύμφωνα με τα καινούργια στοιχεία που έδωσε η ωμοπλάτη του προφήτη δανιήλ ευρεθείσα στα θεμέλια αρχαίου οίκου της αράχωβας, τέλος ζητά να την κηδέψομε με τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία… τι θα κάνουμε τώρα; Το δοιάκι ανάμεσα στα μάτια σου αυτό τα έκανε όλα… (Απ’ το φάκελο μιας αστροφεγγιάς από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972 -ART by felzl)



ΕΠΟΧΗ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Γνωρίζω το βρυχηθμό σας
όμοιο με σκέλια σαραντάπηχου
κατεβαίνει από τη ράχη του βατοπεδιού
βγάζει λόγους μες στα καφενεία
παίρνει το σαρωνικό ένα χερόβολο τον τσαλακώνει
κι αγωνιά κι αγωνιά όπως ναυτολογικό γραφείο
για τα σκάφη όταν βράζουν τα μπουγάζια.

Πρόκειται για το μισό σου χέρι που έμεινε
κρεμασμένο στο λαιμό μου
να ωρύεται μανιακό να κουδουνίζει
ν’ ανοίγουνε οι πόρτες τρελές απ’ τη λαχτάρα
να κόβεται το τελευταίο βαγκόνι
παίρνοντας τον κατήφορο του σκοτωμού
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
κι ο πράκτοράς του που ειδικεύτηκε
στο δράμα του θεανθρώπου.
Αυτός δεν είναι ο βρυχηθμός σας,
ένας κοινός τόπος;
τι να περιμένω λοιπόν από αυτόν;
μήπως δεν είναι ένας ισόθερμος
ένας ισοβαρής ένας εξοφλημένος,
ένας ώριμος για εθελουσία έξοδο;
Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
πληρώνει σύνταξη στις χήρες
εξαγοράζει προϋσταμένους
κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
σεντόνια άσπρα της υποταγής
και παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή
γκαστρώνεται γεννά νεφρά πελώρια
τα τσακίζει τρέφεται επιζεί.
πέστε μου δεν αρχίζουν έτσι όλοι
οι βρυχηθμοί σας οι ύμνοι σας
για το μεγαλείο τόσων προγόνων
και τη νομοθεσία τάχα για
χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα και τα λοιπά;

Τέλος ο άλλοτε γενναίος ήχος ατόνισε
χαμήλωσε ως το γελαδίσιο μουκανητό
ίσα μ’ έναν αριθμό τριψήφιο εξωμότη
που μόνη ζωντάνια του έμεινε
να βλέπει απ’ τις γρίλιες τις γυναίκες
να γδύνονται
φοβούμαι πως αυτή ήταν όλη όλη
η ιστορία του γένους των ανθρώπων
με τους γενναίους της παραφοράς, της παρακμής
έχει γεια λοιπόν αγάπη μου σε παρθεναγωγείο
αλέστα τώρα όλοι στο κατάστρωμα
με τα τσεκούρια όρθια της οργής
θα την σπάσουμε την πόρτα που πάει στο υπόγειο
εκεί το αίμα μας κλωστή κουβάρι
δώστε το στο θησέα
να κλείσει πια η εποχή ετούτη
του μίνωα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»]


Δεν υπάρχουν σχόλια: