Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΜΙΑ ΦΩΝΗ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΗΣ ΚΑΜΙΑ ΛΥΠΗ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ Σ’ ΑΛΛΗ (… όλα σιγά-σιγά θα μάθουν ποια είναι η μοναξιά μου):

Ώρες η σιωπή πατούσε το χώμα που ’σκαψαν τα μάτια μα κανένα φως δεν έβγαινε απ’ αυτού και μόνο οι φοβερές ρωγμές χαραγμένες στη ράχη της γης από ανθρώπους που προσπάθησαν να σχεδιάσουν μια μοίρα  ανάσαιναν τη μνήμη μου κι αυτή αργούσε να πεθάνει σκοντάφτοντας αδιάκοπα σε ξερές ημερομηνίες και μισογκρεμισμένα ονόματα. Καμιά φωνή δεν φεύγει πέρα απ’ την ηχώ της, καμιά λύπη δεν δίνει τη θέση της σ’ άλλη, όλα κρατούν ένα μικρό διάστημα –παρηγοριά της επιστροφής- μα αυτός ο ρημαγμένος σταθμός –κομμένα τα σύρματα, κομμένες οι φωνές…- δε με πλανεύει πια για αλλού, για μιαν αναπνοή μακρύτερα. Μόνος κι άλλος κανείς εδώ με το μέτωπο κολλημένο στις ράγες να λογαριάζω τα σάπια βαγόνια, εδώ κι όχι αλλού, καμιά υπεκφυγή για αλλού, τα τρένα όλα φευγάτα κι οι μέρες μας ατέλειωτες… Όλα σιγά-σιγά θα με γνωρίσουν, όλα θα μάθουν πια είναι η μοναξιά μου και μόνο ο θάνατος, θαρρώντας πως παρακοιμήθηκα, νωρίς θε να ’ρθει μ’ ένα πέλαγος πουλιά όπως άλλες φορές η μάνα μου να με ξυπνήσει… [ΣΤΑΘΜΟΣ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Παλιοί Κήποι – ART by lois dott Shadow with Easel]



ΤΩΡΑ Η ΒΡΟΧΗ ΚΕΝΤΑΕΕΙ…
Τώρα η βροχή κεντάει, κεντάει το φόρεμά σου
τώρα που η μέρα το μανδύα της κουμπώνει
-το χέρι πίσω απ’ το παράθυρο κρυώνει
όσο κι αν έγραψε στο τζάμι το όνομά σου…

Αντίο, αντίο… Μες στη νύχτα θα βαδίσεις
δρόμους υγρούς σε βουλιαγμένες πολιτείες
ή σε μουράγια γκρίζα κι έρημες πλατείες
μα μη ξεχάσεις τους ζητιάνους να ελεήσεις.

(Μες στα βαθιά σκοτάδια τους θα καρτερούνε
είναι στα μάτια τους τα δάκρυα παγωμένα
και τα νεκρά τους δάχτυλα σφιγμένα
με πείσμα τις λερές τραγιάσκες τους κρατούνε

κι η Νύχτα εναποθέτει εκεί το νόμισμά της
λήθη και χιόνι αδιάκοπα λήθη και χιόνι
κι ο αγέρας μέσα απ’ τα κουρέλια τους τρυπώνει…
Μα ούτε το θρόισμα θα ακούν στο πέρασμά της)

Όμως αντίο κι ας μπαίνει απ’ τη χαραμάδες
της πόρτας η φωνή της πίκρας και το κρύο
κρύβουν ανάμνηση οι πτυχές σου, αντίο αντίο
σε καρτερούν οι αδελφάδες σου οι νιφάδες.

ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ
Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής –είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθω στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες απ’ τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω απ’ τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχις το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη.

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μου κελαηδούν: πού είναι ο λωτός;
Αχ, δε μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως το όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ το όνειρό σου
κι ας μην με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου.

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό μην ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντος μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δεν θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μας δίνει ο ορανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωσός

που να βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω

ΚΑΝΤΑΔΑ ΣΤΟΝ ΑΝΟΙΧΤΟ ΟΥΡΑΝΟ
Τα πουλιά στον ουρανό
έχουνε νυχτέρι
και, σα να ’σαι αστέρι,
να σε καρτερώ.

Στο μαντίλι κόμπο αργά
τους λυγμούς μου δένω,
τη σιωπή πληθαίνω
για να σε χωρά.

Μπλέχτηκα μες στου φωτός
τις ανεμοσκάλες
τα κλωνιά κρεμάλες
κάνει ο πυρετός.

Κόλλησε η μορφή σου αχνός
στους βολβούς μου επάνω
κι ως πάω να τη βγάνω
ξεκολλάω το φως.

Με φλογίζει η αγρυπνιά,
η κούραση με σβήνει
η μοναξιά με κρίνει
και δε με σχωρνά.

Η παλιά πληγή πονεί,
η φωνή όμως πνίγω
-πάλι δε θα φύγω
κλείνουν οι ουρανοί

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: