Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ: Μας έβγαλαν τα μάτια, θέρισαν τη λαλιά μας κι απ’ τη φωνή που κόπηκε έμεινε η ρίζα με το αίμα…

… σκίζει την πέτρα για νερό και πάλι ξανανθίζει!..

Αίμα του βράχου κόκκινο πουλί
κατέβα στη θάλασσα μια νύχτα
να βρεις τα μάτια μου να πιεις
τα χείλια μου να κελαηδήσεις.
Εδώ με σκότωσαν στην ερημιά
σε τούτο τ’ ακρογιάλι.
Τρόμαξε τα’ άλογο, σηκώθηκε
με πήρε σέρνοντας απ’ τα μαλλιά
και τριποδίζει πικραμένο στον κατήφορο
ακόμη πουλί μου, ακόμη (ΤΡΑΓΟΥΔΙ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by Kristina Lermer)



ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ (… των αφανών ΘΟΥΚΥΔΙΣΗΣ)
Α΄
Σηκώσαμε τα’ άλογα τσακισμένα μες στην καταχνιά
βοηθήσαμε να σηκωθεί ο Νεκρός και ξεκινώντας καθώς χάραζε
κάποιος έριξε μια ντουφεκιά πάνω σ’ έναν ανθισμένο φράχτη.
Ήρθε μια γυναίκα και μάζευε τα τριαντάφυλλα τιναγμένα στη γη,
ύστερα κοίταξε δακρύζοντας το καψαλισμένο βουνό
εκεί που ο ήλιος πάλευε ανεβαίνοντας γεμάτος λαβωματιές.

Β΄
Ήταν ήσυχα εκεί. Κόκαλα μονάχα και βαθύτερα
λησμονημένες προσταγές στου ύπνου τα χάσματα
κι ενέργειες φημισμένες παραδείγματα σπουδαία κι άλλα τέτοια
που αλλιώς μας τα μαθαίνανε κι αλλιώς τα στοχαστήκαμε στον πόλεμο
Κόκαλα μονάχα και το φως άδειο βουίζοντας στην ερημιά
κι ένα περιστέρι μαύρο κοντά στη συλλογή
σκοτωμένο πέφτοντας ολοένα από τον ουρανό

Γ΄
Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα.
Πίσω του δρόμου τα πλευρά στενεύανε μελανιασμένα.
«Χιλιάδες πέρασαν από δω. Θα περάσουμε», είπε,
«κάπου θα βγάζει τούτος ο δρόμος»=
ένας δρόμος σφιγμένος στο λαιμό της γης.
Κι όμως κανείς δεν ήξερε – ρωτήσαμε πολλούς
μήτε κι ο γέροντας που απαντήσαμε ψηλότερα
ανηφορίζοντας μενεξεδένιος κι αόριστος στην πλαγιά
μ’ ένα κουπί στον ώμο.

Δ΄
Ανάμεσα στα κυπαρίσσια η θάλασσα ψιθυρίζοντας ονόματα δικών μας
κι ο ίδιος ήχος στο χορτάρι όταν χαμήλωνε ο αγέρας.
Και τα μαλλιά τους βάτα με ασφάλαχτα περιπλεγμένα
και τα μεγάλα μάτια τους που δεν μπορούσαν να βουλιάξουν
κατά το μέρος που ο κόσμος μαύριζε σε μια παντοτινή σιγή.

Ε΄
Έτσι λοιπόν θυμάμαι αρχίζοντας με το φόβο
καθώς ξεδίπλωναν το σεντόνι πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
βρώμικο αχνίζοντας γεμάτο αίματα και μύγες
ή παραστάσεις από την άλωση της Τροίας.
Και τις γυναίκες να το πλένουν σκυφτές στην ακροθαλασσιά
μεσημέρι, την ώρα που σηκώνεται ο άμμος
κι όλος ο γιαλός βουλιάζει με τις καλύβες, τα πεύκα και τα σκυλιά
κι άλλοτε παράξενα θαμμένες στα λευκά
πλαγιάζοντας μονάχες κάτω απ’ τις στεφανοθήκες
ενώ το χιόνι μας είχε σκεπάσει

ΣΤ΄
Ήταν κι αυτός μαζί μας το τελευταίο μας βράδυ.
Είχε το χρώμα του θανάτου στα χείλια τραυλίζοντας
κάτι λόγια λυπητερά σαν τα τραγούδια μας.
Τα θυμήθηκαν αργότερα, σε όλους τους αποχωρισμούς μας τα γυρεύαμε
όταν δεν είμαστε πια μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι.
Αυτός που κάποτε ξαναγυρίζει, παραμονεύει τον ύπνο μας
προσέχει τις φωτιές ή κάθεται και μας κοιτάζει ασάλευτος-
το πρόσωπό του φαγωμένο, χωρίς χέρια
χαμογελώντας όπως οι σκύλοι μέσα στη φρίκη της αυγής.

Ζ΄
«Ήμουν μέσα σε μια χαράδρα
μ’ έβρισκε το φεγγάρι καθώς πυροβολούσαν
και λιγοψύχησα κι έκλαψα με το πρόσωπο στη λάσπη¨.
Κι όλα τούτα είναι παράδοξα, σχεδόν ηδονικά και τελειωμένα
μα ποιος θα θελήσει να σας τα μαρτυρήσει σωστά
πηγαίνοντας ακόμη με την τριχιά, που λένε, στο λαιμό
το μαράζι της αλήθειας και το μαράζι της αδικίας.

Η΄
Πότε θα ξαποστάσουμε; Χαϊδεύω τ’ άλογα, πετσί και κόκαλο,
γυρεύοντας την ανάσα τους μέσα στα γένια μου.
Κάτω από τούτο το πλατάνι που σταλάζει στα καπούλια τους
περιμένουμε υπομονετικά ώσπου να παραδώσει ο σύντροφος.
Μέσα στις αστραπές, όταν ανοίγει ο ουρανός
βλέπουμε τη μάχη για την ψυχή του, τη Δόξα να κατεβαίνει
όπως τη ζωγραφίζουν στα εικονίσματα.
Τα πόδια μου πρήστηκαν, οι αρβύλες κόλλησαν με το κρέας
και ποιος αντέχει ακόμη την πείνα και την παγωνιά.

Θ΄
Μη λησμονήσεις, έλεγε, μη λησμονήσεις. Μα όλα μαύρισαν
όπως ο τοίχος που τον γκρέμισαν, στο μέρος της γωνιάς.
Και βλέπεις ξαφνικά εκεί που ήταν κάποτε το σπίτι σου
βλέπεις τον τόπο να φωτίζεται
σα να σηκώνει κάποιος τη φλόγα μέσα στο λαμπόγυαλο
και τις γυναίκες εκεί να πλέκουν ολοένα σκυφτές-
τα χείλια τους δεμένα στα μαύρα μαντίλια
τα μάτια τους κόπηκαν απ’ το μίσχο σαν τα λουλούδια
και μέσα στην πάχνη από τα δάκρυα, μονάχα τα δικά της:
«Οι πέτρες άνθισαν κοντά στο φράχτη
πέρυσι τον χάλασε ο καιρός, είχαμε χιόνια.
Πόσοι χάθηκαν».

Ι΄
Χωμένοι τώρα σε τούτο τον ίσκιο που βασανίζει τα βουνά
κοιτάζουμε το πέλαγο γεμάτο δόρατα ενός άφαντου στρατού
κι ο ήλιος γέρνει κι οι φωνές μας στην κόψη του αγέρα
σβήνουν ολοένα και δυναμώνουν.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…


Δεν υπάρχουν σχόλια: