Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΜΑΣ ΤΟΣΟ ΟΥΡΑΝΟ (πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δένδρων)

Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων, πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνυε τους πλατιούς ίσκιους των κληματόφυλλων δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια και τα πορτοκαλάνθια σου έφεγγαν τη μαύρη τη καμένη στράτα. Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα, πίσω στο σβέρκο σου, στο χνούδι το σγουρό, σπίθιζε το δροσό της νύχτας σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου. Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα σ’ ελατίσιο κάδο και τ’ οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βαγιώνε κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του καθώς που βγαίνει ο κάβουρας απ’ το νερό στο περιγιάλι κι αστράφτει στο νωπό καβούκι του γαλάζιο το πρωινό με δυο κουκίδες άστρα. Κυρά τρανή, τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα, τι σιγανό το βήμα σου κι η ανάσα του ψαριού πλάι στο φεγγάρι, τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι. Α, τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα στη σταγόνα της δροσιάς όταν η πούλια σου κρεμάει στο μέτωπο το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας, α, πόση λουλουδόσκονη στριμώχνεται στης μέλισσας το στόμα για το μέλι, πόση σιωπή μες στη καρδιά σου για τραγούδι. Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή σ’ άτρεμο ρίγος και σένα, τα δυο χέρια σου, δετά γύρω στ γόνα της γαλήνης, φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.   [από την 1η ενότητα της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτου Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ που γράφτηκε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου κι εκδόθηκε το 1954. Η χαρακτηριστική και επαναλαμβανόμενη χρήση του προσωνυμίου «κυρά» αποτελεί μια τρυφερή και συγκινητική επίκληση μιας γυναικείας μορφής που λειτουργεί συμβολικά ως αρχετυπικός φορέας της ίδιας της Ελλάδας και της Ρωμιοσύνης -  κι άλλα αποσπάσματα από την ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ του Γιάννη Ρίτσου με ΚΛΙΚ ART by Ferdinando Scianna]




ΔΩ ΠΕΡΑ ΣΜΙΓΕΙ Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΑΥΓΗ Σ’ ΑΤΡΕΜΟ ΡΙΓΟΣ (αποσπάσματα από την 3η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
Κυρά των Αμπελιών, πώς να κρατήσουμε στους ώμους μας τόσο ουρανό
πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δένδρων;

Ένα δελφίνι αστράφτοντας κόβει τη σιγαλιά της θάλασσας
έτσι που το μαχαίρι κόβει το ψωμί πάανου στην τάβλα των ψαράδων
έτσι που η πρώτη αχτίνα κόβει τ’ όνειρο.

Πέτρα στην πέτρα λάμπει ο δρόμος και πουλί με το πουλί ανεβαίνει η σκάλα
κι ο ήλιος, μισός στη θάλασσα, μισός στ’ ουράνια, λαμπαδιάζει
όπως το πορτοκάλι μες στη φούχτα σου κι όπως τ’ αυτί σου κάτου απ’ τα μαλλιά σου.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

Όπως περνάς ανάμεσα στ’ αραποσίτια σκίζοντας του αγέρα το μετάξι
ξανθές οι φούντες του καλαμποκιού σου τρίβονται στις αμασχάλες
σα να σου τρίβεται το νιόφυτο μουστάκι του τσοπάνου
και κύμα κύμα η ανατριχίλα χύνεται στα στάχυα
κι ήχο τον ήχο τα πλατάνια γέρνουνε στις κρήνες
κι είναι γύρω τριγύρω τα βουνά σαν τα σταμνιά που καρτεράνε να γεμίσουν.
Κυρά των Αμπελιών, πάνου στα στήθια μας αντιφεγγίζει η όψη σου
όπως φωτάει ένα άσπρο σύγνεφο τα δασωμένα βουνοπλάγια
και το ποτάμι σ’ ακολουθάει σαν ήρεμο λιοντάρι
όταν μοιράζεις τις αχτίνες στα νερόκλαδα
όταν μοιράζεις στους βοσκούς μπαρούτι και τραγούδι
και σε φωνάζουν αδελφή τ’ άλογα και τα προβατάκια.

ΚΥΡΑ, ΚΥΡΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ και ΣΤΕΡΙΑΝΗ ΜΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΣΜΕΝΑ ΜΑΓΟΥΛΑ  (αποσπάσματα από την 11η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
σφίγγοντας μες το μπούστο σου την κάψα του Αλωνάρη
πότε κρατώντας στην ποδιά σου ένα καράβι μικροκάραβο
πότε σαν Παναγιά Αιγιοπελαγίτισσα ντυμένη μ’ ένα δίχτυ
μα κουβαλάς το σούρπωμα στην κεφαλή σου το πανέρι με τα ψάρια
πότε ντυμένη μ’ αμπελόφυλλα, κυνηγημένη απ’ του ήλιου τις χρυσόμυγες πάνου στ’ αλώνια
ανάβοντας το φίλημα στα λουλουδάκια της μηλιάς
μπατσίζοντας τις λυγαριές με τον αγέρα της τρεχάλας σου.

Μηλί –βάι βάι- μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πώς σου τριανταφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης;

Σπάνε τα ρόδια στη ροδιά και πέφτουν γέλια στο ποτάμι,
με κουκουνάρια κυνηγιούνται οι κορασιές στο περιγιάλι
κι αχ ο δραγάτης δεν βαστά τέτοιο πουλί στον κόρφο του
κι αχ δεν βαστάν οι βιολιτζήδες του αμπελιού τόσο ουρανό μες τα βιολιά τους.

Πάνου στο φως της θημωνιάς –αχού, κυρά μ’ – το μεσημέρι ανασκελώνει τις θερίστρες,
δαγκώνει ο τζίτζικας τ’ αυτί κι ο νιος δαγκώνει τη γροθιά του
κι ο μπιστικός παίρνει στο στόμα του τη ρώγα της καλοκαιριάς σάμπως τραγί στο πρώτο βύζαγμα
ναν τις ποτίζει το σγουρό βασιλικό με του βουνού και του Μαγιού τη βρύση.

Τι πα’ να πει καημός καημός, Περβολαριά μου ασίκισσα,
όρτσα μελτέμια του καλοκαιριού, γάμπιες και φλόκοι του λεβάντε,
μπήξου μαχαίρι μαυροκάνικο στου χάρου τα παγίδια.
Δω χάμου η ναυτουριά γδυμνή με τρεις παλάμες έρωτα
μετράει τις στράτες του ντουνιά και του ήλιου τις χρυσές καμπάνες
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο καβουρντισμένο απ’ το λιοπύρι
παίζει τη σβούρα τ’ ουρανού πάνου στα γόνατά του.

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΠΟΥ Η ΚΑΠΝΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΟΥ ΑΧΝΙΣΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ  (αποσπάσματα από την 24η Ενότητα της Κυράς των Αμπελιών)
τι σιγανό το βήμα σου κάτου απ’ τα κυπαρίσσια
τι σιγανή μιλιά της δόξας στα τετράγωνα της πυρκαγιάς
να λέει με πόσο «γάλα ανδρείας και ελευθεριάς» βύζαξες τα ορφανά σου
να λέει με πόσο αίμα πότισες τα φυλλοκάρδια του αμπελιού να δώσει το βαθύ κρασί του δισκοπότηρου.

Κι όπως περνάει απ’ την Ωραία Πύλη ο Δέσποτας κρατώντας τ’ άγια των αγίων
έτσι περνάς κάτου απ’ την πύλη των σταυρών κρατώντας στ’ ανοιχτά σου χέρια τη φαρδιά σπάθα του Αγώνα
σα να κρατάς μια πλάκα φως με της Ειρήνης το δεκάλογο
σα να κρατάς τον ήλιο το νιοβάφτιστο που στάζει απ’ τ’ ουρανού την κολυμπήθρα.

Τώρα η αυγή και η νύχτα σμίγουν όπως δένονται τα δέκα δάχτυλα γύρω στο γόνα της γαλήνης
και μόνο εσύ, Κυρά των Αμπελιών, μέσα στο χάραμα,
να σκίζει ο μέγας ίσκιος σου τον κάμπο σαν καράβι
και πάνου απ’ τα λιόδενδρα τα δυο σου χέρια ασάλευτα δεμένα
σάμπως ένα άγιο περιστέρι που κρατάει στο ράμφος του
μια δέσμη φως ισοζυγιάζοντας τη ζυγαριά του κόσμου.

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: