Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ’ΝΑΙ ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ (μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πιαΑυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γεννήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτόςΝα γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι  [ΕΠΙΛΟΓΟΣ  από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη ΕΠΟΧΕΣ 3   – ART by Agostino Arrivabene Surreal paintings]




ΑΝ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ
Αν θυμούνται, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει μια Στιγμή
Σ’  αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

ΤΟ ΠΡΩΙ…
Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

ΓΡΑΨΑΝΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ…
Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
Σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
(Άρχιζε μια καινούρια μέρα. Τι να ’ναι τάχα αυτό που αρχίζει;)
Γράψανε τ’ όνομά του σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
Στη λιτανεία του πρωινού γελούσαν οι τανάλιες του ήλιου
(Χάθηκαν όλα τώρα πια. Μα τάχα ποια είναι η απώλεια και ποιο το κέρδος;)
Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
Έμεινε μια φωτογραφία μικρή, στη λάσπη, που κρατούσε
Μοιράσανε τα ρούχα του στους οπλισμένους στρατιώτες
Δε μίλησε –«Τετέλεσται» - Είπε μονάχα τ’ όνομά του.
(Μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Αυτοί δεν ήταν Ήρωες. Όμως ο θάνατός τους
Των άδειων μάταιων ημερών νόμιμη πλήρωση
Στων άλλων την παραδοχή και την αδιαφορία
Έμοιαζε σ’ ένα πρόσκαιρο πλαίσιο ξεχασμένο
Σε μιαν ανάμνηση ακριβή της τελευταίας υπόμνησης
Είχε ακόμα τη σκληρή ευγένεια των πραγμάτων
Που μιας στιγμής η απόσταση ξέρει να υψώνει

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]

Δεν υπάρχουν σχόλια: