Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΕΤΣΙ ΚΥΛΑΕΙ ΣΑΝ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤ΄ΑΝΟΙΧΤΑ:

Περνώντας απ’ τις μεγάλες εξοχές παρατήρησα πολλά φώτα και κόσμος μαζωμένος στις ταράτσες και τα μεγάλα παράθυρα ανοιχτά και να σκύβουν και να παίρνουν τον αέρα τους οι κυρίες, καμωμένες από λογιώ λογιώ πράσινα μέταλλα, κορδέλες και κρύσταλλα. Η Θέρμη είχε τρυπήσει το μέταλλο και είχε εισχωρήσει στα ενδότερα, στα μαλακότερα στρώματα της υγρασίας και της θλίψης. Εκεί έχουν την έδρα τους όλοι οι πόνοι της καρδιάς. Εκεί μαζεύονται όλα τα φαρμάκια που σταλαγματιά-σταλαγματιά αδειάζουν απ’ τις ψυχές των ανθρώπων. Πολλοί περιγράφουν την αφάνταστη αυτή λειτουργία με τα ζωηρότερα χρώματα. Όλοι μας έχουμε κάπου μέσα μας κρυμμένες ή ανεκδήλωτες μερικές αναμνήσεις από την παράξενη αυτή χώρα. Έτσι καθώς κουλουριάζουν τα μονοπάτια της ζωής και χάνονται μες τα πυκνότατα δάση, μέσα στ’ ακίνητα όνειρα. Έτσι σχεδόν συμβολική η θλίψη αυτή μένει κάποτε λίγο στα χείλια, λίγο στα μάτια και λίγο στα ωραία σου μαλλιά ω Πενθησήλεια. Λίγο απ’ όλη μας τη ζωή, η ζωή σου έτσι κυλάει σαν το καράβι που ξεκινώντας απ’ το λιμάνι χάνεται στ’ ανοιχτά!... [ΠΕΝΘΗΣΗΛΕΙΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ Art by Kertesz Andre]




ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Για πολλά χρόνια συνεχίζονταν στον τόπο αυτό απεγνωσμένες προσπάθειες προς αναστήλωσιν των ερειπίων, πλην όμως εις μάτην. Οι κολόνες ήταν τόσον φαγωμένες από την πολυκαιρίαν και τους ανέμους ώστε εστάθη αδύνατο να στυλωθούν παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα στις βάσεις των.
Τα άλλα συντρίμμια, που ήταν γεμάτος ο λόφος, οι πλαγιές κι αυτά ακόμη τ’ ακρογιάλια, ήταν εντελώς άσκοπον έστω και προσπάθεια να εγίνονταν για να συναρμολογηθούν. Τα ενδιάμεσα κομμάτια, είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς, προφανώς συνεπεία της πορείας του χρόνου, σαν να τα ’χε φάει η γης, ή να τα ’χε σκορπίσει η τρικυμία. Κάτασπρα λοιπόν έλαμπαν, (την πρωινή τους όψη δεν είναι εύκολο να φανταστούμε) έλαμπαν παντού μέσα στα δένδρα, ανάμεσα στα βράχια, στα χόρτα, στις αμμουδιές στα πηγάδια και στα κρεββάτια.
Πότε εμιμούνταν σώματα γυναικών εξαίσια, πότε κορμιά εφήβων πότε γέροντες βασιλείς ή ναυτικούς, πολλές φορές εμιμούνταν ποταμούς καθώς κυλούν ασυγκίνητοι μες στις κοιλάδες, πότε άσματα, πότε λουλούδια και πότε Θεούς. Άλλες φορές παρίσταναν μάχες που κρίθηκαν προ αμνημονεύτων ετών ανάμεσα σε ηγεμόνες που κανείς πια δεν θυμάται που ακόμα κι αυτά τα σοφά Πανεπιστήμια αγνοούν.
Συχνότατα όμως δεν εμιμούνταν κανέναν.

ΕΡΗΜΙΑ
Η μεγάλη εκείνη ερημιά το ρίγος που πιάνει τα τοπία όταν ο ήλιος χάνεται, σα μια γυναίκα που την πιάνουνε τα κλάματα όταν απομακρύνεται ο εραστής που αγάπησε τόσο παράφορα, σαν το καράβι που σαλπάρει με αγαπημένα πρόσωπα, ενόσω εμείς στεκόμαστε στην προκυμαία και χαιρετάμε μ’ ένα λευκό μαντίλι, κι από τα μάτια μας κυλούν τα δάκρυα κι όλα παίρνουν μια γεύση αλλόκοτη, καθώς μπήγεται σιγά-σιγά στο στήθος ένας κοχλίας, και στ’ άσπρα πλακάκια και στα μαύρα όπου πατούν τα πόδια μας και στον ουρανό όπου πετάνε τα πουλιά.

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
Όλα ήταν έτοιμα. Απ’ την πλατεία του Συντάγματος μέχρι τις Κουκουβάουνες όλες οι φορεσιές στημένες. Κι έπρεπε ο καθένας που περνούσε να υπογράφει χωρίς αναβολή, τ’ όνομά του. Απέραντες εκτάσεις ίσαμε χθες ακαλλιέργητες, βρέθηκαν σήμερα το πρωί σκεπασμένες με κόκκινα αγγλικά υφάσματα. Η ποιότης βέβαια δεν ήταν ίδια με την προπολεμική. Όμως δεν πρέπει να είμαστε απαιτητικοί. Οι γέφυρες δεν ήταν ποτέ στερεές. Και το Δημοτικό Συμβούλιο είχε καταβάλει απεγνωσμένες προσπάθειες επί πολλά έτη για να υπερνικήσει την παράλογη αντίσταση της κοινής γνώμης. Υπάρχουν φυσικά πολλές εκδοχές. Η μία αναφέρεται στον Ιουστινιανό, οι άλλες όλες παρομοιάζουν την Ελλάδα μ’ ένα νιόκοφτο έλατο. Για την ώρα ας αρκεστούμε να προσθέσουμε κι εμείς ένα θαυμαστικό, στην επιβλητική κιόλας σειρά και συλλογή φαγητών που μας κληρονόμησε το Βυζάντιο. Τονίζω εδώ πέρα πως δεν είχα σκοπό ποτέ σκοπό να φιλολογήσω. Οι νύχτες ήταν πολύ σκοτεινές. Και κινδύνευαν οι διαβάτες σκοντάφτοντας επάνω στα καρφιά να γκρεμιστούν στον Άδη όπως ο Αχιλλέας. Ας μου δοθεί όμως μια ευκαιρία να εξομολογηθώ επαρκώς. (Η λέξη αυτή, επαρκώς, βρέθηκε εδώ πέρα εντελώς τυχαία, όπως σας έχω ξαναπεί κι άλλοτες, και σημειώνει μια παραχώρηση, ένα ρουσφέτι στον κλήρο).
Όμως εγώ, εσείς οι άλλοι, ο ρολογάς Κασμίρης και ο Πρίγκιψ Μακρής, είμαστε όλοι θύματα σκοτεινών συνωμοσιών και μιας δικαστικής πλάνης άνευ προηγουμένου. Και εδώ θα μπορούσε ίσως κανείς να συμφωνήσει με το περίφημο ρητό του Κολοκοτρώνη: «Καμιά φορά χρειάζεται και το μακελειό. Φτάνει να τηρούνται αυστηρότατα όλοι οι κανόνες της Σουηδικής Γυμναστικής»

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι

Δεν υπάρχουν σχόλια: