Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΟΥΡΔΙΣΜΕΝΟ ΠΑΛΙΟΠΑΙΧΝΙΔΟ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΕΙ (τι ερημιά φανταχτερή μ’ όλα τ’ αστέρια σε έξαψη γαλάζιας αγριότητας):

Ο κόσμος θα ανακαταλάβει το ξημέρωμα στους τροπικούς μεγάλους ερημότοπους όταν ο ήλιος έρχεται διάτορος κι επάνω στα ουράνια ξεχειλώνει για να μαυρίσει σκοτεινιάζοντας ακόρεστα στου λιονταριού τον τρυφερότερον έρωτα!.. Τι ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια στο γέρικο σούρουπο που κοροϊδεύει την ύλη κι η κάθετη βουτιά του πελεκάνου απ’ τα ύψη το παντέρημο ψάρι στη βύθιση ξεκουμπώνοντας με το ράμφος απ’ τα πανάρχαια νερά της ακλείδωτης μοίρας: αστραφτερός Ηράκλειτος!.. Ο Ποιητής δεν μπορεί να γλυτώσει απ’ τα πράγματα σαν τον κακότυχο Αβεσσαλώμ απ’τα κλαδιά τους είναι η μαβιά του χαίτη η αξόδευτη πιασμένη… Δεν καταδέχομαι καθόλου τα ψευδώνυμα, χρόνος και άρχονο για μένα παρατσούκλια!.. Όταν αποστηθίζουμε τα πράγματα λέμε ύλη, όταν ερωτευόμαστε τα πράγματα λέμε μυστήριο!.. Να βγω σαν ασημόγλαρος να βγω στη ζοφεράδα μ’ ολάκερη την αύρα τυλιγμένος ο χαρμόσυνος ένα σταχτί μαχαίρωμα να κάνω το τραγούδι κι όλη τη λάμψη του ουρανού σαν ένα ιδιόμελο!.. Τα βράχια είναι σαν αδέλφια. Χάρος του χάροντα η ψύξη του πλανήτη  (ΘΛΑΣΗ ΘΕΩΡΗΜΑΤΟΣ και ΡΑΓΙΣΜΑΤΑ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by Boissomard Gaelle )



ΝΥΧΤΑ ΩΜΗ ΓΙΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ
Αιφνίδιες αντλίες πυροσβεστικές με τρίλιες στη λεωφόρο
σφαδάζει πάλι η γραμματική στο προσκήνιο
καθώς μέσα στον ύπνο μου απάγγελνα χθες διακοπτόμενες
εκατοντάδες ενεστώτες για το ανατρίχιασμα
σε εφτάωρη κοίμηση ρουθουνίζοντας  -Ασύλληπτο-
ή -Άπιαστο
στριφνές συστάδες από ονειρόεντα
της ερημιάς η φλεβίτιδα: τα στενά μονοπάτια.
Προσπεράστηκα απ’ το ζώο που περιέχω
βρυχήθηκα στο βρόντο τα ’κανα όλα γυαλιά-καρφιά
τα βιώματα όπου έχτισα για να φτάνω
ως επάνω στην Υψιπέτεια
για να διαβάζω δυνατά το θάνατο στα αναλόγια της αγάπης
να τον ταυτίζω βραδιάζοντας με το ρόδινο ξεφλούδισμα
σε όμορφα και αστραφτερά μπαρμπούνια σχάρας
να τον προσμένω σχεδόν ατάραχος  ωσάν χελώνα όπου τρέχει
βιαστική ν’ αποφυλακίσει κάποτε
κείθε πέρα τα κόκαλά μου.
Λεπτοδείχτες από γάργαρο μέταλλο συγκεντρώνουν τώρα
τα πυρά τους επάνω μου
βάλε την ηχώ μου σε κορνίζα δεν ξέρεις αύριο αν θα υπάρχω
στη νεκρόκασα η φωνή επεξεργάζεται τη βουβαμάρα
κι όταν χηρεύουμε από τρέλα η λογική σου τ’ ορκίζομαι
καταρρέει μ’ έναν τρόπο που ναν τη λυπάσαι.
Μπήγοντας ύστερα τα χέρια μου στη γριά Βεβαιότητα
ολομόναχος
ένα ολάξαφνο σχίσιμο του μαύρου:
φτερουγώντας έφυγαν τα νυχτοπούλια.
Ο ανοιχτόκαρδος θεός ο ορεξάτος διάβολος.

Η ΑΝΘΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΚΑΙ ΦΩΝΗΕΝΤΑ
Ο Αναξίμανδρος αναπαύεται στην ακάθεκτη
χιλιάδα του απείρου τη απροσμέτρητη
κρατώντας το χρυσόξυλο του νου τ’ αδράχτι
[δεν έχω τίποτα για σωστή συνέχεια]
ο άχραντος ήχος μιας άρπας όπου βουλιάζοντας
[ο ήλιος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη συνέχεια]
στα κρημνώδη κι αλώβητα μύρα του έαρος
[το ’χω παρακάνει μ’ αυτό το έαρ]
ανάμεσα στους ηλιόλουστους λειμώνες η Άρτεμη
που είναι έξω απ’ τον πόνο ξεπλένοντας το άφωνο
[σημειώνω πως είναι απορριπτέος ο ήλιος]
ο απενθής κι απορριπτέος  Αναξίμανδρος
άφραστον αίμα στου ήλιου το μπαλταδιασμένο σβέρκο
κι αλησμόνητος ο βροτός αγέρας την πλάνη μας (τυραγνώντας)
έρπει σαν όμηρος του όντος
χαρίζοντας τη βοερή γενέτειρα της βεβαιότητας:
τη φύση
τα βυσσινιά λουλούδια της Μεγάλης Πέμπτης
και της άτρωτης νύχτας τη νεκροπρέπεια
[λίγος δυόσμος ίσως]
και η κακιά χωλότητα του Ηφαίστου
σημαίνοντας το μισό της αλήθειας:
την αιμάσσουσα Τεχνική
[τεχνική και μηχανόλαδο]

Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΘΙΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ
Εδώ σε τούτο το βραχύβιο άρωμα είναι η κατοικία μου
στα φωτερά κι ανάστατα εικονίσματα
τον άσπιλο κόκορα: μια περίχυτη της ζωής ανθοδέσμη
το γοερό γαϊδούρι μου με τα τεράστια ιώδη μάτια
την αμνάδα όπου πάει να φτερακίσει
την όρνιθα όπου θέλει να θηλάσει.
Στηθάτος ήλιος κλέβοντας του πετεινού το χρώμα
κρεμάμενο ειλητάρι στα γαμήλια
χέρια της βροχής που κοιμάται
φαράγγι-ήλιος κι η άφωνη ξερολιθιά
παράλυτη στην αύρα!

ΛΟΥΣΟ Η ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Ροχαλητό δεν ακούγεται στην αιωνιότητα
η αμάχη μου καταστρέφει λαμπτήρες γνωσιολογίας
αναισθησιογόνα είναι αυτά τα ελεεινά ποιήματα
τριπλασιάζοντας το όνειδος της γλώσσας επί τέσσερα
βρακιά κωμικών και αρλεκίνων έως το γήπεδο
θα σκουριάσω βρε άτιμοι από φλόγα σε αχρηστία
με κάνατε λαχνό που δεν κληρώθηκε στην πολιτική σας ασχημοσύνη
θαν τα λέω έτσι τώρα ό,τι μου ’ρχεται θα σας ταράζω ω φιλομειδέστατοι
υπήρξαμε έλληνες  κι αυτό είναι το μεγάλο μας δυστύχημα
ο μαγνήτης το ήλεκτρο τα βελούδινα παχυλά ιδεογόνα
ειδύλλια καπνιστά συμπολίτες αριθμοί  πατριώτες άγγελοι
ριχ’ τους οξύτονα πολλά στη μούρη εσύ που αγάπησες τόσο κυρίως τα προπαροξύτονα
μην τους αφήνεις τώρα σε χλωρό κλαρί λέγονται έναστροι
στην πραγματικότητα είναι προβατίνες
Τύχη και τούτη να βλέπεις το θάνατο στα ρολόγια
παλιά ρολόγια εκκρεμή σαν τη μάνα μου…
Σάρωθρο μόλις μετενσαρκώθηκα και σαρώνω κρετίνους.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…

Δεν υπάρχουν σχόλια: