Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΚΙ ΟΛΟ ΡΩΤΑΩ ΑΝ ΗΣΟΥΝ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΩΡΗ ΜΑΣ:

Τούτο τ’ ακρογιάλι θαμμένο στη στάχτη, φύκια ξεριζωμένα από παλιές τρικυμίες και τα φτερά σου νεκρά στον αγέρα ψηλά με τις φωνές που δεν προφτάνουν να γίνουν γλάρος κι άλλοτε χρυσά και μαύρα στον αφρό χωρίς ξεκούραση, χωρίς γαλήνη. Και τούτος ο κάβος στο Βοριά σα ραχοκοκαλιά δεινόσαυρου καθώς γέρνει να γλείψει στα νύχια του το αίμα από τα σπαραγμένα περιστέρια μας.
Κάπου εδώ
Κάπου εδώ πλευρίσαμε αλαφρά, σιωπηλοί κρύβοντας τα πρώτα δάκρυα, πίκρα της θύμησης που στεγνώνει σαν αλάτι στο κορμί και γύρω στα χείλια, πίκρα της μεγάλης ερημιάς όπως όταν ξυλάρμενο σε βρίσκει το βράδυ και γυρεύεις τα’ αστέρια που αγάπησες πολύ μέσα σε κλειστά κοχύλια, βυθισμένα. Κι ολοένα η μουσική απ ’τα κουπιά και του νερού το λίκνισμα στα πλάγια με τ’ όνομά σου που πεταλούδιζε σπασμένο παιχνίδι των ίσκιων, της νυχτερίδας χορός.
Πώς βρέθηκες εδώ που τελειώνουν οι μέρες, ο καιρός και η θάλασσα γυμνή κι ολομόναχη μες στο βαθύ κυμάτισμα της πετρωμένης άμμου, μέσα στα σάπια φύκια ίδιος αρχάγγελος ματίζοντας τα τρυπημένα δίχτυα μας ενώ σε ταξιδεύει ο ύπνος στα νησιά του.
Τι παλεύεις απελπισμένη να κρατηθείς μες στον περίγυρο της μνήμης σου που ολοένα στενεύει, τι γυρεύεις κι έρχεσαι και μας ξυπνάς μια ώρα περασμένα τα μεσάνυχτα με μια φωνή πνιγμένου στο σκοτάδι αφού ξέρεις δώσαμε τ’ όνομά σου στο καράβι μας, στην ψυχή μας, πήραμε τα μαύρα πέλαγα κι ούθε φυσήξει.
Κάποτε κιόλας ανάμεσα στα ξάρτια καθώς τραβάμε τα σκοινιά τα δάκρυα με προδίδουν. Συλλογισμένος τα σφουγγίζω με το σκούφο μου κι όλο ρωτάω αν ήσουν όνειρο στην πλώρη μας, αν ήσουν… (ΕΡΗΜΟΝΗΣΟ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by duy huynh paintings)


ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΩΜΑ
Ποιον πάνε στο άδειο ξυλοκρέβατο
δεμένον με μπαμπάκια
και γάζες και σύρματα;

Τρέχει το αίμα στάζει στη γη
χωρίς να υπάρχει το σώμα
το σώμα δε βρέθηκε
κι όμως το βλέπεις
ο Νεκρός είναι εκεί
θερισμένος.

Πέφτει χιόνι τώρα και τον σκεπάζει
χιόνι στο ξυλοκρέβατο, χιόνι στο αίμα
καθώς φυσάει και η μνήμη ξεπαγιάζει
λαξεύοντας προσεκτικά στον αγέρα
το άφαντο σχήμα του.

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ
Εκεί έμεινα
μες στο σκοτάδι είναι δροσιά
είναι μια παλάμη γης πάνω στο μέτωπο
δε σαλεύω πια και η ανάσα μου ησυχάζει.
Μια μικρή φλέβα νερό βρήκε το πλευρό μου
το μέρος που μ’ έπιανε ο πόνος
σαν άρχιζαν εκείνες οι βροχές. Τάχα θα πονέσω;
Αν ξεριζώσει τούτο τ’ ασφοδίλι που ποτίζουν
οι μυστικές πηγές του ύπνου μου
αν φυσήξει ο γνώριμος αγέρας και το ξεριζώσει
να με βασανίσει πάλι χτυπώντας
πόρτες αμαντάλωτες και παράθυρα
μιας χαμένης μνήμης –τάχα που είναι η γαλήνη;
Ποιος θα με λυπηθεί
όταν ξυπνήσουν τα τσακάλια πεινασμένα
ψάχνοντας το κίτρινο χώμα μου
όταν θα έρθει ο καιρός της λησμονιάς
σπρώχνοντας τις πέτρες
ωσάν κοπάδι σκλάβες που δε θέλουνε ν’ ακολουθήσουν.

Διάβασα τον καιρό εκστατικός
μέσ’ απ’ τη φωνή των πουλιών
φύλαξα άγριους καρπούς στην κουφάλα ενός δένδρου
έδειξα το πέρασμα του ποταμού στο διαβάτη
με καληνύχτισε και τον καληνύχτισα.
Νυχτώθηκα πολλές φορές
σαν τον ετοιμοθάνατο που δεν τελειώνει
μόνο ακούει το κλάμα του γεραλέου ελέφαντα
καθώς πηγαίνει στη σπηλιά του να πεθάνει.
Αν ήξερα μια προσευχή θα την έλεγα.

Εκεί έμεινα
ελπίζω τα κόκαλά μου ν’ ανθίσουν
τον Απρίλη με τις πασχαλιές

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μες τη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.

Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.

Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν
μονάχα σαν να σε κατεβάζουν προσεκτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα

ΚΗΔΕΙΑ π.Χ.
Πιο πίσω ήταν τα χώματα
τ’ αυτοκίνητα σταματημένα
κι ο φόβος κρυμμένος εκεί
πολύ κοντά μας.
Κανείς δεν έβγαζε μιλιά.

Πρόφτασα και του είπα:
Σκύψε και κοίτα ήσυχα
εδώ που κατεβαίνεις ολομόναχος
δεν είναι φως μήτε σκοτάδι
να χωθούμε.
Όμως θα σ’ ανταμείψει ο θάνατος
θαμμένον χίλια χρόνια
σ’ ένα πιθάρι προ Χριστού.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…


Δεν υπάρχουν σχόλια: