Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Η ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (και τότε είναι μια λέξη αληθινή σαν επιμένει στη συνάντηση)

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε… Αν δεν με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας!.. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι) φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού – πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη!.. Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη, και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση…   [ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΑΣ από τις ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ του Γιάννη Ρίτσου και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του ποιητή κι άλλες επιλογές από την ίδια συλλογή. Οι Παρενθέσεις γράφτηκαν από το 1946 έως το 1947. Στα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ που ακολουθούν μια ενδεικτική επιλογή από ημερολογιακές σημειώσεις γραμμένες στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στη Λήμνο 1948-1949 όπου «μιλούσε μόνος προς τον τοίχο. Η έμφαση ήταν φανερή ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει: Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου, ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή ανάμεσα σε τέσσερα κεριά σβησμένων στίχων]




ΜΕΤΑΠΛΑΣΗ
Αυτό που λες γαλήνη ή πειθαρχία, καλοσύνη ή απάθεια,
αυτό που λες κλεισμένο στόμα με κλεισμένα δόντια
δείχνοντας τη γλυκιά σιωπή του στόματος, κρύβοντας τα σφιγμένα δόντια,
είναι μονάχα η καρτερία των μετάλλων κάτω απ’ το χρήσιμο σφυρί,
κάτω απ’ το τρομερό σφυρί – είναι που ξέρεις
πως απ’ τ’ άμορφο περνάς προς τη μορφή.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίναμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμετα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα».

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα.
Η πλάτη της είναι ένα φορτωμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.
Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τρένο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Εσύ δεν θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ (επιλογή)
24 Νοεμβρίου 1948
Όλα ξεχάστηκαν πριν ειπωθούν
Και η σιωπή δεν είναι καταφύγιο.

26 Νοεμβρίου
Τούτα τα κρύα μας δυσκολεύουνε.
Το νερό παγωμένο, το φαϊ παγωμένο.
Ο ήλιος άσπρος κολλημένος στα τζάμια
ένας ήλιος από χιόνι και παλιά γραμματόσημα.
Μονάχα τα σταμνιά κρατάνε
κάτι από σπίτι και θύμηση.

29 Νοεμβρίου
Δελτάρια λογοκριμένα. Χιόνι
Θυμάμαι ένα ζευγάρι αρβύλες
γεμάτες χιόνι.
Θέλω να δώσω στα πράγματα ένα νόημα
που δεν έχουν.

Ένας άνθρωπος με τα γένια του
ένα τραπέζι
όχι δένδρο.

Το πόμολο της πόρτας ήταν ζεστό
άλλοτε σαν ένα χέρι.

Όμως κι εκείνη και την άλλη νύχτα
ήταν το ίδιο βραδύγλωσσο φεγγάρι.

2 Δεκεμβρίου 1948
Ο ουρανός είναι μια τρύπα.
Δε χωράμε.

4 Δεκεμβρίου
Πρόβατο, πρόβατο της παγωνιάς
μικρό ποίημα
πιάσε με απ’ το χέρι.
Η αυγή έχει το αγκάθι της
και το σκαμνί της.
Ως το βράδυ ας πιστέψουμε.

8 Δεκεμβρίου
Φύτεψα ένα δένδρο. Θα το μεγαλώσω.
Ό,τι κι αν γίνει δε γυρίζω πίσω.

4 Ιανουαρίου 1949
Κι άξαφνα
μια θύμηση από πουλιά
που βούλιαξαν στο άγνωστο.

15 Ιανουαρίου
Πολιορκώ το μαύρο σημάδι βήμα-βήμα
διπλασιάζω το πράσινο ενός φύλλου
πολλαπλασιάζω μιαν αίσθηση ησυχίας
χρησιμοποιώ μεταφορές, μεταφέρω
άλλοτε αλλού πουθενά.
Άξαφνα νιώθω να βρίσκομαι
πολιορκημένος απ’ το μαύρο σημάδι.

24 Ιανουαρίου
Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου
ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή
ανάμεσα σε τέσσερα κεριά
σβησμένων στίχων.

31 Ιανουαρίου 1949
Μητέρα νύχτα – είπε
τύλιξέ με στα μαύρα μαλλιά σου
διάτρητον απ’ τ’ άστρα σου
ζώντας την ταπείνωση
να μην είμαι νεκρός.
(μιλούσε μόνος προς τον τοίχο.
Η έμφαση ήταν φανερή
ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει)
Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων Κοντοπούλι Λήμνου 1948-1949

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: