Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΟΛΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (και να μη βρίσκεις ένα χαμόγελο ν’ ακουμπήσεις):

Τα μάτια σου κλειστά και η φωνή σου μας κάρφωνε πικρά στις φυλακές μας. Όλοι κατάδικοι για μια ζωή –ζωή κι αυτή- μπροστά σ’ ένα κλειστό παράθυρο, μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά κι ο πόνος ένας ουρανός για σένα. Και να μην βρίσκεις ένα χαμόγελο ν’ ακουμπήσεις!.. Ένα κενό διάστημα τα μάτια σου πίσω από τη βροχή. Μια παρένθεση τα χέρια σου στην άσφαλτο. Είδαμε νεκρούς στις πλατείες και σκόρπια μαλλιά στη βάση μετάλλινων αγαλμάτων. Οι ποιητές μακριά, πολύ μακριά να σκάβουν ορύγματα για να βρουν το φως τους. Στο λιμάνι από πέρσι πασχίζουμε να σηκώσουμε την άγκυρα. Μείναμε να κοιτάζουμε τη θάλασσα, μήπως δούμε την αναδυομένη. Σε κάτι επαρχιακούς σταθμούς είδαμε τον Τσέχωφ να μας κοιτάζει μ’ απορία για το ταξίδι που θα κάναμε. Εκεί, στην αίθουσα αναμονής, ρωτήσαμε τον σταθμάρχη: τι ώρα θα περάσει το τρένο από πάνω μας;  (ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΚΛΕΙΣΤΑ και ΕΝΑ ΚΕΝΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970]



Η ΤΑΦΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Πέθανε κι άλλος φίλος.
Αναπάντεχα. Ούτε προετοιμασίες. Ούτε αποχαιρετισμοί.
Να, έτσι ξαφνικά, φύτρωσαν τα γιασεμιά στα μάτια του
Δεν άντεξε στις τόσες μετακινήσεις, στις τόσες αλλαγές.
Κι ένα πρωινό ανοίγοντας το παράθυρο, τον χτύπησε
ο ήλιος κατά πρόσωπο και έμεινε κρεμασμένος στο περβάζι.
Η αλυσιδίτσα στον λαιμό του γυάλισε για τελευταία φορά
απεγνωσμένα στο φως.
Το σώμα του μένει ακόμα εκεί,
ξεχασμένη σημαία μεγάλης ήττας.

-Εσύ, μικρή εταίρα, γιατί κλαις;
Για τον θάνατό μας εργάζονται άλλοι.

ΠΥΡΚΑΓΙΑ («Ο Γιαν Πάλατς, 21 ετών φοιτητής, αυτοπυρπολήθη την περασμένη εβδομάδα στην Πράγα, υπέκυψε χθες το απόγευμα – Οι Εφημερίδες)
Ναι, έβαλε φωτιά ο Γιαν Πάλατς στο κορμί του.
Για τις χαμένες ώρες αγώνα.
-Οι δαχτυλιδάτες τρίχες του στήθους βγάλανε
έναν τριγμό, σαν να καίγονταν δάσος ολάκερο από έλατο-
Για τα λουλούδια της πατρίδας του, τα μπλεγμένα
στις ερπύστριες των τανκς.
Πώς να σβήσει τέτοια φωτιά;
Σε ποιες χούφτες κοριτσιών να πάρει σχήμα τούτη η στάχτη;
Η πόρτα του σπιτιού του θα ξεχάσει το άγγιγμα των δαχτύλων του
κι η μάνα δεν θα ξυπνάει τα βράδια
από τα χτυπήματα των ξένων.
Θα περιμένει. Θα περιμένει να πάρουν φωτιά
οι Πράγες όλου του κόσμου.
Το πανεπιστήμιο θα ξαναλειτουργήσει
-όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις-
κι όμως εκείνο το απόγευμα του Γενάρη ο Γιαν Πάλατς
έσφιξε τη γης στο χούφτα του και της έβαλε φωτιά.

Τη στιγμή που η κοπέλα του φύτευε
έναν βολβό τουλίπας στον κήπο της γειτονιάς τους
και περίμενε να δει τι χρώμα θα ’παιρνε το λουλούδι.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Το πώς φτάσαμε ως εδώ είναι ένα θαύμα, Μαργαρίτα.
Η ίδια μουσική παντού, χωρίς οίκτο να μας θυμίζει
το δρόμο π’ άρχιζε μέσα μας και δεν τελειώνει πουθενά.
Και τι δεν είδαν τα μάτια μας.
Ιδέες να καίγονται στους δρόμους –για το καλό
του συνόλου, λέγανε.
Φίλους να πεθαίνουνε διακριτικά.
Τον χρόνο καρφωμένο κοντάρι με αδικαιολόγητη μανία
στα λευκά κορμιά των ωρών.
Τα καράβια χαμένα και στον ασύρματο ο Καββαδίας
να στέλνει τριάντα ολόκληρα χρόνια το SOS!
Στην άκρη του ορίζοντα τα βουνά να περιμένουν
έναν σεισμό, για να πάρουνε το παλιό τους σχήμα.
Κι η σελήνη, σκαλωμένη στα βλέφαρά σου,
να μαζεύει τα νησιά γύρω απ’ τα στήθια σου.

Το κρεβάτι μου, χειρουργείο καθημερινότητας.

ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΚΕΝΤΗΔΙ ΕΣΒΗΣΕ ΜΕΣ ΤΟ ΚΡΑΣΙ (ή Ο Θάνατος του Καπετάν Αντρέα Ζέπου ή Κάτι που μπορεί να συμβεί στον καθένα)
Ταξίδευε ο καπετάν Ανδρέας εκείνη τη νύχτα
πάνω στο κρεβάτι του.
Και έδωσε μια για να μπει στ’ όνειρο – και το μόνο
που κατάφερε ήτανε ν’ αποτυπώσει ένα κόκκινο
γαρύφαλλο στο τσιμέντο της κατώγας του.
Το πέσιμο του καπετάνιου θύμισε για λίγο
τον Ελπήνορα στο κ΄ της Οδύσσειας.
Μόνο για λίγο όμως. Μέχρις που ακούστηκε:

«Μια ψαροπούλα είναι αραγμένη
μπρος στ’ ακρογιάλι
το Ζέπο περιμένει…»

Σκύβοντας ο Γιάννης Παπαϊωάννου βάζει
το τελευταίο κόκκινο γαρύφαλλο του ψαρά
στ’ αυτί του, και έτσι στολισμένος χορεύει
ένα ζεϊμπέκικο γύρω από το θαλασσινό κουφάρι.
Κι ύστερα συνεχίζει το τραγούδι στις θάλασσες.
Να ξαλαφρώσουν οι γειτονιές.
Να ξαλαφρώσει η καρδιά του καπετάν Ανδρέα Ζέπου
στον άλλο κόσμο.

ΞΕΧΑΣΕΣ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Ξέχασες τ’ όνομά σου πάνω στη σκηνή.
Ξέχασες ένα τριαντάφυλλο μέσα στα μάτια σου
και έβλεπες θαμπά τους θεατές.
Ο υποβολέας ψιθύρισε:
-Κάνε δυο βήματα αριστερά,
σιγά να μην ξυπνήσουν τα παιδιά και δούνε
τα «επί σκηνής». Είναι νωρίς ακόμη.
Σήκωσες τα χέρια σου και είπες:
-Πέστε μου έναν τρόπο για να μην πνιγώ.
Ένα δένδρο φύτρωσε στην καρδιά μου
και μου εμποδίζει την αναπνοή.
Νομίζω είναι ιτιά.
Πέστε μου έναν τρόπο. Θα πνιγώ.
Οι προβολείς όλοι πάνω σου φανέρωναν τις φλέβες του κορμιού
-ρίζες του φεγγαριού στα νούφαρα.
Η αυλαία άρχισε να πέφτει, αλλά χάλασε ο μηχανισμός
στο ύψος του στήθους σου.
Τραβούσες με απόγνωση το πανί.
Η παράσταση δεν έλεγε να τελειώσει.

Μόλις σβήσουν τα φώτα θα σου πω τ’ όνομά σου
μ’ ένα όμποε.

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και το ταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ]


Δεν υπάρχουν σχόλια: