Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΑΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΟΥΝΕ (ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο):

Ο κόσμος στην εποχή μας, έχει γίνει παρανάλωμα του πυρός, αλλά και ταυτόχρονα θεατής που χειροκροτεί αυτή τη φωτιά, βλέποντας τηλεόραση, συμμετέχοντας, αλλά και παραμένοντας στην απομόνωσή του... Στον παρανοϊκό εφιάλτη αυτού του κόσμου, ο Ποιητής, σαν ο πιο ευαίσθητος παρατηρητής του και συμμέτοχος, έχει γίνει κι αυτός κατά κάποιον τρόπο σχιζοφρενικός. Προσβλημένος από την ασθένεια της εποχής μας, είναι μια ύπαρξη διχοτομημένη, που αγωνίζεται μάταια να ξανακερδίσει τη χαμένη του ακεραιότητα» Αυτά έγραφε ο Κίμων Φράιερ  για το ποίημα του Τάκη Σινόπουλου Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ. Στον Καιόμενο, που τον έγραψε ο ποιητής -όπως και τα άλλα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β-, αμέσως μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο,  ο ήρωας είναι ανώνυμος και η ιστορία φανταστική. Το θέμα είναι προφητικό: το επινοεί ο ποιητής χωρίς να φαντάζεται ότι αργότερα το φαινόμενο των ατομικών αυτοπυρπολήσεων θα γίνει η έσχατη μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας σε περιπτώσεις εξοργιστικού και παρατεταμένου αδιεξόδου
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος. Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια. Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου. Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι. Ποιος είναι αυτός που αναλίσκεται περήφανος; Το σώμα του το ανθρώπινο δεν το πονά; Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν. Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος. Κι όσο αφανιζόταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος. Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο (κι άλλες επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β 1949-1955 με ΚΛΙΚ στον Καιόμενο, έργο του DANG Nguyen Dinh )


ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Άσπρες λαμπάδες  αψηλές σε κεροστάτες και πελώριοι λύχνοι
με δύναμη έκαιγαν ορθώνοντας ένα παχύ και πλούσιο φως
μες στην πελώρια εκκλησιά. Χάχανα και κραυγές
σμίγοντας με τη ζέστα που βασίλευε γιομίζανε
το χώρο. Μπρούτζος μάρμαρο κι ανάμεσα
ξύλο πολύτιμο με τέχνη σκαλιστό.
Οι συνδαιτυμόνες
άφθονοι παρδαλοί μπροστά σε φορτωμένες τράπεζες
παλιοί φίλοι παράταιροι παράξενα συναθροισμένοι εδώ
τρέφαμε τις απέραντες κοιλιές ακόρεστοι κι ευδαίμονες
μ’ ορεκτικά φαγιά. Κι εγώ περιφερόμενος
ανάμεσά τους με μια κόκκινη πληγή στο μούτρο μου
μοίραζα το κρασί τους για να πιουν αμίλητος
γεμάτος ταραχή και σκοτεινά οργισμένος.

Εκείνοι που δεν έπιναν απ’ τις κανάτες τις επίχρυσες
ανασκελώνανε τ’ ασκιά και χύνανε κρουνούς το κόκκινο
κρασί που σπίθιζε αφριστό στα βάρβαρα λαρύγγια τους.
Κι ως περιδιάβαζα ένας γέροντας πολύν καιρό ασπρομάλλης
σφιχτά απ’ το χέρι μ’ άδραξε και μου ’δωσε να πιω.
Κι ήπια κι εγώ τα χείλη και τη γλώσσα μου βαφτίζοντας αχόρταγα
στην κούπα που άστραφτε.
Πιο πέρα ο Μπίλιας ξεκουμπώνοντας το αμπέχωνο
για ν’ αλαφρώσει τον παχύ λαιμό μ’ εφώναξε χαρούμενος
κι ήπια κι εκεί. Κι ακόμα με το Φίλιππο που κάθονταν
μονάχος μούτρο χάρτινο πίσω απ’ τον πέτρινο άμβωνα.
Κι έτσι συνέχεια πίνοντας τούτο τον όχλο σκοτεινός  εφρόντιζα
ενώ οι κραυγές που γύρω μου πλήθαιναν άφθονες
αλάφρωναν ωσάν να φύσαγε ένας ήσυχος
αγέρας από αθώρητες χαραματιές και να τις έδιωχνε
μαζί με τον καπνό πέρα απ’ την αίθουσα που πίναμε.

Τότε τον είδα καθαρά
στο τελευταίο τραπέζι. Ορθός μ’ εκοίταζε με μάτια που άστραφταν
πάνω σε μούτρο μαύρο φαγωμένο απ’ τη χολή. Κι εκράταγε
σφιχτά το ξύλο το βαρύ στο χέρι περιμένοντας
για να χτυπήσει. Μα όρμησα. Και πρώτος τον εχτύπησα
τινάζοντας με δύναμη τον ασημένιο κεροστάτη απάνω του.
Κι επόνεσε φριχτά απ’ το χτύπο κι έφησε
μια φοβερή κραυγή κι όλο το μούτρο του άσπρισε
σαν κιμωλία καθώς αφήνοντας το ξύλο που εκρατούσε
άδραξε το πλευρό κι ελύγισε στα γόνατα και μην μπορώντας
εκεί να κρατηθεί σωριάστηκε στης Εκκλησιάς το δάπεδο.

Και ξάφνου εμπήκανε
από τις θύρες τις ολόχρυσες οι Μάγοι. Κι ήταν
ως νάμπαινε η απέραντη Σιωπή. Φορέματα πολύτιμα
μενεξελιά και πράσινα μαλάματα κι ασήμια
σε παχουλούς λαιμούς αστράφτανε σ’ αφράτα χέρια.
Κι οι Μάγοι προχωρήσανε λαμπροί  βαστώντας αψηλές
δάδες που φώτισαν πιο δυνατό το Ναό. Κι ως προχωρούσανε
στο κέντρο ο χώρος άδειαζε σιγά-σιγά γαλήνευε. Και οι μέθυσοι
μαζεύοντας τις σάρκες τους σε μάλλινα ζουνάρια φεύγανε
και χάνονταν περίφοβοι ένας-ένας απ’ τις θύρες.
Και τότε ανάμεσα απ’ τους Μάγους πρόβαλε
λευκή σα λίθος ακριβός απίστευτα χλωμή φορώντας
μαύρο βαρύτιμο ένδυμα μ’ ένα μακρύ σταυρό από φίλντισι
πάνω στα στήθη που ανασαίναν ήσυχα κι ανάτελαν
εκείνη που την πρόσμενα τόσον καιρό σ’ όλο το μάκρος
της ζωής μου που αφανίστηκε σε σκοτεινά παράφορα έργα.
Κι έστρεψε προς εμένα και με κοίταξε με μάτια πάμφωτα
κι ύστερα χαμογέλασε κι ήταν σα νάνοιγαν μεμιάς
τα φοβερά παραπετάσματα που σκέπαζαν τα μάτια μου
η θλίψη κι ο θυμός σα νάφευγαν απ’ της ψυχής τα δώματα.
Δειλό το χέρι της πανάκριβο αχτιδοβολώντας μεσ’ απ’ τις πτυχές
του μαύρου ρούχου ωσάν αδάμαντας εσάλευψε
κι ακούμπησε στο χέρι μου. Κι έτρεμε εκείνη σύγκορμη
και δε μιλούσε μόνο πρόσμενε το Γάμο τον υπέρτατο
κι εκοίταζε σαν αίθριος ουρανός την άνοιξη
πάνω απ’ τον κόσμο.

Θυμάμαι ακόμα. Η πράξη υπήρχε μέσα μου. Την ένιωθα
σαν ένα λαμπερό κουκί που σάλευε κι αύξαινε αφάνταστα γοργά
γινότανε μια πέτρα αγκαθωτή τρυπώντας και ματώνοντας
τη σάρκα μου. Και το αίμα βούιζε χείμαρρος. Δεν πρόφτασα
την κίνηση να φράξω στου μυαλού το πέρασμα. Το χέρι μου
τεράστιο υψώθηκε. Κι ως νάμουν χωρισμένος σε δυο σώματα
το είδα βαρύ και βάρβαρο να πέφτει απότομα να υψώνεται
ξανά κι ύστερα αμέτρητες φορές να πέφτει αλύπητα
χτυπώντας δυνατά βουλιάζοντας σε σάρκα δροσερή ματώνοντας.
Κι ο χτύπος τούτος έφερνε στη θολωμένη μνήμη εικόνες
από παλιά πανάρχαια μαγαζιά την ώρα που οι ψωμάδες
κάτω απ’ την πύρα του αναμμένου φούρνου κατακόκκινοι
έσκυβαν σε τεράστιες σκάφες και χτυπούσαν αναγέρνοντας
το ολόγυμνο πηχτό ζυμάρι με τα χέρια τους.
Τότε σταμάτησα και κοίταξα το φονικό. Στο ξάστερο
μυαλό μου τώρα η πράξη και η συναίσθηση της πράξης έσμιξαν.
Οι Μάγοι
όχι πια Μάγοι μα άνθρωποι πανύψηλοι του Νόμου
με πρόσωπα άσπρα κι αυστηρά σηκώσανε τα χέρια τους
και μ’ άδραξαν. τριγύρα η αυξανόμενη σιωπή. Τα φώτα
λιγόστευαν σιγά-σιγά και σβήνανε. Μονάχα οι εικόνες
της Εκκλησιάς πληθαίνοντας αθώρητα γεμίζοντας
κρατώντας πάνω μου τ’ αμίλητά τους βλέμματα
χαμογελούσανε γλυκά μ’ ένα χαμόγελο που μόλις
εχάραξε παράξενο απάνω στα ζωγραφισμένα πρόσωπα.

Έτσι με σύρανε. Έξω πρόσμενε το φως
του κόσμου. Ολοένα αυξάνοντας σε κύκλους ακατάπαυστους
απέραντο περίζωνε τα χαλασμένα οικήματα κι ανέβαινε πηχτό
κι αθόρυβο σκεπάζοντας το κάθε πέρασμα. Κι έμεινα εκεί
μονάχο μ’ άφησαν κι ακόμα εκεί είμαι
χαμένος έρημος παλεύοντας χωρίς φωνή με τούτη την απέραντη
τυφλή παγκόσμια φρίκη.

ΕΞΟΔΟΣ
Τότε τον είδα πίσω απ’ το συρματόπλεγμα – έστριβε
το φως του προβολέα. Το μούτρο του
γινόταν άσπρο χάνονταν σ’ ανεξερεύνητο σκοτάδι. Κι ήταν
γεμάτος με πληγές από παλιούς βασανισμούς
χτυπήματα στα κόκαλα
χαμένος μεσ’ στη συλλογή μια φοβερή σακούλα μ’ όνειρα.
Γυρόφερνε το φως ο χώρος γιόμιζε
λουρίδες φωτεινές και μαύρες. Κοίταζα τον άνθρωπο
που κράταγε τον πάσαλο σφιχτά κι επάλευε
να σηκωθεί τα μάτια του στραμμένα πάνω μου.
Κι ήθελε να φωνάζει –το λαρύγγι του αδειανό.
Καμιά φωνή δεν έφτανε ως εμένα. Επάλευε
να κρατηθεί – το φως
χαράκωνε τη νύχτα και τον ουρανό.

Είπα καιρός να σύρω το δεσμώτη απ’ τα δεσμά.
Καιρός να φύγουμε απ’ τη χώρα τούτη. Ετρόμαξα.
Μπορεί να ορμήσουν πάνω μας σκυλιά και φύλακες. Μπορεί
ν’ αστράψουν άξαφνα πυροβολώντας τα όπλα. Είναι καιρός
είπα να φύγουμε απ’ το φόβο κι από τη σιωπή.

Γύρω πηχτή γαλήνη. Καμιά κίνηση.
Κανένας θόρυβος. Όλα έρημα στον τόπο τούτο με το φοβερό
τεράστιο συρματόπλεγμα. Μονάχα
κάπου μακριά ένα σκοτεινό λαχάνιασμα
σαν να ’ταν μηχανές αθόρυβα δουλεύοντας
η ανάσα τους σβηνότανε στην άβυσσο της νύχτας.

Έτσι γοργά προχώρησα. Άδραξα τον άνθρωπο
βαστώντας τα ξερά του κόκκαλα. Και περπατήσαμε
σκυφτοί πέρα απ’ το φως. Πέτρες και χώματα
και λάκκοι. Κι ύστερα πέτρες ξανά και πέτρες σε σωρούς.
-Κρατήσου πάνω μου ψιθύρισα κρατήσου
κούφιο κορμί του ανθρώπου. Τον κράτησα. Και τότε
νάτην η θύρα ολάνοιχτη. Στο φως πανύψηλος ο φύλακας
το μούτρο σκοτεινό. Μια μελαψή γυναίκα εμίλαγε-
τα μαύρα της μαλλιά ανεμίζανε στο φως- ψιθύριζε
βαστούσε τα βυζιά της κόκκινα και τα ’δειχνε στο φύλακα
ένα τεράστιο μάτι πυρωμένο ο φύλακας. Περάσαμε
σκυφτοί κοιτάζοντας με τρόμο. Μήτε γύρισε κανείς
να μπήξει τη φωνή: Σταθείτε! ένα αυτοκίνητο
πιο χαμηλά χαμένο στη μαυρίλα αθόρυβα ανασαίνοντας
και γύρα του κινούμενοι ίσκιοι κατεβάζανε κι αράδιαζαν
χάμου στη γη κασόνια σύρματα καρφιά και πάσσαλους.
Έτσι περάσαμε
γοργά τη θύρα. Προχωρήσαμε.
Πέτρες και χώματα και λάκκοι κι ύστερα πέτρες ξανά.
Δεν τέλειωνε το μαύρο συρματόπλεγμα. Κι ιδού.
Ξάφνου μια άλλη τεράστια θύρα πρόσμενε-
στην άκρη ο φύλακας πανύψηλος. Μια ολόγυμνη
γυναίκα μελαψή –ανεμίζανε στο φως τα μαύρα της μαλλιά-
μιλούσε και του πρόσφερε τα δυο βυζιά της κόκκινα ψιθύριζε
να τα ζυγιάσει ο φύλακας. Σταθήκαμε.
Προσμέναμε βουβοί ν’ αστράψει τ’ όπλο ν’ ακουστεί η φωνή.
Δε σάλεψε κανείς. Περάσαμε κανείς δεν πρόσεξε.
Πιο κάτω ένα αυτοκίνητο λαχάνιαζε –κατέβαζαν
κασόνια σύρματα και ξύλα. Προχωρήσαμε.
Και το σκοτάδι ολοένα βάθαινε γινόταν αδιαπέραστο.
Κρατούσα το κορμί του ανθρώπου δυνατά. Και περπατούσαμε.
Κι άξαφνα εκεί ένα φως. Κι ιδού μια θύρα πρόσμενε.
Και τη διαβήκαμε σκυφτοί. Και προχωρήσαμε. Και να
πιο κάτω μ’ άλλη θύρα κι άλλη κι άλλη. Οι φύλακες
παντού πανύψηλοι στη ζώνη τα περίστροφα κουβέντιαζαν
καθένας και με μια
γυναίκα μαύρη –ανέμιζαν τα ολόγυμνα μααλλιά-
ψιθύριζαν βαστούσαν τα βυζιά τους κόκκινα
για να τ’ αγγίξει ο φύλακας. Πελώριες
ολάνοιχτες οι θύρες πρόσμεναν κι εστάζανε σκουριά.
Και πέρα από την κάθε θύρα ένα αυτοκίνητο
λαχάνιαζε χωρίς σταματημό μες στη σιωπή της νύχτας.

Ζώνη στη ζώνη. Πέτρες λάκκοι χώματα. Πέτρες ξανά
και σύρματα. Και παρουσία καμιά. Μονάχα
ο προβολέας οργώνοντας την ερημιά. Βαδίζαμε.
Σπασμένα γόνατα σπασμένοι αρμοί. Κι ο τρόμος αύξαινε.
Τώρα το φως θα στρίψει απάνω μας τώρα θα ορμήσουν
σκυλιά και φύλακες. Οι θύρες θα κλειστούν με πάταγο.
Τώρα οι φωνές και η ταραχή θα σκίσουνε
τη φοβερή γαλήνη.

Κανείς. Κανένας φύλακας δε σάλεψε. Καμιά κραυγή
δεν τάραξε τον άνεμο. Κι οι θύρες ανοιχτές.
Περνούσαμε. Πιο πέρα οι άλλες θύρες.
Βαδίζαμε. Γινήκαμε ένα με τη γη
συνέχεια σκύβοντας. Και πάντα οι θύρες ανοιχτές.
Και πάντα οι φύλακες αδιάφοροι μιλώντας με γυμνές
γυναίκες που κρατούσανε
στα χέρια τους τα κόκκινα βυζιά.
Και πάνω στο σκοτάδι ένα αυτοκίνητο
και γύρω οι ίσκιοι που κατέβαζαν
κασόνια σύρματα καρφιά και ξύλα.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δεν υπάρχουν σχόλια: