Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ (μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους, άλλαξαν και των προαστίων οι ονομασίες, υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου;
Εδώ οι επίγονοι λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σε ομοιώματα, είσαι ένας άγνωστος μες το άγνωστο εκκλησίασμα κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους, ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες. Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου, στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου
Εκεί δεν θα σε βρουν.
Γιατί αν σ’ αφορίσουν κάποιοι –αναπόφευκτα- στα χείλη τους θα σε προφέρουν, οι σκέψεις σου θα αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι, τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.[από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ   – ART by Leszek Bujnowski Digital Art]



ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοια εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση –Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μ’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής –πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές-μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυο κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί,  τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα, Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι –αν έχει μείνει-
Πέρα απ’ το θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών κι ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
(«Στο βάθος κήπος») Γραφικές οι παραστάσεις:
Εδώ ο Σιληνός κι οι Φαύνοι. Εκεί η Δικαιοσύνη
Με το σπαθί ή τη ζυγαριά, οι Θεοί του Ολύμπου.
Κόπηκε το ψωμί και το κρασί μοιράστηκε στις κούπες
Κι όπως κανείς δεν έλειπε, οι συνδαιτυμόνες
Στης οικειότητας τη ζεστασιά πράα δοσμένοι
Μέσα στα γέλια και τις σοβαρές κουβέντες, όπως πάντα,
Στ’ αστεία πειράγματα και στα λαφριά τραγούδια.
Όμως οι ώρες βάραιναν κι όταν χτύπησαν ρυθμικά
Οι δώδεκα, όλοι χαμήλωσαν τα μάτια να μην κοιταχτούνε
-έφτασε η ώρα και δεν είχε ακόμα η προδοσία γίνει-
Μοιράστηκε πάλι το ψωμί και τα μαχαίρια περιμέναν
Κρυφά στις χούφτες έτοιμα, σαν όρθια λέξη, σα φιλί.
Μιλούσαν ήρεμα σαν πρώτα, στη φωνή
Κανένα τρέμουλο, όχι λιποψύχισμα ή δειλία,
Ίσως κι απόψε η στιγμή δε έφτασε – μα παραμόνευε
Το Τέλος, ώριμο αδυσώπητο μέσα στο βάρος τόσων τύψεων.
(Στην πράξη του άλλου μια λύτρωση αυτό που τόσο εκλιπαρούμε στο σύνοικο που ευλογούμε την τόλμη του που μας προσφέρει τη σάρκα του να καθαρίσουμε το ματωμένο μαχαίρι μες με τη χαρά της ανακούφισης στον τολμηρό που φτύνει τη δειλία μας και ξεριζώνει τον κακοήθη όγκο απ’ την καρδιά πέφτοντας κάτω απ’ τα χτυπήματά μας πριν προλάβει πριν ν’ ακούσει το βογγητό που λευτερώνεται απ’ τα στέρνα μας. Εμείς δίκαιοι κι απρόσβλητοι, γενναίοι και αθώοι)
Πάλι μοιράστηκε ψωμί. Πέρασαν οι ώρες.
(Φαύνοι και Σιληνοί, η Δικαιοσύνη
Με το σπαθί ή τη ζυγαριά οι Θεοί του Ολύμπου)
Ίσως δεν έφτασε η στιγμή. Και τώρα ξημερώνει
Και στ’ ανοιγμένα μάτια της ημέρας οι περαστικοί
Ανίδεοι, τίποτα δεν έπρεπε να καταλάβουν
Σα θα μας χαιρετούσαν ήρεμοι, με καλοσύνη, πρωινοί,
Βέβαιοι για την καινούρια μέρα για μια καλή γυναίκα και ζεστό φαϊ.

ΕΠΡΕΠΕ… («Λέγει αυτω ο Πιλάτος: Τι έστιν αλήθεια; Και ταύτα ειπών, πάλιν εξήλθεν…» Ιωάννης)
Έπρεπε –δεν έπρεπε- την Τρίτη μέρα να ξαναγεννηθεί
(δε σημαίνει πως ένας θάνατος ακόμη λιγοστεύει η ζωή)
Άλλωστε τόσες μανάδες τον καρτερούσαν τόσες γυναίκες
Έπλεκαν τα μακριά μαλλιά τους με σπάνια αρώματα και χρυσαφικά.
Σιωπώντας τόσους αιώνες γνώριζε πια σοφά την αδημονία του αναμενομένου
Και πιο στέρεο από τα όνειρα που διαψεύδονται τα ξημερώματα
Κάτι σαν αυτό που λέμε Αύριο ή ζηλεύουμε στο γείτονα
Αυτό που δεν μας ανήκει και το αποκαλύπτουμε σε ξένα χέρια
Πρόθυμοι πάντα ν’ αρνηθούμε το πρόσωπο που μας δωρήθηκε.
Γνώριζε τώρα πως ήρθε η στιγμή να γίνει ο ζεστός καθρέφτης
Παραλλάζοντας τις μορφές, αντανακλώντας ψεύτικες παραστάσεις
Χαμογελώντας πάνω στα κρεβάτια, δείχνοντας την προσιτή οδό
Ήρθε η στιγμή της πιο πικρής θυσίας: στα χέρια σοφών τυμβωρύχων.
Υστερικών πορνών και τρυφερών νηπίων
Ήρθε η στιγμή  -φοβήθηκε στα μάτια να μας αντικρίσει
Μαντεύοντας την άρνηση που ρυτίδωνε τα πρόσωπά μας
Κι εμπρός στο πλήθος τίναξε τα σκονισμένα ρούχα του
Βούλιαξε μέσα στο στήθος του τη βεβαιότητα τόσων αιώνων που έρχονταν
Κι άνοιξε τρέμοντας τις παλάμες του με τα σημάδια των καρφιών.

(Κι έτσι τελείωσε. Όχι για μας που είχε από μέρες τελειώσει
Λαμπρή και μεγαλόπρεπη η Μόνη Στιγμή
Όταν μπροστά στο δήμο που τόλμησε το «Τι έστιν…»
Εκείνος, πλήρης και άφθαρτος, δε μίλησε, απελθών)

ΕΔΩ…
Εδώ
Κάτω απ’ την καρδιά μου
Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
Μπήγονται ολοένα πιο βαθιά
Τώρα
(Τώρα, σιγά-σιγά, που ξημερώνει
Και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να ’ναι)
Ελάτε
Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,
Μαζέψτε τες μια-μια
Είναι δικές σας
Σήμερα το πρωί
Στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
Τις μάζεψε για σας
Και τώρα
Ξερίζωσέ τες απ’ το στήθος μου
Σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο
Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Πριν μάθουν πως εγώ
Είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θέση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]

Δεν υπάρχουν σχόλια: