Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΠΟΥ-ΚΑΠΟΥ (ίσως) ΜΕ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ:

50.000.000 πεθαμένοι κάθε χρόνοΕίμαστε αλλόκοτες πόρτες, λαδωμένες καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις,
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και θανάτου, μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς όναρ», έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια μετέωρου στοχασμού,
όμως θυμάσαι κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο
Άραγε με σκέπτεσαι κάπου-κάπου
θυμάμαι πώς κοίταζες εσύ γητευτή, τα μάτια σου τόσο ερευνητικά που να μου σκίζουν την καρδιά, έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα, λόγια μιας κλεψύδρας που αναποδογυρίζει
κάπου-κάπου άραγε με σκέπτεσαι
Φτωχή γη όλο χαλίκι, εσύ μου ’μαθες τον ήλιο και τις σκιές της σελήνης και τους ρεμβασμούς της ηδονής
σε βλέπω ακόμα τριχωτέ φαύνε με τα σκιστά μάτια
χοροπηδάς κατεβαίνοντας το βουνό, κλωτσάς τους θάμνους του Αυγούστου
νιώθω την τραγίλα σου ανάκατη με τις οσμές του θυμαριού
α!.. τι αλλόκοτες αισθητήριες χαρές της μοίρας
Ζηλεύω τα ιπτάμενα βέλη που το χέρι σου ακολουθεί από λεπτό σε λεπτό, από εικόνα σε ήχο
ναι λέω ήχο γιατί τα σχέδια σου τραγουδούν και χορεύουν με τον ίδιο ρυθμό που έχουνε τα ποτάμια σαν φουσκώνουν απ’ τη βροχή και λαρυγγίζοντας κατρακυλούν κοίτα στήσανε χορό πάνω στου βυθού τα λιθάρια [50.000.000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ, ΦΑΥΝΟΣ και ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΒΕΛΗ JAVIER VILATO  από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου 7χ3 επτά γραπτά στα ελληνικά, Sept texts en francais, Seven writings in emglish  – ART by Javier Vilato]




ΜΙΑ ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ JAVIER VILATO
Γυναίκα με το κεφαλοπάνι
αλλού σήκω το ραβδί σου
μακριά απ’ το φύλακα σκύλο
που δείχνει τα δόντια
μακριά απ’ το βασίλειο του
το βαθύ πηγάδι του θησαυρού
που ’ναι η στέρνα

τόσο σκοτεινή και απτή ετούτη η νύχτα
με ποικίλα χάδια του άσπρου που
τορνεύουν το φουντωτό δένδρο
το χώμα τα πρόσωπα
τα σύννεφα και τη σελήνη τους

τα μαύρα τα γκρίζα ανοιχτά ή σκούρα
το σφρίγος της κάθε χαραξιάς
του Javier Vilato
άσχετο με όποιο θέμα
έχουν ένα είδος ζέστης
αμασχάλης ή παλάμης
έχουν τους ατμούς της καυτής αυλής
ποτισμένης τον Ιούλη η ώρα οχτώ
έχουν εκείνη τη σεληνιακή σαγήνη
που αναδίδουν τα βράχια
πολύ κοντά στη θάλασσα
έχουν μια γοητεία σγουρών μαλλιών
πάνω σε ηλιοκαμένο σβέρκο

τα βλέμματά μου αχόρταγες ακρίδες
παλεύουν να απορροφήσουν
στο διάβα τους
ταυτόχρονα το κάθετι
που προσφέρει η εικόνα
μα εκείνη ξέρει ν’ αντισταθεί
στα μάτια μου έντομα αδηφάγα
κρατά την ένταση για ασπίδα

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (το ποίημα γράφει τον ποιητή του Maurice Blanchard)
Ακούστε πώς ανασαλεύει ο έρωτας
τώρα που είναι παραπανήσιος
κι ας αραδιάζει εδώ μονάχα λέξεις
για μένα έχει ακόμα σάρκα
οστά κι επιδερμίδα
πώς γίνεται της γαρδένιας το πέταλο
όταν μες τα χέρια μας κακοπάθει
έτσι δείχνουν και οι πληγές του έρωτα

γράφω μ’ έναν κόμπο στο λαιμό
με τη δύσπνοια της θέρμης
για τον ακρωτηριασμό που ’ναι
η στέρηση του συντρόφου
το μνημονικό έχω μόνο για δροσιά
ένα-ένα ακουμπάει χάδια της νεότης
πάνω στα βλέφαρά μου
σπίτι ολάκερο ο έρως με διαδρόμους
με δωμάτια γιομάτα καθρέπτες που στέλνουν
ο ένας στον άλλον
μυστικές μορφές τρυφερότητας
τα φώτα πάντα αρκετά λαμπερά

παντού γραπώνεται ο έρωτας κισσός
περιζώνει και σκεπάζει το όποιο σώμα
τι παράξενο το θρόισμα της φυλλωσιάς
όλο πράσινη και τόσο πυκνή
ειδών-ειδών τα καμώματά της

έρως ζώο αγέρωχο και ηχηρό
τόσο ώστε δεν ξεχωρίζει το χτύπημα
που καταφέρει από κείνο που δέχεται
λέω έρως ζώο όμως ακούω μιαν ηχώ
σαν άσμα λατρείας

του έρωτα ο οίστρος
ο έρωτας του έρωτα
με ιδιοτροπίες μύριες φέγγει
το γαλάζιο τούτο αστέρι
σαν τον έρωτα που γυαλοκοπούσε
για μένα αλίμονό μου
έδυσε μέσα στην αμαξοστοιχία

σε όνειρο πρωινό είδα
να ξεκινάει πάνω απ’ το κρεβάτι μου
το κάγκελο μιας σκάλας εξωτερικής
έρωτα περίσσιε πώς ταμπουρώθηκες άραγε
ανάμεσα απ’ τα σκαλιά εκείνα με
γκαζοτενεκέδες όλο αγαπητά λουλούδια
γιασεμιά τριαντάφυλλα βασιλικούς
είχε μολόχες πάπυρους και ήλιους
φυσούσε αέρας ελαφρύς που έφερνε
πανέμορφες χρυσαφιές πεταλούδες
κείνες τερετίζανε μελαγχολικά φαρμακωμένα
έπειτα ήρθε ένας σκαντζόχοιρος
όμως έγινε μπάλα αγκαθωτή
και πώς να τον παίξεις

στο Λιόπεσι όταν πίναμε καφέ
φάνηκαν λίγα σύννεφα
έτσι που καβάλησαν τον Υμηττό
μετά απλωθήκανε και απαλά
σκεπάσανε το βαθιά λαξεμένο διάσελο
έρωτα ας κρατούσες το καυτό μου χέρι

να πω για κάτι κρυψώνες
του έρωτα τις ώρες που ο ένας
αλήθεια είχε την πείνα του άλλου
και κατεβαίναμε στο ρέμα
με τις μυρουδάτες λυγαριές
ναι τότε αγαπιόμαστε κατάχαμα
κι ας ήτανε παντού χαρτιά
βρώμικα ξεκοιλιασμένα στρώματα
σκουριασμένοι σομιέδες τουμπαρισμένοι
λάστιχα με βαθιές μαχαιριές
ο έρωτας τα δικά του μονάχα ήξερε

είναι οι μεγάλες ταπεινοφροσύνες
της πολιορκίας τεχνάσματα
καλαθούνες γιομάτες κουρελαρία
έχουν φορεθεί για να νιώσει ο έρως
ο άπληστος ότι εκείνος μονάχα
εμφανίζεται έξοχα στολισμένος
ίσως να τυλίξει τη μέση του
με της τίγρης την κατάμαυρη γούνα
για να σταθεί ολόρθος
ξεδιπλώνεται με κινήσεις αιλουροειδείς
παναδαμάτωρ είναι ο έρως

ξεπρόβαλε του έρωτα ποίημα
ένα ηλιοβασίλεμα
ζώνες θάλασσας και νησιά
σύννεφα πορτοκαλιά
με εκθαμβωτικές φόδρες αργυρές
διαβατικός ο ήλιος αλλά καθόλου αμέτοχος
χάθηκε έτσι όπως σβήνει
ο έρωτας μέσα στην έκστασή του

ήρεμο απόγευμα το φως αττικό
πουρνάρια πράσινα και άλλοι θάμνοι
κοκκινωποί ή βαθιά κίτρινοι
ελαιόδεντρα όλο χαμάδια και
ξερές πευκοβελόνες κείνες που αγκυλώνουνε
όταν ξεριζώνεις τα κυκλάμινα

λίγο πιο μακριά
πάνω στο δενδρολίβανο
το αλογάκι της Παναγιάς
μια τρίγωνη κεφαλή όλο φιλαρέσκεια
τα χέρια σεμνά διπλωμένα
περιμένοντας εκεί δα υπομονετικά
το αρσενικό της τη λεία της
το γεύμα της
είδες καμιά φορά τερτίπια που ’χει η συνουσία
λίγο κωμικοτραγικά πολύ σαρκαστικά

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δεν υπάρχουν σχόλια: