Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΙΚΟΝΑ: ΑΥΤΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ:


Η αναγέννηση. Αρχίζει μια Αναγέννηση Μια απροσδόκητη Αναγέννηση φύσηξε απότομα πάνω από σφαγές λαών κι αδιάφορη για τις σφαγές. Σαν εξουσία δόξας θα παρουσιαστεί. Θα παρουσιαστεί με την βία όπως η καταστροφή. Εκεί που όλα τέλειωναν των ανθρώπων. Προτού το τέλος ο κόσμος ετελείωνε αρχινώντας. Αυτά οι άνθρωποι αποστρέφονται αυτήν την τελευταία αναγέννηση. Σφαδάζουν και δοξάζονται υποφέροντας. Η αναίτια Αναγέννηση ανασηκώνει από κάτω τους ανθρώπους σαν στέψη λογχισμένων. Μια αφύσικη αναζωογόνηση θα τους διεγείρει. Εμψυχώνει αλλά μ’ έναν τρόπο ακίνητο τανύει την ψυχή τους την αραιώνει τρομακτικά. Αλλά η μοίρα των ανθρώπων αντιστέκεται. Η φύση τους συντρίβεται και έτσι ρημαγμένη υψώνεται. Από τη σύμφυρση τέλους κι αρχής. Από την εναντίωση των ανθρώπων γεννιέται ο εξής αιώνας οι άνθρωποι όρθιοι… με μία σκληρότητα. Σαν να είχαν μιαν οίηση κρίματος. Στέκονται ακίνητοι σ’ αυτήν εδώ την ομαλή άκρια της στεριάς. Μπροστά στην αχανή θάλασσα κι ερεθισμένοι από το νερό. Σταματημένοι άνθρωποι και υπαίθριοι και η Αναγέννηση έμοιαζε με ιταλική. Άφθονα περιτυλιγμένοι με πολυτελή υφάσματα. Αλλά ανάμεσα στα υφάσματα εκείνα έχαινε η πιο βαθιά φτώχεια. Σκεπασμένοι παντού με υπερβολικά ρούχα πριγκίπων όπου η χλιδή ετρίφθηκε με τον καιρό. Μέσα σε απέραντες και βαθιές πτυχές και στον βυθό των υφασμάτων εμάντευες πνιγμένες πολύτιμες κλωστές και νήματα ατόφια. Μέσα στον όγκον εκείνον του πανιού μονάχα τα πρόσωπα εφαίνονταν. [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις Κέδρος 1979]



ΚΙ ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΕΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΛΑΜΑ ΚΑΙ ΓΥΑΛΙΖΑΝ ΜΕΓΑΛΑ ΜΑΤΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ…
Όρθιο εκείνο το πλήθος κι εκχριστιανισμένο. Με την αθέλητη ζωή που από φύση δεν την άντεχαν και δεν προσδοκούσαν. Όμως την άντεξαν και ο λαός των ανθρώπων τυραννισμένος. Μέσα στο φως αυτής της Αναγέννησης υψώνονται βασανισμένοι αλλόκοτα. Αλαζονικά δυστυχισμένοι στέκονται εκεί ασάλευτοι. Ριπές από μακρινές φωτιές άλλων βουνών κι άλλων νησιών της θάλασσας. Οι φωτιές βρέχουν τα πρόσωπά τους. Λιώνουν και χύνονται μέσα στις σκληρές πτυχές των φορεμάτων. Γνωρίζουν πως οι φωτιές αυτές ανάφτηκαν για άλλες φωτιές πιο μακρινές κι εκείνες για μακρύτερες. Από τον άγνωστο τόπο όπου επαίχθηκε η ζωή τους. Αλλά εγώ μ’ έναν κρύο τρόμο συναισθάνομαι τα αισθήματα εκείνων που άναβαν φωτιές. Με τι αισθήματα ανάβαν; Προπαντός οι πιο κοντινοί από βορρά και μ’ έναν αισθηματικό θυμό συγγενικό τους συνερίζομαι. Γιατί κατάγομαι από τη Θεσσαλία.

ΤΟΤΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΘΑ ΑΦΑΝΙΣΤΕΙ ΚΙ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΟΥΝ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ:
Έλεγες πως για ένα κρίμα οι άνθρωποι απαγόρευαν τον κήρυκα και τον εμπόδιζαν. Είχε έρθει η ώρα που ο άνθρωπος ήρθε επιτέλους η ώρα ο άνθρωπος να απολογηθεί; Αλλά η απολογία ακούγεται πάντα από μακριά. Μην αγγίζεις άνθρωπο όταν απολογείται. αποφεύγουν τον κήρυκα γιατί έχει ξένη καταγωγή. Όμως συναισθανόταν μια συγγένεια να τους παραφυλά από τον ξένον αυτόν και φυλάγονταν. Γιατί κρατάει από παλιές επιμειξίες ανθρώπων που αιματοκυλίστηκαν και χάθηκαν για πάντα. Η χώρα τους ήταν βάρβαρη και πνευματική. Έβλεπες πάνω στο σώμα του σημάδια από λαούς που τρόμαξαν. Αιώνες παγιδεύτηκε η φυλή του ξεκληρίστηκε. Επίτηδες ο φύλακας έχει άγνωστη καταγωγή. Δεν την ομολόγει και την κρατά κρυφή την έσφιγγε θυμωμένος. Την εξαφανίζει και μονάχα σε τρίμματα ονείρων όταν τα όνειρα ανοίγουν. Τότε μονάχα βγαίνει λίγο αίμα από την καταγωγή του και μόλις φαίνεται

Η ΟΨΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΑ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Ο κήρυκας είναι χαρακτηριστικός. Αδύνατος και με σκούρο πετσί. Σαν έλληνας βαμμένος από τον ήλιο. Αφού κατάγεται από σκιερούς ήσυχους ποταμούς κι επί αιώνες έπειτα βάδισαν μέσα στον ήλιο. Τυραννίστηκαν από τον ήλιο. Τα μάτια του είναι φωτεινά σαν κίτρινα. Δεν ξεχώριζες αν είναι τρομαγμένα ή φανατικά. Στένεψαν προσηλωμένα και με δυσκολία πια αναγνωρίζουν. Με απότομες κινήσεις σαν αναστημένος. Συχνά μιλάει στα τυφλά σα να οργίζεται μ’ ένα πεθαμένο. Αλλά ποτέ δεν χάνει από το νου του κι όλα τα πραγματικά τα παρακολουθεί. Δύσκολος ο λόγος του αφού ο ταραγμένος νους κι οι ψυχές που διαρκώς κινιούνται έχουν πάντα μια φτωχή ομιλία. Γέρνει εμπρός και καμπουριάζει λίγο γιατί έμαθε να προφυλάγει τη μπροστινή μεριά του σώματος εκεί όπου αισθάνεται πως όλο μαζεύεται και κουβαριάζεται συνέχεια η ψυχή του. Αντιστοιχεί στο διάφραγμα και με ακτίνες που πονάν ορμά προς την κοιλιά και την καρδιά ως τον λαιμό. Αφήνει απ’ έξω το κεφάλι κι αυτό στριφογυρνά σαν κομμένο ανάμεσα στο σώμα και στον ακατοίκητο αέρα. Και σαν από γενιές να έμαθε να γέρνει προς τα εμπρός για να σκεπάζει με το σώμα του για να τα προστατεύει. Εκείνα τα ατελείωτα που δούλευε στα χέρια

ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ
Ανέβηκε στην επιφάνεια του χώματος. Ακολουθώντας έναν λοξό ανήφορο τον ανέβηκε με κούραση. Λοξά παρουσιάστηκε στην πόλη. Εξαντλημένος σα να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή που παρουσιάστηκε. Αργά έτρεφαν τα μέλη του και δυναμώναν να γίνει ολόκληρος να βγει. Έτοιμος και τελειόμηνος κάτοικος αυτής της χώρας. Αλλά ακόμη η ψυχή του δεν είχε σχηματιστεί. Σκληρός σαν πολιούχος εμφανίστηκε στους δρόμους. Όλοι τον αναγνώριζαν αλλά κανένας δεν τον έλεγε. Η πόλη ήταν κατεστραμμένη και ισοπεδωμένη. Σκαμμένα τα χώματα και αραιές παλαιϊκές οικοδομές ορθώνονταν μακριά και χρησιμεύαν για θεομηνίες. Πιο μακριά στη θάλασσα φαίνονταν μεγάλα πλοία ιστιοφόρα. Τον απόφευγαν από την πολυτελή όψη του κι από το στολισμένο του πρόσωπο. Το πρόσωπό του το στόλιζαν ακριβές εκφράσεις. Αλλά κι εκείνος αισθανόταν ένα σφίξιμο από μιαν επίγνωση ανανδρίας. Αυτή η πόλη είχε μονάχα έναν δρόμο. Πλατύς κι ανώμαλος με κόκκινο χώμα αναστατωμένο από άγρια άροτρα. Αλλά κι από γυμνά πόδια και παλάμες ανθρώπων. Οδηγούσε από χαμηλούς λόφους και βαθιές χαράδρες σαν γιγάντιες τσεκουριές. Τα σπάνια χτίσματα που διασώθηκαν ήταν ογκώδη κι όλα χτισμένα με παλιά κόκκινα τούβλα. Έρημοι πελώριοι φούρνοι ή μύλοι. Σαν εγκαταλειμμένα νοσοκομεία εξανθηματικών ανθρώπων. Οι στέγες τους φολιδωτές και σαν ψημένες από τον ήλιο ράχες χερσαίων ψαριών. Περιφερόταν κι εκπληρούσε ένα είδος απογραφής. Θα γίνει πόλεμος φώναξε μια γυναίκα και τον κοίταξε με κακία. Μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος είπε η γυναίκα. Ύστερα σώπασε και τον κοίταξε με μια φοβερή κακία. Ξαφνικά άνοιξε δίπλα του ένα παράθυρο. Πολύ κοντά και σχεδόν τον άγγιξε καθώς άνοιγε σαν δίφυλλη μεγάλη θύρα με μικρά τετράγωνα τζάμια άνοιξε αργά. Φάνηκαν δυο μικρά παιδιά. Το μεγάλο προστάτευε το μικρό που είχε πολύ πυρετό. Είχαν μείνει μοναχά. Το άρρωστο παιδί φορούσε ένα φαρδύ κι ροζ τσίτι. Αλλά καλοσιδερωμένο και καθαρότατο.

ΜΙΑ ΠΝΟΗ ΜΑΝΑΣ ΤΟΝ ΤΥΛΙΞΕ ΚΙ ΕΝΙΩΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ:
Το άρρωστο είχε διπλωμένο το ένα του χέρι. Από καιρό κλεισμένος ο αγκώνας κι εκείνο το χέρι κολλημένο στο πλευρό αγκυλώθηκε. Με βία αυτός το ανοίγει και το παιδί έκρωξε. Στο μέσα του αγκώνα ήταν κρυμμένο ένα κουβαράκι από μαλλιά ανθρώπου. Φυλαχτό του αγκώνα το κρατούσε συνέχεια το παιδί και έπαθε το χέρι του. Αλλά τραντάχθηκε από το τέντωμα και τρέμει. Μ’ έναν αδύναμο λόξυγκα σαν παραπόνεμα ξεψύχησε. Τότε το μεγαλύτερο είπε με λύπη το είχε βάλει η μάνα του γιατί είναι θαυματουργό και πριν πέντε χρόνια βλοημένο. Γιατί είχε μιαν αρρώστια που τη λεν επιλαθού. Το έπιανε και τίναζε το χεράκι του κι ύστερα σταματούσε. Τότε η μάνα του του τόβαλε να το κρατά συνέχεια εκεί ώσπου να του περάσει και έδενε το χέρι του μη πέσει αλλά μετά που χάθηκε η μάνα του από μόνο του το έσφιγγε πιο πολύ και το κρατούσε πιο πολύ.

Μπαίνει στο σπίτι. Μάντευες πέρα πολλά δωμάτια ευρύχωρα και ψηλοτάβανα και παντού υπήρχε κόσμος πολύς. Σιωπηλά συνωστίζονταν στις κώχες και σε κρυφά μεσοπατώματα. Πίσω από σκοτεινές σκάλες κούρνιαζαν οικογένειες προσφύγων. Κάτω από τα παράθυρα σέρνονταν και άπλωναν τα χέρια προς το φως των παραθύρων. Εκεί ήταν ένα δούλος. Ανήκε σε παλιό έθνος δούλων από την Κύζικο. Δεν είχαν όνομα ούτε οικογένεια και ζούσαν από πάντα δίπλα στις οικογένειες των προσφύγων. Συνέχεια να παίρνονται δεν έμαθαν να μιλά και δεν καταλάβαιναν το λόγο των ανθρώπων παρά μονάχα με τις κινήσεις των χεριών και με νεύματα καταλάβαιναν. Αυτός ο άνθρωπος κληρονόμησε τους άλαλους δούλους.  Αγορασμένος έστεκε σε μια γωνιά. Ακίνητος κι όλη του τη ζωή να πιάνει λιγότερο τόπο. Με δεξιοτεχνία μίκραινε ο ίδιος το κορμί του. Μ’ ένα κοφτήρι αμβλύ σαν φαλτσέτα αλλά με κόψη αδρή. Αφαιρούσε μικρά κομμάτια από το σώμα του να γίνεται όλο μικρότερο. Δίδασκε στο σώμα του μια νέα λειτουργία την κοπή. Με μια υπομονή σαν σοφία δεν έκαμνε πληγή κι ούτε έτρεχε αίμα και σαν μια στάμνα στρογγύλευε και μίκραινε το ακούμπημα του στη γη. Εκεί περίμενε μια γυναίκα. Του είπε πως είναι πολύ άρρωστη. Πρόσεξε πως ήταν εξαιρετικά χαμηλή και τότε πρόσεξε πως είχε μονάχα κεφάλι. Το κεφάλι εκείνο κουνιόταν ακατάπαυστα καταγής μπροστά στα πόδια του. Επάνω σ’ ένα αδειανό απλωμένο φόρεμα μπλε με μικρά κίτρινα λουλούδια. Σαν να είχε λιώσει ολόκληρη κι είχε εξαφανιστεί και μονάχα το κεφάλι της απόμεινε ζωηρότατο κι εκείνο το χτυπητό της ρούχο. Τα μάτια της κίτρινα και οι κόρες στενές σαν καρφίτσες.

Τον κοίταξε από καταγής με λαχτάρα και φώναξε βοηθήστε με και κάντε με καλά. Της είπε με χαμηλή φωνή δεν μπορώ τώρα είπε με μεγάλη αγωνία αύριο. Σαν να παρακαλούσε την κοίταζε ταραγμένος και ικέτευε αύριο. Η γυναίκα φώναζε με μιαν υπερβολική ευγνωμοσύνη να την ακούσουν όλοι είστε ο ευεργέτης μου. Το είπα σε όλους ότι εσείς θα με σώσετε. Θα έρθω αύριο και σας ευχαριστώ. Δεν έχω άλλον στον κόσμο. Το κεφάλι εκείνο είχε μιαν αξιοπρέπεια. Σαν ζωγραφιστή στο πάτωμα ασώματη γυναίκα σάλευε καταγής και το αδειανό της ρούχο τρανταζόταν άδειο κι έμοιαζε να κυματίζει από χαρά κι ελπίδα. Σ’ έναν μακρύ πάγκο ήταν δυο γυναίκες. Η μια μακριά από την άλλη. Η μία καθιστή ήταν νέα και τεντωμένη τον κοίταζε αμίλητη. Είχε πεταχτά μήλα χλωμά με μικρές στιχτές ακίνητες αιμορραγίες.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΧΟΜΟΥ. Προς το τέλος γίνεται αθώος ο νους
Ο Μάρτιος και ο αδένας του μελιού. Ο φύλακας και τα άγνωστα ερείπια του ουρανού που τα λέμε άστρα. Το δένδρο ελιά και το βράδυ του θανάτου. Η καρδιά που παραμονεύει πάντα ακίνητη να είναι με τα σφαγμένα ζώα της νύχτας. Το λευκό πρωί να είναι ήσυχα ζευγμένο στον άγριο πόλεμο. Η σιωπή να πάει με το βουλιαγμένο μέτωπο του αλόγου και η σιωπή. Με τη μεγάλη καμπάνα που έπεσε στη γη κι εκεί κοιμάται ο επιληπτικός Δικαίος. Η έχιδνα κι ο χορευτής ο κόκκινος και ο νεκρός η χαρισμένη και η μελανή. Αφού τα κανονίσει όλα αυτή η ειρήνη που μανιακά συναρμολογεί.
Ανεπαίσθητα ελευθερώνονται κάτι μορφές. Ακίνητες και καθαρές με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με σκληρή δουλειά τρίβοντας. Τώρα οι μορφές είναι επιφάνειες πολύ μεγάλες έφραζαν το νου. Δεν ξέρουν από ονόματα δεν πρόλαβαν την ομιλία. Λιγοστές μία ή δύο σα να χερσεύουν όλη τη γη. Θεόρατες άγιες των ποιημάτων στέκονται πελεκημένες και βουβές με μιαν ασάλευτη μανία. Οστά από μεγάλες αισθήσεις που ξαφνικά τις ξέθαψε μία βροχή. Παρουσιάζονται έξαφνα οι μορφές και κυριεύουν το νου. Αδυνατισμένον από το έργο εκείνης της ειρήνης και τώρα με τις μεγάλες όψεις των θέλουν με τη βία να τον αντιπροσωπεύουν. Η θέα τους είναι αυστηρή γιατί κέρδισαν με αίμα τη σιωπή τους και δικαιώθηκαν μ’ έναν τρόπο απόκρημνο. Οι μορφές που εκατέλαβαν το νου του κήρυκα είναι δύο. Η μορφή ότι έρχεται προς τους ανθρώπους. Και η μορφή ότι εστεκόταν αντίκρυ από τους ανθρώπους. Τίποτε άλλο δεν σημαίναν αυτές οι δύο μορφές. Αναίσθητες κι ανίδεες εσφετερίστηκαν όλη του τη ζωή…

ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΟΝΟΜΑΣΤΕΙ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΩΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Διαλύθηκαν οι κατηγορίες των ανθρώπων. Ορύχθηκε ο κόσμος. Οι ουσίες θα γίνουν ανεξάρτητες. Τότε θα απομονωθεί η ουσία των ανθρώπων και θα δέσει. Άταχτα θα ενωθούν τα σώματα και θα σχηματιστεί ένα ακανόνιστος σβώλος. Στην αρχή η ένωση θα είναι ατελής. Έμειναν άνθρωποι να ακολουθούν τους ενωμένους. Όπως στα παλιά χρόνια οι εμβρόντητες οικογένειες των πολεμιστών ακολουθούσαν τον πόλεμο όπου επήγαινε. Άνθρωποι ξεμοναχιασμένοι θα ακολουθούν το δύσκολο κι αργό κύλισμα του όγκου των σωμάτων. Τότε θα δεις έναν άνθρωπο να ακολουθεί τον άλλον ενωμένο. Του καθαρίζει το πρόσωπο κι ο άλλος να φωνάζει το πρόσωπό του να γίνεται ένα λέπι κι αυτό το στόμα του ανθρώπου που έβγαζε στην θάλασσα….

ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ: ένας λαός εφάνηκε σαν τους Δωριείς. Τελευταίο έθνος ανθρώπων πέρασε τον ορίζοντα και παρουσιάστηκε. Είναι χτίστες από την Ξάνθη. Νύχτες που κράτησαν όσο γενιές αφουγκράζονταν τους σεισμούς κι ελάτρεψαν την τέχνη των σπιτιών. Από πανάρχαια παράδοση οικογένειες από σπουδαίους τεχνίτες. Νομάδες που ποτέ δεν κατοικούν κι όλο φεύγουν. Εκεί όπου τους καλούν κι από φήμες έμαθαν να τους καλούν να χτίσουν κι ακριβοπληρώνοναι. Η χώρα αυτή ρημάχτηκε και κάλεσαν τους χτίστες για να ξαναχτιστεί. Οι χτίστες έφτασαν εδώ κι είναι ειδοποιημένοι. Άκουσαν κι δέχθηκαν παραγγελίες. Συμφώνησαν για ένα χτίσιμο και ήρθαν. Μέρες και νύχτες δούλευαν κι όλες μαζί οι οικογένειες των χτιστών να κουβαλούν με βιασύνη. Όσοι πεθαίναν πάνω στη δουλειά τους έθαβαν μακριά κι εκείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τα θανατώσαν. Έφευγαν για τις μακρινές κηδείες και πάλι εξανάρχονταν το βράδυ και δουλεύαν. Έτσι εστήθηκαν παντού μεγάλα οικοδομήματα με σκαλιστές προσόψεις και κάμαρες απανωτές σα να γεννούσε η μια την άλλη για πολλά σόγια ανθρώπων και θόλοι από κρύσταλλο. Τώρα οι χτίστες τέλειωσαν και γιόρτασαν ανάβοντας φωτιές. Χόρεψαν πάνω στα κάρβουνα και μούγκρισαν κι έκλαιγαν. Φύγαν και χάθηκαν. Άδεια τα θεόρατα σπίτια κι ένας αέρας από κρύον ήλιο σφαλά τα μεγάλα παράθυρα και πάλι τα ξανάνοιγε. Οι θόλοι με τριγμούς να συγκρατούν το φως. Μη χυθεί μέσα και περιχύσει και μια βαριά αναπνοή από το σκαμμένο χώμα.  Ορθάνοιχτα κι αδειανά εκείνα τα σπίτια στέκονται τώρα αδειανά και μονάχα η ηχώ των τραγουδιών της Θράκης… Πόσος καιρός επέρασε από το νερό; Ήσυχα ρώτησε ο κήρυκας. Έγειρε κι εκοιμήθη  [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ 1979]


Δεν υπάρχουν σχόλια: