Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΜΑΘΕΣ ΑΠ’ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΚΙ ΑΠ’ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝΕ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΠΟΘΟΥΣ (μην παίζεις πια. Ρίξε τον άσσο της φωτιάς…)

Κέρδισες την εμπιστοσύνη της ζωής που δε σ’ εδάμασε και συνεχίζεις τ’ όνειρο. Τι να πουν τα πράγματα και ποια να σε περιφρονήσουν!
Όταν αστράφτεις στον ήλιο που γλιστράει επάνω σου σταγόνες κι αθάνατους υάκινθους και σιωπές, εγώ σ’ ονομάζω μόνη πραγματικότητα. Όταν γλιτώνεις το σκοτάδι και ξανάρχεσαι με την ανατολή, πηγή, μπουμπούκι, αχτίδα, εγώ σ’ ονομάζω μόνη πραγματικότητα. Όταν αφήνεις αυτούς που αφομοιώνονται μεσ’ στην ανυπαρξία και ξαναπροσφέρεσαι ανθρώπινη, εγώ απ’ την αρχή ξυπνώ μέσα στην αλλαγή σου…
Μην παίζεις πια. Ρίξε τον άσσο της φωτιάς. Άνοιξε την ανθρώπινη γεωγραφία…
Τόσο φως, που και η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε. Το νερό σφάλισε τους όρμους. Το μονάκριβο δένδρο ιχνογράφησε το διάστημα.
Τώρα δεν μένει παρά να ’ρθεις εσύ ω! σμιλεμένη από την πείρα των ανέμων και ν’ αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δεν μένει παρά να ’ρθεις εσύ και να γυρίζεις τα μάτια σου προς το πέλαγος που πια δεν θα ’ναι άλλο από τ’ ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμά σου.
Δεν μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.
 [Οδυσσέας Ελύτης, 17ο  και 20ο απόσπασμα από την ενότητα Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΙΚΑΡΟΣ 1978 και με ΚΛΙΚ στο κολάζ  και άλλα αποσπάσματα από την ίδια ενότητα]



Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978 – συνέχεια 2η )
-XII-
Πάρε μαζί σου το φως των γυακίνθων και βάφτισέ το στην πηγή της μέρας. Έτσι κοντά στο όνομά σου θα ριγήσει ο θρύλος και το χέρι μου νικώντας τον κατακλυσμό θα βγει με τα πρώτα περιστέρια. Ποιος θα προϋπαντήσει αυτό το θρόισμα, ποιος θα αξιωθεί σιμά του, ποιος είναι αυτός που θα σε προσφέρει πρώτος όπως προσφέρει ο μέγας ήλιος το βλαστάρι!
Κύματα καθαρίζουνε τον κόσμο. Καθένας ψάχνει το στόμα του. Πού είσαι φωνάζω κι η θάλασσα τα βουνά τα δένδρα δεν υπάρχουν.
-XIII-
Πες μου τη νεφελόπαρτη ώρα που σε κυρίεψε όταν η βροντή προηγήθηκε της καρδιάς μου. Πες μου το χέρι που προχώρησε το δικό μου χέρι μέσα στην ξενιτιά της θλίψης σου. Πες μου το διάστημα και το φως και το σκοτάδι – το παρείσακτο κυμάτισμα ενός τρυφερού ιδιωτικού Σεπτέμβρη.
Και σκόρπισε την ίριδα, στεφάνωσέ με.
-XIV-
Να ξαναγυρίσεις στο νησί της αλαφρόπετρας  μ’ ένα τροπάριο ξεχασμένο που θα ζωντανεύει τις καμπάνες δίνοντας θόλους ορθινούς στις πιο ξενιτεμένες θύμησες. Να τινάζεις τα μικρά περβόλια έξω απ’ την καρδιά σου κι ύστερα πάλι να φιλεύεσαι απ’ την ίδια τους τη θλίψη. Να μην νιώθεις τίποτα πάνω απ’ τους αυστηρούς βράχους κι όμως η μορφή σου ξαφνικά να μοιάζει με τον ύμνο τους. Να σε παίρνουν τ’ ανώμαλα πέτρινα σκαλιά ψηλά ψηλά κι εκεί να καρδιοχτυπάς έξω απ’ την πύλη του καινούργιου κόσμου. Να μαζεύεις δάφνη και μάρμαρο για την άσπρη αρχιτεκτονική της τύχης σου.
Και να ’σαι όπως γεννήθηκες, το κέντρο του κόσμου.
-XV-
Η μαγνητική βελόνα κινδυνεύει. Όπου και να γυρίσει θαμπώνεται από το φλογοβόλο πρόσωπο της εγκάρδιας ανατολής. Πέτα λοιπόν τους υακίνθους, τρέξε πάνω από τρυγητούς αφρών προς το ευοίωνο εξαπτέρυγο άγγελμα! Η ανάσα του μέλλοντος αχνίζει έμψυχα δώρα.
-XVΙ-
Κρύψε στο μέτωπό σου τ’ άστρο που θέλησες να βρεις μέσα στο πένθος. Και μ’ αυτό προχώρησε και μ’ αυτό πόνεσε πάνω απ’ τον πόνο των ανθρώπων. Κι άφησε το λαό των άλλων να χαμηλώνει. Εσύ ξέρεις πάντοτε περισσότερα. Γι’ αυτό άλλωστε αξίζεις και γι’ αυτό σα σηκώνεις τη σημαία σου ένα χρώμα πικρό πέφτει στις όψεις των πραγμάτων που παρομοιάζουν τον τιτάνιο κόσμο.
-XVΙΙΙ-
Μελαχρινή μαρμαρυγή –νανούρισμα των βλεφάρων πάνω απ’ τη μυθική απλωσιά του κόσμου.
Είναι καιρός που ρίχτηκε η σιωπή κατάστηθα στον άνεμο, είναι καιρός που ο άνεμος ένα ένα ονομάτισε τα σωθικά της.
Τώρα η φύση πιάνεται απ’ το χέρι τρέχοντας πέρα σαν παιδί, ξαφνιάζοντας τα μάτια της μ’ ένα γαλάζιο παραπόταμο σε μορφή αιθρίας. Κι εγώ –σκαλίζοντας την καρδιά της καρυδιάς, πασπατεύοντας την άμμο της ακρογιαλιάς, βυθομετρώντας το απέραντο διάστημα έχασα τα σημάδια που θα σε γεννούσανε. Πού είσαι λοιπόν όταν στερεύει την ψυχή ο νοτιάς κι η Πούλια νεύει στη νυχτιά να λευτερώσει το άπειρο, πού είσαι!
-XΙΧ-
Αυτό το μπουμπούκι της φωτιάς θ’ ανοίξει όταν εσύ βαφτίσεις αλλιώς την παπαρούνα σου.
Από τότε, όπου και να γεννηθείς πάλι, όπου και να καθρεφτιστείς, όπου και να συντρίψεις το ομοίωμά σου, το πάθος μου θα βρίσκεται στον Απρίλη του ανοίγοντας με την ίδια οδυνηρή ευκολία τις εφτά συλλογισμένες φλόγες του
-XΧΙ-
Έχεις μια γη θανάσιμη που τη φυλλομετράς αδιάκοπα και δεν κοιμάσαι. Τόσους λόφους λες, τόσες θάλασσες, τόσα λουλούδια. Κι η μια καρδιά σου γίνεται πληθυντική εξιδανικεύοντας την πεμπτουσία τους. Κι όπου κι αν προχωρήσεις ανοίγεται το διάστημα, κι όποια λέξη κι αν στείλεις στο άπειρο μ’ αγκαλιάζει. Μάντεψε, κοπίασε, νιώσε:
Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή… Καθώς από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι απ’ το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών που ρέουνε από την πλάτη του Έρωτα [Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος]

Δεν υπάρχουν σχόλια: