Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

ΟΜΝΥΕΙ ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ Ν’ ΑΡΧΙΣΕΙ ΠΙΟ ΚΑΛΗ ΖΩΗ


Αλλ΄όταν έλθη η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της και ε τες υποσχέσεις της
αλλ’ όταν έλθη η νύχτα με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί,
στην ίδια μοιραία χαρά χαμένος, ξαναπιείνει!..
[ΟΜΝΥΕΙ από τα Ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, εκδόσεις Ηριδανός]




ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης
Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιά αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύση
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί, τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια να το αποκοιμίσει.
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες την τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψί της

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
κρυμμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω
ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

Κι εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεβάτι
είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη
τα ηδονικά και ρόδινα της μάθης-
τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
που γράφω, έπειτα από τόσα χρόνια!,
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
Έχασε την παλιά του ορμή, το θάρρος του.
Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου,

σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι ο επίλοιπος
βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος

τουλάχιστον διατείνεται. Απόψι κύβους παίζει
έχει όρεξι να διασκεδάσει. Στο τραπέζι

βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τι αν στη Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

έπεσε πάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια.
Μπορεί να τα μεγάλωσαν, όλα δεν θάναι αλήθεια.

Είθε. Γιατί αγκαλά κι εχθρός, ήσανε μια φυλή.
Όμως ένα «είθε» είναι αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ’ αναβάλει.
Όσο κι αν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη,

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δεν του λείπει.
Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν, τι είδος λύπη

είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.-
Ν’ αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι τους αυλούς, τη φωταψία

ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
Ο Βασιλεύς κυρ Μανουήλ ο Κομνηνός
μια μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου
αισθάνθηκε τον θάνατο κοντά. Οι αστρολόγοι
(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν
που άλλα πολλά χρόνια θα ζήσει ακόμη.
Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος
παλιές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,
κι απ’ τα κελιά των μοναχών προστάζει
ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,
και τα φορεί κι ευφραίνεται που δείχνει
όψι σεμνήν ιερέως ή καλογήρου.

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,
και σαν το βασιλέα τον κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μες στην πίστι των σεμνότατα.

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΕΥΚΙΔΟΥ
Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος να μάθει πού στην Ιταλία
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα
πτωχοτνυμένος και πεζός. Έτσι μια ειρωνία
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στη Ρώμη
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν
σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.
Αλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό τους
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια
να μην ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη.
Που λέγονται (αλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.

Γι’ αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας και συνοδούς τα πιο ακριβά του άλογα,
για να παρουσιασθεί στην Ρώμη καθώς πρέπει,
σαν Αλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.

Αλλ’ ο Λαγίδης που ήρθε για την επαιτεία,
ήξερε τη δουλειά του και τ’ αρνήθηκε όλα
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινός, μπήκε στην Ρώμη
και κόνεψε σ’ ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.
Κι έπειτα παρουσιάστηκε σαν κακομοίρης
και σαν φτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.

ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ
Το συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ωχρό
τα καστανά του μάτια, σαν κομμένα
είκοσι πέντε ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμό του
τίποτα χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου-
ασκόπως περπατεί μες την οδό,
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή,
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]


Δεν υπάρχουν σχόλια: