Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

ΠΟΥ ΑΛΛΩΣΤΕ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΜΑΣ ΤΑ ΥΦΑΛΑ (όταν εγχάρακτοι μεσσίες την πεμπτουσία μου σκυλεύουνε…):

Μέρα τη μέρα το κρανίο τρύπιο απ’ το ίδιο ερώτημα… Ώσπου νύχτα πια, προς του ονείρου μας γλιστράει τα ύφαλα, δεμένο ως είναι και λικνίζεται, πλάι σε σκούνες… Εκεί, στα μαλακά σημεία γεννάει αυγά, συνήθως από δυναμίτη ή και σκωρίαν, για μόνο να χαρεί τον βρόντο η ανώμαλη, προς τα μεσούρανα το τίναγμα ή το αιφνίδιο μπατάρισμα η παθιασμένη και να μ’ αφήσει άλαλο… (απόσπασμα από το Ψηφίο Πρώτο της Έβδομης Χορδής Έκτορα Κακναβάτου)
Φταίει που τότε σ’ έβλεπα ταλέντο αλάθητο υπασπιστή των τεθωρακισμένων, και χορευτή οκτώ φορές του ησαϊα… Ποιος πάπυρος σε ποια μεγίστη λαύρα, σε ποια σκήτη βαριά όλο σφίγγοντας και πάλι σφίγγοντας τις σπείρες ήτανε ύστερα πολύ που στο μυαλό μου σταχτής φαρμάκι χώθηκε ο σκορπιός μην ήσουν πράχτορας… (απόσπασμα από το Ψηφίο Δεύτερο)  
Έτσι από αποτυχία σε αποτυχία, πες από συρτάρι σε συρτάρι, εκείνος ο αρχικλητήρας άρχισε, το ανθρωπάκι, τα σούρτα φέρτα ο ανευλαβής, την πεμπτουσία μου να ξοδεύει ο αδέξιος αυτό το ιχώρ, από Τετάρτη σε Τετάρτη, τόσο που έμεινε μιαν ειμαρμένη σε μάκρος απίστευτο, που σ’ έχανα για πάντα!.. κατάλαβες; για πάντα, έδωσε λοιπόν και χώρισαν οι δρόμοι μας… από τότε ψάχνω (απόσπασμα από το Ψηφίο Τρίτο)
Ύστερα κάτι σα να τέλειωσε… σα που απόλυσε μιαν εκκλησιά περίπου: απλώνουν τα σεντόνια μια σκούνα όλα καταμεσί αστυπαλιά φολέγανδρο… οχτώ οργιές του πέλαγου το σπίτι ν’ αρμενίζει κι η θύελλα, τα λάβαρα, οι παιάνες, τα κόκαλα, ο αιθέρας, μες στον αφρό οι ολολυγμοί κι οι κάβοι και τούτο ν’ αρμενίζει, ν’ αρμενίζει… Το πιο πολύ να μην αφήνετε τα όνειρα σε λικνισμούς, με ανυποψία δεμενα σε ναύσταθμο αφύλαχτο, όταν θλιμμένη περνάει, όταν περνάει η λογική… κι όταν φυσάει από τους φαίακες, όταν φυσάει… (από το Ψηφίο Τέταρτο)

[αποσπάσματα από τα Τέσσερα Ψηφία της Έβδομης Χορδής του Έκτορα Κακναβάτου από τη συλλογή του μ’ αυτόν τον τίτλο: ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα –ART by robert and shana parkeharrison photography -όλα τα Ψηφία με όλες τις λέξεις τους]   



ΨΗΦΙΟ ΠΡΩΤΟ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Ποτέ με χειρονομίες ανδριάντων,
γενναίες ωστόσο επιμένουν μερικοί,
(ας μην πούμε ποιοι, ούτε και πότε)
ίσως και μόνο μ’ ένα νεύμα,
όχι βέβαια του φερομένου επί των υδάτων
ως εν καιρώ νεφέλης, ούτε αυτό
πού άλλωστε καιρός και όρεξη
για μεταφυσική μετάλλαξη και προεκτάσεις,
ξέρετε στις μέρες μας να μετράει το θάμπος;
ή απ’ τα principia το μεγαλείο;
όσο γίνεται λοιπόν απλά, πολύ απλά
έως τα έσχατα
εκεί που φθείρεται σε ταπεινότητες,
ή το χειρότερο όταν ματώνει
μέσα σε βάτα αγκαθερά, σε τετριμμένα,
κι ένα παραπάνω άδοξα, πολύ θλιμμένη,
η λογική.

Ώσπου νύχτα πια προς του ονείρου μας
γλιστράει τα ύφαλα, δεμένο ως είναι
και λικνίζεται, πλάι σε σκούνες
εκεί, στα μαλακά σημεία, γεννάει αυγά,
συνήθως από δυναμίτη ή και σκωρίαν,
για μόνο να χαρεί τον βρόντο η ανώμαλη,
προς τα μεσούρανα το τίναγμα
ή το αιφνίδιο μπατάρισμα η παθιασμένη
και να μ’ αφήσει άλαλο…
ύστερα πολύ, ενώ κοπάζει ο εξιλασμός,
κινάει με τα πρωινά παιδιά να φύγει,
(πάντα κινάει πικραμένη
κατά τες ανηφοριές…)

Μέρα τη μέρα το κρανίο τρύπιο
απ’ το ίδιο ερώτημα: πού να πατήσω
δολοφονούνε δώθε κείθε
πούθε να διαβώ;
στη θέση των ματιών στυφά
εμμένουν δυο κυπαρισσόμηλα, ορκισμένα
του θαλερού, της κόντρα ρότας…
φυσάει λέει και να φυλάγεστε
φυσάει πάντα από τους φαίακες…

ΨΗΦΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (από την ίδια συλλογή)
Τόσο που λες απλά, ως είδες,
μια ιδέα μου καντιανή, βαριοντυμένη
με χαλκό της λάρνακος,
στήθηκε στην γκιόστρα ανυποχώρητη
με άλυσο και με βαρίδι
σαν το σπιθόλιοντα ανημένοντας
αν θα χτυπήσει αντρίκια πρώτος
ή θα πισωπατήσει ο μικροπραματευτής,
ο χαρτοκόκορας που μας οικτίρει,
με το σκυλόδοντο της συμπονιάς,
που τάχα τονε θάμπωσε το μαρμαρένιο μήκος
των ελλήνων,
τώρα στη μούργα βουλιαγμένο το μισό
(τ’ άλλο μισό σε χρυσαφί του αιμάτου…)
δεν λέει πως σάλιαζε για το βωξίτη μας,
τη βίγλα μας του θαλασσόπυργου
και την ασπρίλα του,
κατάλαβες ο ελεεινός;
δεν μ’ άφηνες με την κατεβασιά της σφύρας
οχτώ οργιές της κάτω γης να τονε χώσω,
δεν μ’ άφηνες ευσπλαχνικέ μου εσύ,
δεν μ’ άφηνες τυρέμπορα των νηστειών.
Φταίει που τότε σ’ έβλεπα ταλέντο αλάθητο
υπασπιστή των τεθωρακισμένων
και χορευτή οχτώ φορές του ησαΐα,
θεομπαίχτη μωρηά και ρούμελη
και αντιγραφέα, μην το ξεχάσω,
και δέθηκα.
Ήταν φορές που πλανεμένος σε παρόμοιαζα
με δύσκολη σελίδα ατίμητου χειρόγραφου,
ποιος πάπυρος σε ποια μεγίστη λαύρα
σε ποια σκήτη
ή με σκόλη της χριστιανοσύνης
(αυτό τόσο πολύ το προτιμούσες)
ποια σκόλη σα σερπετό βαριά όλο σφίγγοντας
και πάλι σφίγγοντας τις σπείρες,
σε γειτονιές, σε καπηλειά του τούνεζι…
ήτανε ύστερα πολύ που στο μυαλό μου
σταχτής φαρμάκι χώθηκε ο σκορπιός
μην ήσουν πράχτορας.

ΨΗΦΙΟ ΤΡΙΤΟ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσα,
εκείνο σου το καταμεσί του κούτελου, το αστέρινο,
το μάτι σου απ’ τους ίσκιους ν’ ανασύρω,
να πλανηθώ στην κοίτη του, στο βύθος,
γεμάτο εγχάρακτους μεσσίες του τεταρογενούς,
στρωσές τα κόκαλα, μαρτυρικά, κατεαγμένα,
του Οδυσσέα τον μηρό βουλιαγμένο ακόμα
τα ονομαστά μουράγια του να δω
από οψιανό, που ’χουν να λένε,
πως δέθηκαν γαλέρες και γαλέρες
τέλος το εργαστήρι του για τους τροχούς
και για τ’ αξόνι του ονείρου…
και ύστερα στη θήκη του όπως σε νάρθηκα
όλβιος ότι αξιώθηκα της χάριτος
να το εναποθέσω
αυτό μπόρεσα…

Έτσι από αποτυχία σε αποτυχία,
πες από συρτάρι σε συρτάρι,
εκείνος ο αρχικλητήρας άρχισε, το ανθρωπάκι,
τα σούρτα φέρτα ο ανευλαβής,
την πεμπτουσία μου να ξοδεύει ο αδέξιος
αυτό το ιχώρ, από τετάρτη σε Τετάρτη,
τόσο που έμεινε μιαν ειμαρμένη
σε μάκρος απίστευτο, που σ’ έχανα για πάντα
κατάλαβες; για πάντα,
έδωσε λοιπόν και χώρισαν οι δρόμοι μας
από τότε ψάχνω

Σφυγμοί οι σφυγμοί των αστεριών
κι οι σβόλοι του χωμάτου συνέχεια να τρίζουν
και να αφουγκράζομαι το βήμα σου,
εκπαιδευμένο ως ήταν να λικνίζεται
σε διαδρόμους που αστράφτανε των χειρουργείων
έτρεμε η ψυχή την είδηση από το νεκροθάλαμο
κι από τα χωματένια δένδρα
μιαν εποχή που κόβανε την όραση σε κέρματα,
κόκκινα με το όνομά σου,
που όλο πέτρωνε, που σώπαινε εντός μου,
όσο αφουγκραζόμουν εκείνο το αναστάσιμο:
πήρε το σπίτι μας φωτιά επιτέλους δέσποτα;
ποια ηχώ, ποιο χάος;

κι οι σβόλοι του χωμάτου συνέχεια να τρίζουν
τέτοιο νεκρομαντείο η νύχτα

ΨΗΦΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ (και τελευταίο)
Ύστερα κάτι σαν να τελείωσε…
σαν που απόλυσε μιαν εκκλησιά περίπου:
απλώνουν τα σεντόνια μια σκούνα όλα
καταμεσί αστυπαλιά φολέγανδρο
τρελό της τρεχάλας του νοτιά του φρύγανου
οχτώ οργιές ψηλά του πέλαγου το σπίτι ν’ αρμενίζει
κι η θύελλα, τα λάβαρα, οι παιάνες, τα κόκαλα, ο αιθέρας,
μες στον αφρό οι ολολυγμοί κι οι κάβοι
και τούτο ν’ αρμενίζει ν’ αρμενίζει…

Στην άλλη όψη του ίσκιου ο θεσσαλονικιός
της ασπασώς, ξέρεις ο εμπρηστής,
βρίσκει το πασαπόρτι αφύλαχτο,
περνάει ξυστά με μια βρισιά ξουράφι
σε βάρος της υπεραγίας παρθένου
άσε δε γράφεται
καλά καλά πριν σβήσει ο σάλαγος απ’ τις χρυσές ψηφίδες,
καθώς σωριάστηκαν η πλατυτέρα
και τα λαμπρά μωσαϊκά και τ’ ακρασσπίδια στις πλάκες,
που φτιάχνουν τη χαριστική παράγραφο
για να μη σπάσει στην ανάκριση
άρθρο μόνο: φτυστός ο θεσσαλονικιός,
χώνεται σ’ αυτή, πάει τη γλίτωσε.
ας κλαίνε τα παιδιά, ας πιάσανε τα εικονίσματα
έναν χορό οκτάγκρεμο της κιάφας
τέλος χυμούσε απ’ τα παράθυρα για τα βαρδούσια
της πίκρας σμάρι, αγριοπερίστερο,
ξοπίσω τα σεντόνια σύννεφο τα λάβαρα οι παιάνες
κι η σκούνα, φούντο στ’ άπατα
πάλι με κόκαλα μαρτυρικά,
ποιος θρήνος μεσ’ στον άσπρο χρόνο,
ποιοι κάβοι, ποια βακχεία με αφρούς
και ποια γλαρόνια, ποιος οιωνόςq

Να μην αφήνετε τα στόματα των ασεβών
ούτε τις σκούνες, έξω να πλέουν των υδάτων
και μάλιστα όταν πνεύμα φέρεται επ’ αυτών,
ως εν καιρώ νεφέλης
το πιο πολύ να μην αφήνετε τα όνειρα
σε λικνισμούς, με ανυποψία δεμένα
σε ναύσταθμο αφύλαχτο, όταν θλιμμένη
περνάει, περνάει η λογική…
κι όταν φυσάει από τους φαίακες,
όταν φυσάει…
να μην αφήνετε το άγιο μήκος των ελλήνων
με μόνο ένα μάτι καταμεσί του κούτελου
να το σκυλεύουνε οι θαυμαστές
οι αγιογδύτες…

 [Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα μένει κατά σένα η μελλούμενη πορεία αξία έσχατη, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Δικό σου είναι αυτό που αναζητώ που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα μα εντός σαλεύει]

Δεν υπάρχουν σχόλια: