Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Μ’ ΑΕΡΑΚΙ Σ’ ΑΠΟΜΑΧΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΑΓΑΠΗΣ- ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΕΚΘΕΙΑΣΟΥΜΕ


Φαυλότητα η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος κι ο γνόφος της Κύπριδας αρτηριακή πολύωρη συνοφρύωση καθώς πικραίνει τις φιλοδοξίες τη στερεομετρία των νεύρων έκτιση νοερού περίπατου τελικά ξεμακραίνει τα νεογέννητα παπούτσια μου:
ποινικοί κατάδικοι στα ζωώδη θρησκευτικά πατήματα σε μπουμπούκια αινιγμάτων έχοντας αλαργέψει κατά το δείλι πάνε θνητές φασκομηλιές τον ανήφορο κι όμως η κατακόκκινη σχοινένια κλίμακα σπαρμένη χειλεόφωνα δε χτενίστηκε άξαφνα όπως άλλοτε από πάνω μέχρι κάτω κι η αλυσόδετη στη θύμηση θαλασσίλα θα ’ναι εσαεί αιχμάλωτη μαύρα θερμά κριάρια σε κωματώδη κατάσταση με μήκωνες υπνοφόρους στα μέτωπά τους δωρεάν ευτυχήματα νευτώνιες μετονομασίες χλοερής κι ανώφελης πεταλούδας
ω διάττοντες: τα γλυκόλογα της ανάλαφρης Βαρύτητας πέτσες από φιλάσθενους αριθμούς ανήθικο γαλάζιο μόλις τώρα πνίγηκα όρθιος σ’ ένα ωμέγα-στρουθοκάμηλο σταγόνες έρωτα στην ισκιερή παλάμη της τρίτης μου γυναίκας φεύγει κανείς απ’ τη σύσσωμη Πεντάδα προς το Ένα;
Φαρέτρα ο ήλιος / δίχως επίθετο / κι οι αχτίνες του τη Δευτέρα στο ειρηνοδικείο μυξοκλαίγοντας.
Δεν πρόκειται να βάλω σε αθώους γαϊδαράκους ρυφερομάτηδες τα σκληρά σας εκείνα ψυχολογικά σαμάρια.
Μ’ αεράκι σ’ απόμαχο σούρουπο αγάπης – τι άλλο να εκθειάσουμε…   [ΕΡΜΗΤΙΚΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]

  

ΚΥΒΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ  (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Φρενιασμένος για τα ενδόμυχα
κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη
η ψυχή σας άλλωστε δεν δείχνει φτερούγισμα
γύμνια θεοτική θα ρητορέψω
καταναλίσκοντας ερμηνείες κι αντίδια της πατρίδας μου
χορταρικό της άρρωστης μάνας μου
με μπόλικο λάδι
με τυρί και νερό παγωμένο στους μονότονους ήλιους.
Πολιορκήθηκα από φτηνή διασημότητα ίσως / ή όχι; /
αισθάνομαι έτσι κι αυτό μου φτάνει
στερήσεις λαμπερές μου η στράτευση στο Απόλυτο
δεν είμαι κανένας ενσυνείδητος
διαστέλλω την Άνοιξη προς τη θλίψη με τη θέλησή της
αχ πόσο λυπήθηκα αύριο που δεν έγινα συνθέτης και εγώ
να ’γραφα άναυδες κυκλοθυμικές σελίδες
τόσο τη μίσησα τη μηχανή τα χημικά μαστιγώματα
η πλάτη μου τα ’χει καλά με την κακοκαιρία.
Μιλώντας ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις
ανακαλύπτομαι ολοένα μέσα απ’ τα φωτοστέφανα όντας
ο πιο μεγάλος απερίσκεπτος μιας δικής μου Παταγονίας
κρύο τεράστιο να σου πέφτει η μύτη
δεν υπάρχω όμως ωσάν τροχός που υποφέρει τους κύκλους –
εξοργίστηκα τώρα

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΗΣΕΩΣ
Ήμουνα τόσα χρόνια στο αεροπλάνο νοσοκόμος
πυραχτωμένος επάνω σε εκατοστά βηματίζοντας
αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο ασπροκίτρινος
ο άπληστος από άνθηση ισορροπιστής ανάμεσα
σε τροχιές γερακιών και κοράκων
εξέχοντας ως θηλή θανάτου κατά το άναυδο
φανοστάτης η γλώσσα πόσο φως που μηρύκαζε
νωτιαίος θεός συγκρατούσε τα γέλια του
με των άστρων το ρεζιλίκι
πλάνητες βαρυδαίμονες κολλούσαμε τη μύτη μας
στα χνωτισμένα τζάμια  του φλεγόμενου παράδεισου
δε βλέπαμε παρά μονάχα του Ολύμπου τον ανάπηρο
να παίζει κλαίγοντας με το φυσερό του
σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
τον είδες; - πάει το σάλιο ο γελοιοδέστατος
να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.

ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ
Κανένας απολύτως απέναντι στην κορασίδα με τα σπιθούρια όπου το κρέας της αγροίκησε μουσική…
Μας λείπουν τα λιπόθυμα τρόφιμα η πνευστή ταπείνωση κι όμως πίνοντας ούζο διατείνομαι φόνο της σχετικότητας
βροχθίζω συναισθήματα υελώδη γιομάτος ανασφάλεια υπέρτερος ασπαίρει παρανομαστής όπου χάρηκε
την αριθμητική μου καρέκλα.
Τραυλός κι αμέριμνος εγκαινιάζω τύμβους αναστήματος
ερχόμενος από βροχές με ωμά πανωφόρια
τρεχάτους παραλογισμούς ανίκανες οθόνες βαγγελίστρες
διέξοδος ω προάνθρωποι δεν υπάρχει απ’ αλάβαστρο
τυλιχτείτε απλά και μόνο με το στομάχι σας ευανάγνωστο στα δάση
επανάσταση τώρα πια σημαίνει να απουσιάζουμε απ’ όλα
διαβάζοντας διαπύηση κι αντικρίζοντας το φως όπως εκείνοι οι κακομοίρηδες Λουκάς και Κλεώπας.
Τρομαχτική μας ερημότητα ο συμφυρμός και η σύγκραση
καθώς η βλοσυρή απόστροφος τυγχάνει θάνατος
εκείθε με τα όρνια η άρνηση πλασμένη από όμορφο αλεύρι

ΛΕΚΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ
Φύρερ Πογλάβνικ απαράμιλλε στην ιταμότητα Ντούτσε Κοντουκατόρ Καουντίλιο
θεριά από τσιγαρόχαρτο που φάγατε
μηδέν ασυνήθιστο
με βουλιμία μεγάλης αμαξοστοιχίας
αν και αγνοούσατε συλλήβδην την ταχύτητα
σκυλόδοντα της Ιστορίας
τενεκέδες από μιλιταριστικά / ας πω κι εγώ την ψευτολέξη / απωθημένα
ο θάνατος ωστόσο σας απαλαίνει
με παράσημα – λειχήνες απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ
διωγμένος από έμορφους στίχους και παρηχήσεις
με λάθη παχύδερμα καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας
κι ωστόσο μοιραζόμαστε την ανυπαρξία
με άλαλον Ιησού με Βούδα με Σωκράτη με όλους τους ακράτητους πεθαμένους
ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα στα γιγαντόσωμα.
Η μουσική σας υπήρξε υδροπλάνο
νεκρώσιμη ακρίδα οπού ασθμαίνει ακόμη
στα μετεωρολογικά δελτία.
Σοπράνο η φιλοδοξία στο σημαιοστόλιστο σεργιάνι.
Σήμερα είναι ήδη χτες του πληχτικού σας μέλλοντος
ναυτίλος η ενόραση και οι τένοντες
τα ανατομικά πεντάγραμμα του αριθμητικού μου απείρου

ΘΝΗΣΟΥΣΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ  (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Έξαρση κι άκαρπη μεταρσίωση σε πρίγκιπα
φέγγει χιτώνας από μακρινή και συσκοτισμένη πίκρα
παμπάλαιος της ιχνογραφίας ο κρίνος με την άσπιλη στύση
καθρέφτης η κοκκινίλα σου θάλπει το χιόνι πάλι στα γλαυκά του
τη βέβηλη θερμή ρομφαία σου νεανικά την καταχνιάζει
βαρέθηκα πια τις πνευστές μου καταστάσεις έχουν ερήμωση
κι αν κάτι τώρα δα αναπόλησα τους νόμους προσπερνώντας
του πλούτου είναι ο θλιβερός επίλογος της φτώχειας η αφετηρία
μηδενικά ποιήματα σε συλλαβές τα άμοιρα εγκλωβισμένα
τι θέλουν ετούτες οι άχαρες πινελιές τον άκαρδο καιρό δε μεταδίδουν
εκκρίσεις πάνε στη φθορά κι έρχονται στην υγεία ως φτεροκοπήματα
υποθέτω πως είμαι ο πιστότερος των ανωτέρων μαθηματικών είλωτας

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…


Δεν υπάρχουν σχόλια: