Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

ΤΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΩ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ; ΘΑ ΠΑΕΙ ΣΤΑ ΧΑΜΕΝΑ (Περισπωμένη της ψυχής μου, θα σε πω στα παιδιά και θα νιώσουν)


Μας ληστέψανε με το φως του ηλεκτρικού στις στάσεις των λεωφορείων.
Δεν μας βρήκανε τίποτα, πάρεξ το εισιτήριο στη χούφτα και μια φωτογραφία ενός μικρού παιδιού να κατουράει ανέμελα μέσα σ’ ένα κήπο.
Βγάλαμε τη λευκή προκήρυξη από τα μαλλιά μας και τους την πετάξαμε στα μούτρα.
Μαρμάρωσε η πόλη από τον τρόμο. Η γη έχασε την ισορροπία της από το βάρος της προκήρυξης.
Αυτοί, σαν να μην συνέβαινε τίποτα, συνέχισαν την έρευνα μέσα στα σωθικά μας.
Ποιος θα τραγουδήσει για το φαντάρο που συμπλήρωσε το μισό της σελήνης με το κορμί του;
Ποιος θα πει στα παιδιά μας για τα βερίκοκα που ωρίμασαν εκείνο το απόγευμα του Ιούνη και δεν προλάβαμε να τα δοκιμάσουμε;  (ΜΑΣ ΛΗΣΤΕΨΑΝΕ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970 – στον τίτλο Βυζαντινή Εικόνα από την ίδια συλλογή]


ΗΡΘΑΝΕ ΝΥΧΤΑ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Ήρθανε νύχτα χωρίς να τους περιμένουμε.
Όλοι βαστούσανε μαχαίρια και φανάρια.
Μπήκανε μέσα μ’ ανακατεμένα μαλλιά
και ιδρωμένοι.
Με τα μαχαίρια χαράξανε πόρτες και παράθυρα
στους τοίχους.
Με τα φανάρια ανάψανε τον κήπο
κι ευθύς μας πήρε μια μοσχοβολιά.
Κλείσαμε τα μάτια και είδαμε το αύριο
να κυματίζει ελεύθερο στα μπαλκόνια.
Τους φιλέψαμε ψωμί και ρακί.
Φεύγοντας ρίξαμε ματιά στις πόρτες
και στα παράθυρα που σχεδίασαν, χαμογελώντας πικρά.
Είπε ο πιο ξανθός: «Να τα ανοίξετε εσείς.
Απαλά, όπως ανοίγει το γιασεμί»
Του τελευταίου του ’πεσε το μαχαίρι.
Κανείς δεν τόλμησε να το αγγίξει.
Μόνο ο Κώστας το σήκωσε. Και έφυγε μαζί τους.

-Μην κλαις, Μαργαρίτα. Μόνο χαμήλωσε
τη λάμπα, γιατί η μάσκα σου άρχισε να λιώνει.

ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ
Ι. Σάββατο
Βουτήξαμε σε μια θάλασσα γεμάτη
βυθισμένα αγάλματα.
Σκελετωμένα εργοστάσια κρέμονται από
τον ορίζοντα.
Τι ψάχνεις να βρεις, φίλε μου;
Δεν υπάρχει πόσιμο νερό σε τούτο το τοπίο.
Μόν’ αν σηκώσεις εκείνο το βράχο
ίσως βρεις το ξίφος και τα σαντάλια
κάποιου Θησέα.
ΙΙ. Δευτέρα
Σου ’δωσα κλαρί βασιλικό
για το ταξίδι, Ιφιγένεια.
Οι θεοί σου ’χαν κόψει τη φωνή
για να μην πεις τ’ όνομά σου.
Κοιτάζεις την κίτρινη πανοπλία μου
αχόρταγα, να βρεις αφύλαχτο μέρος
για να χτυπήσεις.
Σ’ είχα γνωρίσει. Δεν γινότανε αλλιώς
-κι ας είχες κόψει τα μαλλιά σου κοντά.
Ταξιδεύαμε πλήθος ανόμοιο με την «Κορασιά».
Εσύ μακριά από την Τροία.
Εμείς για το «Βυζάντιο».
Οι άλλοι, υποχρεωτικά εθελοντές για το Βιετνάμ.

Προσεύχομαι.

ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΥΠΝΟΣ
Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρωδιές
ένα γύρο σου;
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
μέσα σε γάζες και το οινόπνευμα.
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
τα τραγούδια που μας έκαναν άνδρες
Περνούμε κάτι βδομάδες
όλο αργές
κι επικίνδυνα σιωπηλές
Κυριακές.
Που και που πεταγόμαστε από το λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.

Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
-στον στύλο του ηλεκτρικού-
και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.

ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΣ ΤΗ ΣΚΑΛΑ
Κατέβαινες τη σκάλα με το αυστηρό σου
πρόσωπο διπλά μαχαιρωμένο.
Τα χέρια σου δυο σπασμένα θαυμαστικά
πάνω στα στήθια.
Εκάβη, Εκάβη, πόσο σ’ είχα αγαπήσει.
Μου ’χες πει: «Η πόλη θα πάρει φωτιά.
Να κατέβεις στη θάλασσα για να γλιτώσεις».
Η θάλασσα μαζεύτηκε σ’ ένα κοχύλι,
καθώς ο νυχτοφύλακας έβανε φωτιά
αρχίζοντας από τα δικαστήρια.
Τον είδα.
Χαμήλωσα τα μάτια για να τον βοηθήσω.
Άρχισε να βρέχει.

Την άλλη μέρα η κυβέρνηση ανακοίνωνε:
«Οι αποπειραθέντες να παραδώσουν την
ιστορικήν μας πόλιν εις τα φλόγας
συνελήφθησαν. Μεταξύ των συλληφθέντων
υπάρχει και μια ψυχασθενής Εκάβη.
Οι δράσται παρεδόθησαν εις την δικαιοσύνην
δια τα περαιτέρω».

Μόνο ο πεθαμένος μένεις με μια σφυρίχτρα
στο στόμα και με μια απορία.
Δεν τον άκουσε κανείς.
Εκάβη, Εκάβη, πόσο
σε είχα αγαπήσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ (Τρίτη, μέρα μεσημέρι)
Τα ρεμπέτικα πέφτουν στ’ αυτιά μου,
κι από τα μάτια 
η νοσταλγία τρέχει για τη Σμύρνη.
Πώς περνάς, φίλε Ρογκότη, μ’ ένα ζευγάρι
παλιά παπούτσια στο χέρι.
Ξυπόλητος, περπατώντας ώρα δώδεκα και είκοσι
στο Γιουσουρούμ.
Οι καμπάνες χτυπάνε, χτυπάνε –στο παλιό γραμμόφωνο-
και η Ακρόπολη μας πιέζει τους ώμους.

ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ

-Εμείς δεν ανήκουμε πουθενά,
της είπα.
Κι αυτή ζήτησε να κόψει ένα ακροκέραμο.

Στην οδό Πολυγνώτου γονατίσαμε
με τον ήλιο να μας καίει το σβέρκο.

ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΟΣ ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Ανυπόταχτος θα σε περιμένω σ’ αυτή την πόλη.
Θα σου βγάλω το φόρεμα, και πίσω από
τους ώμους σου θα βλέπω έναν κήπο από καμπάνες
να ευωδιάζουν Ανάσταση.
Οι δρόμοι γεμάτοι πέτρες και οδοφράγματα
από νεανικά όνειρα.
Μας λιθοβολούν. Μα λιθοβολούν χωρίς ντροπή.
Μάτι-μάτι έφτασε το μαντάτο ως εδώ.
«Στην Εγνατία στήσανε τους φίλους
στον τοίχο με τα χέρια ψηλά».
Τα φώτα χαμηλά. Για να μη φαίνεται
η καρδιά. Να μην ακούγεται το τραγούδι.
Τελευταία επιθυμία του Κώστα:
«Σαν πεθάνω, άσε το μπαλκόνι ανοιχτό»
Και το άταφο κορμί του Λόρκα
πνίγηκε μες τους πανσέδες και το βασιλικό.

Στο δωμάτιο μου σήκωσα τα χέρια
και ακουμπισμένος στην πόρτα περίμενα.

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και το ταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ]


Δεν υπάρχουν σχόλια: