Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΛΥΚΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΓΚΥΡΕΣ ΤΟΥ ΣΑΛΠΙΚΤΟΥ:

Η αγάπη σαν τη ζωή είναι ένα όνειρο…
(κ ο σεβντάς, σεβντάς… κατά το μάλλον ή ήττον) μια φούχτα άμμο όσο σφιχτά –γερά- κι αν την κρατάς σου ξεγλιστρά από τα δάχτυλα, ξεφεύγει και πέφτει καταγής
το μόνο σταθερό: το υπέροχο, το θαυμαστό, το φευγαλέο όραμα του ρόδινου δικτυωτού και τα ολόμαυρα μαλλάκια
το αίμα;
κι ο ποιητής πάντα έτοιμος, το όπλον παρά πόδας, να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει…
γιατί πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως, για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια τις δύο ασήμαντες, άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις: το «πάντοτε» και το «ποτές»
και ναν το πάρουμε απόφαση: η σάρκα –ναι- είναι πρόθυμη όμως το πνεύμα φορές-φορές –ωιμέ- είναι ασθενές…   [ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ  κι άλλα σκόρπια στιχάκια από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 με ένα πίνακα από τον ίδιον τον ποιητήν για τη συνέχεια]




ΔΙΩΝΗ
οι άνδρες ποθούν το κάλλος
οι γυναίκες αφειδώς το προσφέρουνε
αυτό το παραδεχόμαστε
κι εμείς
οι απόγονοι των Μαραθωνομάχων

γι’ αυτό δεν έχουν λόγο
το έτος της γυναίκας
κι οι άλλες ανόητες φασαρίες
και τα μασκαραλίκια
των σουφραζεττών

από το «τη Υπερμάχω Στρατηγώ»
τις κρητικές μαντινάδες
τον «Αρφάβητο της Αγάπης»

από τους ιθυφαλλικούς χορούς των προγόνων
ίσαμε το
«αυτά τα μαύρα μάτια
που με κοιτάζουνε
χαμήλωσέ τα φως μου…»
πείθουν τους πάντας
για της προτάσεως
το ακριβές

με λόγο και με έργο
όλοι συνθέτουμε λαμπρές ανθοδέσμες
και αέναα
τις προσφέρουμε των γυναικών

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΣΘΗΡ ΜΠΕΣΑΜΕΛ (Και η Εσθήρ; - Τώρα έρχεται… η δύστυχη… Alberto Savinio Ο Λορέντζος Μαβίλης)
σαν ξαναεπιστρέψω
στη Θεσσαλονίκη
από την κόλαση
δεν θε ν’ αφήσω τους αγαπητούς μου
τους Οβραίους πάλι να με ζουρλάνουνε
με τα
«είδες Σολομωνίκο –τάδε σύνταγμα-
είδες Μωϋση –στον τάδε λόχο
τάδε διμοιρία – ή
ίσως να εσυνάντησες τον Αβραμίκο…»
και άλλα…

θα τους αρπάξω απ’ τα μούτρα
τους αγαθούς τους πονεμένους ανθρώπους
και με φωνές και με σκουξίματα
θα επιμείνω να μου πουν
αν συναντήσαν πουθενά
ποτέ
-και τώρα πού να βρίσκεται;-
την Εστερίκα
τη Ρίκα
τ’ αστέρι το λαμπερό
στα πρώτα ερωτικά μου χρόνια τα νεανικά
τα μικράτα μου!

ω! το κελεπούρι του μεγάλου παρισινού βιβλιοπωλείου!
η χαριτωμένη γαλλιδούλα!
(με βαθιές ρίζες -όμως-
εις γην Χαναάν)
ω! η υπέροχη μαγνόλια!
η κατάλευκη γαρδένια
τ’ άσπρο μου γιασεμί
με τα μαύρα βελούδινα
σπανιόλικά της
μάτια

ω! ο ποιητικός απόηχος
των γιοφυριών πάνω στο Σηκουάνα
η φουντωτή ανθισμένη καστανιά
των μακρυών λεωφόρων
η μαγευτική γλυσίνα
των ανακτορικών πάρκων
η άκρως δονούμενη
θεσπέσια άρπα του Δαυίδ!

μα πώς έχασα
την άφατη
την ευτυχία
απ’ τα χέρια μου!
οι δίνες της ζωής υπήρξαν η αιτία…

παντού και πάντα την αναπολώ
πάντα τη σκέφτομαι
κι ο νους μου τώρα και πάντα είναι
κοντά της

μήπως να μεταστρέψετε –ως ποθούσε-
στο
«Ερέτζ Ισραέλ»;
μήπως μου την έκαμαν
λουλουδάκι
οι απαίσιοι Νατσήδες;
ή μήπως τώρα νάναι κάπου να μαραίνεται
και να μη με θυμάται;

ΜΑΛΛΟΝ ή ΗΤΤΟΝ
ε! όχι και να λογίζεται
καλός ορύκτης
κειος που καταχωνιάζει
βαθιά στα έγκατα της γης
την πάσα αλήθεια
το κάθε μυστικό
την όποια λύση!

πρέπει όλα να ειπωθούν
πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως
για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια
τις δυο ασήμαντες
άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:
το «πάντοτε» και το «ποτές»

και ναν το πάρουμε τελειωτικά
απόφαση:
η σάρκα –ναι- είναι πρόθυμη
όμως το πνεύμα
φορές-φορές
-ωιμέ-
είν’ ασθενές

νεράιδες
και τα δένδρα
στην αμφιλύκη
και στις άγκυρες
του
σαλπιγκτού

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
«Μιλέν Ντεμοντζο! Μηδέν Λεμοντζόγλου!» Αυτό είτανε το σύνθημα και το παρασύνθημα εκείνης της χρονιάς. Ας δεν είτανε, και θάβλεπαν οι παραχαράκτες, μαστροποί κι αρχοντοχωριάτες νέο-Βαβυλώνιοι, ξανά στη ζωή τους, τσακίρικα ματάκια. Μαστούς κοριτσιών ανθισμένους κάτω από παραδοσιακά πετραχήλια (etoles), θύμησες αλλόκοτες δακρύων και σπαραγμών, αλαβάστρινα μανουάλια, αλλοτινούς καταρράκτες λουλουδιών (ναρκίσσων), κρυστάλλινες καράφες, πολύ ωραίες, άλλες με μανόγαλα, άλλες με σπέρμα, ή αίμα, αφιερώματα στη μνήμη των παλαιών, αλλά και των νέων, υπερρεαλιστών. Κι ο σεβντάς, σεβντάς. Κι ο ποιητής πάντα έτοιμος, το όπλον παρά πόδας, να πη την αλήθεια και να παρηγορήσει. Κι οι Μανιάτες εκεί, εκεί και τα παλιά λιθάρια, και οι κιθάρες και τα γιοφύρια, και τα ποτήρια κι οι ποταμοί, μέχρι το τέλος, μέχρι τη στιγμή που θα τελείωναν τα πάντα. Η μπαντα.

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..]

Δεν υπάρχουν σχόλια: