Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΖΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

Θα ’θελα κάποτε να τελειώσω αυτή τη μικρή ιστορία που αποφάσισα να διηγηθώ, αλλά πάντα κάποιο εμπόδιο, το τρίξιμο μιας πόρτας ή η χειρονομία ενός φτωχού που τέλειωνε στο άπειρο, ιδιαίτερα αυτή η ώρα, όταν βραδιάζει και σου πέφτει κάτι απ’ τα χέρια, που ύστερα είναι αδύνατο να το ξαναβρείς, γιατί έπεσε εκεί που ήσουν.
Τερέζα ψιθύρισα.
Εκείνη έκανε νόημα ότι τα ήξερε όλα, μόλο που ήταν όλα φανταστικά, γιατί εγώ δεν είχα πλαγιάσει ποτέ δίπλα της, μα περιπλανιόμουν σαν μια κολασμένη ψυχή γύρω από το σπίτι, κι όταν έφυγαν όλοι, όπως κατέβηκα να κλείσω τη μεγάλη πόρτα, θυμήθηκα, παιδί, σ’ ένα σπίτι  ξένο, που οι υπηρέτες μ’ έβγαλαν γρήγορα έξω, στο απόκοσμο, που το ’βλεπα για πρώτη φορά, γι’ αυτό νιώθω πάντα πιο άνετα πάνω στις γέφυρες, εκεί που η συνέχεια είναι βυθισμένη στο σκοτάδι. Κι αυτός ο άλλος που διαβαίνει από κάθε ζωή πηγαίνει μακρύτερα  [ΤΕΡΕΖΑ,  από την ενότητα Απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη της συλλογής του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ – ART by OLBINSKI Rafal]



ΑΝΩΝΥΜΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ)
Ο Φίλιππος θα πέθαινε σε λίγο, και καταλάβαινα πως όλοι οι αιώνες δε θα ’φταναν πια, καθόμαστε σιωπηλοί όταν στην κορφή της σκάλας ακούστηκε μια φωνή, «Φίλιππε» είπε, και ξανά πάλι «Φίλιππε», χωρίς να περιμένει απάντηση, προσπάθησα να διακρίνω ποιος είναι, μα δεν φαινόταν κανείς, και τότε σκέφτηκα πως αυτή η φωνή, ίσως, να υπήρχε πάντα εκεί, στην κορφή της σκάλας, και να μην την ακούγαμε, ενώ ήταν ό,τι πιο δικό μας είχαμε στον κόσμο, «Φίλιππε» ξανάπε, σαν να ’θελε να συγκρατήσει λίγο ακόμα το όνομά μας, μες την αιώνια καταστροφή.

ΦΙΛΕΡΓΟΣ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Στο  βάθος το ’ξερα πως μια μέρα θα προδοθώ μόνος μου, φρόντιζα, λοιπόν, να στέκομαι πάντα στη σκιά, έτσι έγινα σιγά- σιγά δυσδιάκριτος, ώσπου ήρθε η θεϊκή αφάνεια που κάνει τους απόκληρους να μην χρειάζονται παλτό ή καπέλο, κι όταν τη θάψαμε, πλούσια προικισμένη απ’ τις τελευταίες της μέρες, ερχόταν συχνά κι ας μην την έβλεπαν, γιατί μόνο οι ταπεινοί συναντούν στο δρόμο τους νεκρούς, έχοντας τη χάρη να αγνοούν τη ματαιότητα, κι όταν μια νύχτα της άλλαξα τα σκεπάσματα, βρήκα το ρόδο, έξω από τον κόσμο, «μην κλαις, μου λέει, τώρα είμαι εγώ», μ’ εκείνη την παραπλανητική σιωπή των νεκρών, ώσπου οι μέρες και οι νύχτες δεν επαρκούσαν κι έπρεπε να γαληνέψω το σπίτι με το ανυπόταχτο, κι όταν δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω, όπως είμαι φίλεργος, ακολουθούσα το φράχτη του κήπου που χανόταν στο βάθος, σαν τις ιστορίες που δε ζήσαμε και ξαναγυρίζουν ανέγγιχτες στο Θεό.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ)
Εκείνοι, βέβαια, είχαν φύγει, μα ο θάνατός τους είχε μείνει εδώ και φτεροκοπούσε μέσα στις κάμαρες, έπρεπε να προστατεύω με το χέρι τα μάτια μου και να διαβώ. Έτσι δεν είδα τίποτα από τον κόσμο.
Μόνο καμιά φορά, όταν ήμουν πολύ θλιμμένος, η νεκρή μητέρα κοίταζε, χαμογελώντας, πάνω απ’ τον ώμο μου, το παιδί που στέκει πίσω μας (κι ήταν τόσο απροσδόκητο που ’χαμε μεγαλώσει), έγερνα τότε στην καρέκλα και καθόμουν εκεί, βλέποντας τη μαύρη σκιά των δένδρων να κατεβαίνει, γιατί το μόνο που έχει στον κόσμο κανείς είναι να γείρει κάπου και να κλάψει το παιχνίδι που έμεινε στη μέση.

ΙΣΚΙΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Πώς τόλμησα, αλήθεια, να πιστέψω ότι μπορούσα να ξεφύγω εγώ, που δεν ήμουν παρά ένας άνθρωπος, εφήμερη κατοικία του φόβου, και πίσω από το πέπλο στέκουν οι θεοί σιωπηλοί, ίσως κι αυτοί τρομαγμένοι, «τι ονειρεύεσαι;» ρωτούσα συχνά κι η κουκουβάγια ακουγόταν μακριά καθώς σκοτείνιαζε, ενώ κάποιος έκλαιγε πίσω απ’ την πόρτα, γιατί οι άλλες ζωές που δεν θα γνωρίσουμε είναι εδώ και μας παραμερίζουν, σαν το μεγάλο ίσκιο των ζητιάνων πάνω στον τοίχο, ενώ οι ίδιοι απλώνουν το χέρι πιο εκεί, ισχνοί και αβέβαιοι, έτσι που πια δεν ξέρεις ποια είναι η αληθινή τους ύπαρξη.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Στο βάθος, όμως, ήξερα πως κάτι απροσδόκητο θα τα ματαίωνε όλα ξαφνικά, κι όταν τους άκουγα να μιλάνε, ένιωθα σαν να μην είχα μεγαλώσει ποτέ, τόσο ήταν αδιάφοροι (κι έπρεπε να το προφυλάξω, και κανένα μέρος δεν ήταν ασφαλές) κι όπως πήγαινα στο δρόμο, έρημος, άπλωνα το χέρι χωρίς να ’ναι, κανείς, γιατί ποιος μας λέει, ότι δεν είναι κάποιος εκεί που περιμένει, τότε χτύπησαν την πόρτα «πώς ήρθες;» του λέω, ήταν ένας παλιός, παιδικός φίλος, «έχω να κάτι να τελειώσω ακόμα», είπε, κι όλη τη νύχτα άκουγα τους λυγμούς του στη διπλανή κάμαρα, γιατί είχε πεθάνει πολύ νέος κι ήρθε να κλάψει, ώστε να τελειώσει ο προορισμός του πάνω στη γη.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Πολλές φορές ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσω, μα πώς να γίνει πιστευτό, περιπλανιόμουν, λοιπόν, σιωπηλός, κι αν δεν πέθαινα, είναι για να κρατήσω αυτή την έσχατη θέση και να μην υποφέρει ένας άλλος τελευταίος, όμως, συχνά μ’ έπιανε πανικός, ιδιαίτερα όταν ανέβαινα απ’ το υπόγειο, γιατί είχα δει πόσο ανησυχητικά το σπίτι άγγιζε πάνω στο σκοτάδι, κι όταν εκείνο το βράδυ ετοιμάζουμε τις αποσκευές, σκέφτηκα πως θα ταξίδευαν, αλλά όταν έγινε εκείνη η μεγάλη ησυχία κι αντίκρισα τα πρόσωπά τους χλωμά, κατάλαβα, και την ίδια στιγμή την είδα, στεκόταν όρθια στο βάθος, κι αν δεν κρατούσαμε το παιδί θα ’τρεχε καταπάνω της, αγκαλιάζοντας το απαγορευμένο.

Η ΕΥΝΟΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Θυμήθηκα, κάποτε που ρώτησα τη μητέρα, «πώς είναι;» της είπα, μα εκείνη γύρισε το πρόσωπό της κι  έκλαψε, από τότε δέχομαι υπάκουα το καθετί, και συχνά ήμουν τόσο αδέξια μέσα στον κόσμο, που οι ουράνιες δυνάμεις έπαιζαν με τα ξέφτια του παλτού μου, χωρίς να φυσάει καθόλου αέρας, αν μιλούσα τότε θα καταλάβαιναν, μα το αιώνιο έχει από πριν αφανίσει όλα τα λόγια, και κάποτε που μετακίνησαν τη λάμπα, χωρίς να ζητήσουν τη σκοτεινή εύνοια, την ίδια νύχτα η γυναίκα γέννησε το φριχτό σημάδι, που το θανάτωσαν βιαστικά, στην άκρη το κήπου, μάταια έπεσα στα γόνατα και τους ικέτεψα, «αφήστε το, είπα, ίσως αυτό μας καταλάβει», εκείνοι, απόμακροι και χλωμοί, όπως όλοι που είδαν, αμπάρωναν κιόλας τη μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι), όμως, γρήγορα, έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο των εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα,  έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια περιπλάνηση   [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: