Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΑΝΤΙΣΤΥΛΙ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, ΚΙΟΝΟΚΡΑΝΟ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑΣ Ο ΗΛΙΟΣ (και περιμένουμε τη νέα δοκιμασία)

Ποια πολιτεία είναι τούτη χωρίς δρόμους με τα σπίτια στοιβαγμένα στα ράφια της βιβλιοθήκης;
Όλα τα ρολόγια σταμάτησαν οχτώ και τέταρτο
Οχτώ και τέταρτο η ώρα που γυρνάνε τα κορίτσια των καλών οικογενειών
«Καλησπέρα σας, πώς είσθε;» «Στο σπίτι όλοι καλά;» «Έχετε καιρό που πεθάνατε;»
6-8 μάθημα στο Ωδείο ή στη Γαλλική Ακαδημία ύστερα βιαστικά μια ένεση νεοσαλβαρσάνης δυο χρόνια τώρα γίνεται η θεραπεία.
«Ονομάζομαι Ίων Βλαδιμηρέσκου ή αν θέλετε Βλαδιμηρόπουλος επί το ελληνικότερον. Στη  Ρουμανία δεν τα ξέραμε αυτά. Αχ, τα παλιά καλά χρόνια…»
Χαμόγελα χτισμένα στις άκρες με τσιμέντο οι δεξιώσεις, οι χοροί, τα πασουμάκια των πορνείων κι ο ακοντιστής βυθομετρώντας το υποσυνείδητό του.
Όλος ο ιδρώτας μαζεύτηκε στον υπόγειο σιδηρόδρομο κανείς δεν φτύνει ούτε καπνίζει, τα καπέλα μένουν άδεια στις κρεμάστρες, οι πόρτες των σπιτιών μισάνοιχτες, ούτε ένας άνθρωπος δεν μπαίνει.
Ησυχία, Νοσοκομείον με χίλια παράθυρα κι ένα θάνατο.
Μια σκαλωσιά. Στις τσιμινιέρες των εργοστασίων κολλάνε τον καπνό γεωμετρικά στο χάρτινο ουρανό!..
 (ΠΟΛΙΤΕΙΑ από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Ποίηση 1948-1951]



ΕΩΘΙΝΟ (από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Πόιηση 1948-1951):
Φωνές σβησμένες απ’ τη μνήμη
ξεχασμένες στις παλάμες των παιδικών χεριών
φωνές δίχως διαμελισμένα ερωτήματα
δίχως άυπνα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι
ανέλπιστα ξύπνησαν διώχνοντας τη σιγή
που κάθετη εμπρός στο στόμα
εμπόδιζε να μιλήσουμε και να φιληθούμε
ΣΕΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 33

ΣΠΟΥΔΗ
Ζεστή σιωπή φθινοπώρου κι η νύχτα, τα βιβλία,
θανάσιμα να μελετώ μ το μυαλό μου αλλού.
Μ’ έγχορδα τα ματόκλαδα παίζω σαν του καλού
πριν από μας καιρού ενδόμυχη μια συναυλία.

Τ’ αντικρινού παράθυρου κλείσανε κι άλλη γρίλια,
μνήμη από πράγματα που λες δεν γερνάνε ποτές.
Πρέπει κι οι λύπες να ’ναι πια καλόγνωμα δεχτές,
γιατί ένα τρέμουλο άθελα να διαπερνάει τα χείλια;

Χωρίς ν’ ανοίξει η πόρτα μου μπαίνουν σκιές οι φίλοι
που χάθηκαν. Δεν τους αντέχει η μουσική. Στο φως
λόγια δικά τους ξαναηχούν. Θα ’ναι κανείς σοφός
μα γέρος πια όταν μάθει τι στους νεκρούς του οφείλει.

ΑΙΝΙΓΜΑ
Αναριγώ
όταν κι εγώ
πάω να μιλήσω

σπάει η φωνή
παλιό χωνί
ας σταματήσω

ήρθε η στιγμή
που και οι λυγμοί
πρέπει να σβήσουν

αίνιγμα ωρών
στροφή καιρών
στα χείλη αβύσσου.

ΑΝΟΙΧΤΑ ΣΥΝΟΡΑ (Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ…)
Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δένδρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Οικονομίες του Πανεπιστημίου:
στον τόπο μας έχουμε
κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια το χρόνο.

Ακρόπολη
Αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν το όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας από αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ’ αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο
Και γίνονται όλα ένα
τ’ ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ’ την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να είναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ’ τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κουμμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι’ αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες το όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνο σαν και μας
καρφωμένη απ’ τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΜΥΡΟ ΝΕΡΟ
Σώθηκε ο καρπός στα λιόδεντρα
στέρεψε το νερό
στις άδειες στέρνες πετάμε ξερολίθαρα.

Δεμένες οι βάρκες στο λιμάνι
μι’ αχτίδα φεγγαριού
τυλίχθηκε στα ξάρτια κι έσβησε.

ΦΩΤΙΕΣ
Πέτρα στην πέτρα στοιβαγμένη
πέτρα υγρή
πέτρινοι τοίχοι
πέτρινη ζωή
μες στις υπόγειες στοές
ξεχάσαμε το φως.
Απάνω ανάψανε φωτιές
στα σταυροδρόμια καίνε τους νεκρούς μας

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]

Δεν υπάρχουν σχόλια: