Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΗΤΑΝ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΩΣ ΕΔΩ, ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου. Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέρασε η ώρα» εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα, σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων –μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ’σκιζε το χρόνο, σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ – δύσκολος δρόμος. Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.    [αποσπάσματα από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ του Γιάννη Ρίτσου]




ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΠΟ ΑΙΜΑ – ΟΛΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΜΑ
μπορεί να ’ναι κι απ’ το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ’ τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ’ έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν’ απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος – βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο – όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κι η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτό τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στη δροσερήν αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.
…………………………….
Και να, αδελφέ μου. που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα – δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα και στη σκάφη: σκάφη,
κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
………………………………………….
Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο – περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται ποιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δένδρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά –
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ τα γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κι η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του – τίποτα άλλο.

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ:
… Από το έργο του Ρίτσου βρήκα πολλά ποιήματα που θα μπορούσα να τα προσεγγίσω και να γράψω πάνω τους μουσική. Πολλών λογιών συγκυρίες όμως δεν μου επέτρεψαν να το κάνω.  Ώσπου ήρθε η περίοδος της δικτατορίας και, το 1973, τα γεγονότα της Νομικής. Καθώς όλος ο κόσμος προσπαθούσε να συμπαρασταθεί με όποιο τρόπο μπορούσε στα παιδιά που είχαν κάνει κατάληψη, εγώ κλείστηκα στο σπίτι μου φέρνοντας συνέχεια στη σκέψη μου την ποίηση του Ρίτσου, γιατί μόνο αυτή εξέφραζε εκείνη τη στιγμή εκείνο που αισθανόμουν. Βρήκα μάλιστα ένα από τα λιγότερο γνωστά του έργα, το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ από τη συλλογή ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Ομολογώ ότι μπροστά μου ανοίχτηκε ένας διάπλατος ορίζοντας, που ούτε καν μπορούσα να το φανταστώ για ένα ποίημα γραμμένο σε άλλη εποχή, το 1948, κάτω από άλλες συνθήκες. Άρχισα να το διαβάζω, να το επεξεργάζομαι μουσικά και μέσα σε δυο τρεις μέρες είχα γράψει τα πρώτα τραγούδια: Το Ήταν μακρύς ο δρόμος, το Αυτά τα κόκκινα σημάδια και το Ξέρουμε. Την επόμενη το βράδυ κατέβηκα στο κέντρο. Είχαν ήδη προχωρήσει τα γεγονότα, διαδηλώσεις, συλλήψεις κλπ. Μας κυνηγούσαν οι αστυνομικοί και κάποια στιγμή βρέθηκα με ένα παπούτσι στην οδό Αθηνάς, κοντά στη Λαχαναγορά. Για να γλιτώσω ανέβηκα σ’ ένα καρότσι, σκεπάστηκα με κάτι καφάσια κι έμεινα εκεί ώσπου πέρασε η μπόρα. Διέσχισα μετά το Μοναστηράκι κι από ‘κει έφτασα στην Πλάκα.  Εκεί, στον οδό Θόλου, υπήρχε μια μπουάτ (νομίζω λεγόταν Το χρυσό βαρέλι), όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μπαίνω μέσα και βλέπω γύρω στους 40-50 φοιτητές, άλλους ματωμένους, άλλους με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, όλους στην ίδια περίπου κατάσταση με μένα. Επικρατεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν καλογερίστικη, συγκινησιακά φορτισμένη. Οπότε, με καλεί ο Ζωγράφος αν θέλω να παίξω κάτι δικό μου. Εκείνη την ώρα, το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν τα τραγούδια του Ρίτσου που μόλις είχα γράψει.  Κάθομαι λοιπόν στο πιάνο, συγκεντρώνομαι και προσπαθώ να τα θυμηθώ. Παίζω το πρώτο κομμάτι, μετά το δεύτερο, μετά το τρίτο, χωρίς να σταματήσω καθόλου ενδιάμεσα. Τελειώνοντας ένιωσα φοβερή κούραση, ένα πλάκωμα και σαν να μου είχαν κοπεί τα χέρια από τη ρίζα. Δεν χειροκρότησε κανείς, αλλά μόλις γύρισα το κεφάλι, είδα όλα τα παιδιά αγκαλιασμένα ανά δυο, σκυφτά και να κλαίνε. Με πήραν και μένα τα κλάματα. Αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση των πρώτων κομματιών από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ. Τότε κατάλαβα ότι ο Ρίτσος ήταν πραγματικά ένας οδηγητής, ένας οραματιστής, ένας ηγέτης ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν με υπερηφάνεια. Και τα ποιήματα του, που έγιναν τραγούδια, εκφράζουν τον αγώνα της εποχής και τον αγώνα κάθε εποχής για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Γιατί, όσο κι αν φθείρεται η ψυχή του ανθρώπου, πάντα μια εσωτερική δύναμη αυτοάμυνας του ανοίγει χαραμάδες και διόδους προς το φως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: