Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΟ ΟΝΕΙΡΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΑ ΛΑΣΠΗ


Δυστυχισμένα όνειρα, τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία, οι εφημερίδες λησμονούν όμως μεσ’ την καρδιά μας καίει μια κατακόκκινη πληγή απ’ το παλιό χρυσάφι
Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας, τα κρύβουμε σε βαθειά υπόγεια, λύνουμε τις ντουλάπες μας, στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει από μια χαραματιά και τις φωτίζει
Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια, ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί μεσ’ στο κεφάλι μας, ακόμα λίγο και θα πήξει το αίμα μέσα στην καρδιά μας, πρέπει να βγούμε σύρριζα, πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια
[ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλες επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή]




ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Να τραγουδήσω λοιπόν κι εγώ τη βροχή
όταν ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς δεν γνώριζε το πρόσωπό του
στην σκοτεινιά στην ερημιά πλάι στα καλώδια
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
ο ένας ακουμπούσε σ’ ένα φράχτη
ο άλλος σε μια γέφυρα τυφλή
ο άλλος σ’ ένα γκρεμισμένο σπίτι
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
κι η θάλασσα έβγαζε στη στεριά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς όμως δεν γνώριζε τη χαρά του
ο Πόντιος Πιλάτος ύπαρχος του ποταμού
με το κλουβί τα πεινασμένα τα πουλιά του
τον κήπο τα χαμένα τα λουλούδια του
οι δύο σφίγγονταν πάνω στο λόφο
οι δύο αναστέναζαν μεσ’ τη στοά
οι δύο λιώνανε στο κυπαρίσσι
όταν η θάλασσα μάζευε ξανά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
μεσ’ την πικρή της αγκαλιά να τα κοιμίσει

ΣΑΒΒΑΤΟ
Οι νεκροί δυο βήματα πλάι μας
ησυχάζουν
ή κάθονται ήσυχα στα σκαλοπάτια
με μια σκούπα ματωμένη στο χέρι
όμως οι ζωντανοί
έχουν κάτι τεράστια κεφάλια
γεμάτα πετρέλαιο
και τα χέρια τους λιγδωμένα
με λίπος
φτιάχνουν βάρκες με μαύρα χαρτιά
που φεύγουν
μία-μία
και δίχως ήλιο
για το μαύρο ουρανό.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ
Δεν είναι ακόμα άνοιξη
έρχεται ο τρελός
μ’ αβέβαια βήματα
ευτυχισμένος
δαφνοστεφανωμένος
μ’ ένα κουτάλι κόκκινο κρασί
απορεί
με τα σύννεφα τα κλουβιά και τα φύλλα
που μπήκαν βαθιά στα κάτασπρά του τα μαλλιά
είναι χλωμός
δε βλέπει

Μέσα στις φυλλωσιές
στο φλογισμένο χόρτο
ανάμεσα σε σύρματα που τραγουδούν
θλιμμένα
ριγμένα
τα ερωτικά πτώματα
σαπίζουν
σιγανά βογκώντας
δένουν τα χέρια και σαπίζουν
βογκώντας σιγανά

Δε βλέπει
στέκει
πάνω σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
τ’ ανάποδο το χελιδόνι
και βλέπει
τα ερωτικά πτώματα
καθώς δένουν τα χέρια
σιγανά βογκώντας
και σαπίζουν
στέκει
και βλέπει
τ’ ανάποδο το χελιδόνι

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΓΥΡΙΖΕΙ
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Τα σύννεφα έφυγαν ένα-ένα
όμως στη θέση τους
ήρθαν άλλα σύννεφα
πιο άγρια
πιο μανιασμένα
πιο φοβερά

Λένε πως είμαι καλός
οι καλοί άνθρωποι
που δεν με ξέρουν
όπως με ξέρουν τα σκυλιά
όπως με ξέρουν
οι αετοί και τα μυρμήγκια.

Έρημος
στους βρεγμένους δρόμους
με τα ξένα αδιάβροχα
με τα βασανισμένα χέρια
τις σάλπιγγες
τα φαντάσματα
και τις γύρω απειλές

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Δεν υπάρχουν σχόλια: