Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙ


Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του κενταύρου γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχθεί στο κορμί μου καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βούλιαξαν ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες  μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένη του Μενελάου»· χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε που βρίσκονται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομομοίας» «Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά και είναι ευχαριστημένος «βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό»
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει, δεν ξέρουμε τίποτε, δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς, δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια· πολεμάμε εκείνους που την νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά· αγοράζουν κουφέτα για να πανδρευτούνε, κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζονται ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώσει τις ρυτίδες που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει κι αν «ορωμεν ανθουν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
 Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άστρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει· παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες… Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ  ΩΝΙΑ 937 [ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ  από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937 ]



Ο ΓΕΡΟΣ
Πέρασαν τόσο κοπάδια τόσοι φτωχοί
και πλούσιοι καβαλάρηδες, άλλοι
από τα μακρινά χωριά είχαν μείνει
τη νύχτα στα χαντάκια της δημοσιάς
άναψαν φωτιές για τους λύκους, βλέπεις
τη στάχτη; μαυριδεροί κύκλοι επουλωμένοι.
Είναι γεμάτος σημάδια σαν το δρόμο.
Στο ξεροπήγαδο πιο πάνω ρίχναν τα λυσσασμένα
σκυλιά, δεν έχει μάτια είναι γεμάτος
σημάδια κι αλαφρύς· φυσά ο αγέρας·
δεν ξεχωρίζει τίποτε ξέρει τα πάντα,
άδειο θηκάρι τζίτζικα σε κούφιο δένδρο
δεν έχει μάτια μήτε στα χέρια, ξέρει
την αυγή και το δείλι ξέρει τ’ αστέρια
το αίμα τους δεν τον θρέφει, μήτε νεκρός
δεν είναι, δεν έχει φυλή δε θα πεθάνει
θα τον ξεχάσουν έτσι, μήτε πρόγονος.
Τα κουρασμένα νύχια του στα δάχτυλά του
γράφουν σταυρούς πάνω σε σάπιες θύμησες
καθώς φυσά ο αγέρας θολός. Χιονίζει.

Είδα την πάχνη γύρω στα πρόσωπα
είδα τα χείλια υγρά τα δάκρυα παγωμένα
στην κόχη του ματιού, είδα τη γραμμή
του πόνου πλάι στα ρουθούνια και την προσπάθεια
στις ρίζες του χεριού, είδα το σώμα να τελειώνει.
Δεν είναι μόνος ο ίσκιος αυτός δεμένος
σ’ ένα στεγνό ραβδί που δε λυγίζει
δε σκύβει να πλαγιάσει, δεν μπορεί·
ο ύπνος θα σκόρπιζε τις κλείδωσές του
στα χέρια των παιδιών να παίξουν.
Προστάζει σαν τους πεθαμένους κλώνους
που σπάνε όταν νυχτώνει και ξυπνά
ο αγέρας μες τις λαγκαδιές
προστάζει τους ίσκιους των ανθρώπων
όχι τον άνθρωπο μέσα στον ίσκιο
και δεν ακούει παρά τη χαμηλή φωνή
της γης και του πελάγου εκεί που σμίγουν
της μοίρας τη φωνή. Στέκεται ολόρθος
στην όχθη, μέσα σε κουβάρια κόκαλα
μέσα σε στοίβες κίτρινα φύλλα:
άδειο κλουβί προσμένοντας
την ώρα της φωτιάς.

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. Σ. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ (από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ

Α. HAMSTEAD
Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα
που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει
σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει
τον αγέρα και τη φουρτούνα
πέφτει το βράδυ.
Πάνω στο πράσινο χορτάρι
είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες άγγελοι
γυμνοί σαν ατσάλι,
πέφτει το βράδυ χλωμό·
οι τρεις χιλιάδες άγγελοι
μάζεψαν τα φτερά τους και γενήκαν
ένα σκυλί
ξεχασμένο
που γαβγίζει
μοναχό
και γυρεύει τον αφέντη του
ή τη δευτέρα παρουσία
ή ένα κόκαλο.
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία
θα μου ’φτανε μια καλύβα σ’ ένα λόφο
ή σε μια ακρογιαλιά
θα μου ’φτανε μπροστά στο παράθυρό μου
ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι
απλωμένο σαν τη θάλασσα
θα μου ’φτανε στη γλάστρα μου
έστω κι ένα ψεύτικο γαρύφαλλο
ένα κόκκινο χαρτί σ’ ένα τέλι
έτσι που να μπορεί ο αγέρας
ο αγέρας να το κυβερνά χωρίς προσπάθεια
όσο θέλει.
Θα ’πεφτε το βράδυ
τα κοπάδια θ’ αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους
σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη
και θα ’πεφτα  να κοιμηθώ
γιατί δεν θα ’χα
ούτε ένα κερί ν’ ανάψω,
φως,
να διαβάσω.

B. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ο κύριος αυτός
κάθε πρωί κάνει το λουτρό του
μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας
έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο
για τη δουλειά και για τους πελάτες.

Γ. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ
Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες
μας πήρε ο Ύπνος μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν φωνάζοντας
«Γιου!  Γιου! Πούουου… παξ!»
βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]


Δεν υπάρχουν σχόλια: