Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΕΛΑΜΠΕ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ


Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα παράφορη γυρίζοντας με μιαν τρομακτική απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
 Παραξενευόταν που δεν τον είχε δει κανείς. Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή τόσο άμυαλη. Και ξάφνου μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε κι όρμησε πάνω του.
Μα εκείνος ήταν βουβός πολύ βουβός ένας χαμένος ίσκιος.
Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήγορο τους τσάκισε τα κόκαλα και τα νεφρά.
Πολύν καιρό κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.  
(ΜΑΡΙΑ κι άλλες επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β 1949-1955 με ΚΛΙΚ στην εικόνα του)



ΦΙΛΙΠΠΟΣ
Εδώ στοχάζομαι, δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος
σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα.
Πολλά του τάξαμε από λάφυρα κι από σειρήνες.
Μα κείνος ήτανε στραμμένος σ’ άλλα οράματα.
Μια απέραντη πατρίδα ονειρευότανε. Πού είναι το πρόσωπό σας
το αληθινό σας πρόσωπο; μου φώναξε.
Έφυγε κλαίγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Ύστερα τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα.
Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας.
Μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα.
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Φυσάει απόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο
Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού κι η νύχτα σαρωμένη
φωτιές παντού και πυροβολισμοί
μια πολιτεία φανταστική κι ασάλευτη
δένδρα πεσμένα στις οικοδομές.
Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή
ο αγώνας που σε πάει σ’ άλλον αγώνα;
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Αμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οι σκοτεινές μέρες του ’φταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα.
Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Κι απόμεινα
μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας
μέσα στη κούφια Λάρισα. Και τότε
ως τη Μακεδονία βαθιά σαλεύοντας ημίκλειστη
μες στο πλατύ φεγγάρι του χειμώνα
μιλώντας μόνο περί σώματος η χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα. Πέθανε
χτικιάρης ο άνδρας της τις μέρες του σαράντα τέσσερα.

ΙΑΚΩΒΟΣ
Με συγχωρείτε! Μ’ έσπρωξαν
άξαφνα απέξω κι έτσι μπήκα ανάστατος
σ’ αυτή την αίθουσα. Και τα καλάμια κόκκινα
και τ’ άστρα κόκκινα. Πώς έλαμπαν!
Μια μαύρη καταχνιά μου ’φραζε το μυαλό.
Θέλω να ειπώ με χτύπησαν
με το μαχαίρι. Κοίτα να!
Κι εμπήκα εδώ χωρίς να θέλω. Συγχωρέστε με!
Χαλάω την τάξη. Δεν μου ταίριαζε
να ’ρθω τόσο νωρίς.
                             Με λένε Ιάκωβο.
Πριν από λίγο περπατούσα. Και δεν ήξερα.
Ποιος είμαι εγώ να ξέρω; Χύμηξαν και με χτύπησαν.
Τον άκουσα τον χτύπο στο κορμί. Φοβήθηκα
το λέω. Τι με κοιτάτε αμίλητοι; Κι αν φώναζα
ποιος θ’ άκουγε; Ποιος μας ακούει τη νύχτα;
Ποιος ξέρει σε τι λάκκους πέφτει το κορμί;
Και το δικό ήταν τόσο λαμπερό
μ’ άρεσε να το νιώθω γύρω μου
τέτοιο κορμί.

Β συγχωρέστε με!
Μιλάω γοργά μήτε μπορώ να υφάνω καθαρά
τις έννοιες. Μ’ έσπρωξαν.
Το ’νιωθα που σκοτείνιαζε παντού
και πήρα τον κατήγορο μες τα σκουπίδια και
τ’ ακάθαρτα νερά. Σας χτύπησαν
ποτέ με το μαχαίρι; Δοκιμάσατε
το κρύο ξερίζωμα από το κορμί τον πόνο που
δεν είναι πόνος ένα σκούντημα που μοιάζει πόνος
και θες να κρατηθείς παραξενεύεσαι
που δεν μπορείς θες να πονέσεις δεν πονάς
κι άξαφνα χάνονται όλα γύρω σου
άστρα καλάμια κόκκινα
στο μαύρο.

Καλάμια κόκκινα άστρα κόκκινα.
Πιο πίσω κάποιος έτρεχε μες στους αγρούς της νύχτας.
Φώναξα: πέρα από τη νύχτα η νύχτα θα ξαναβρεθεί.
Κάτω απ’ τη στέγη τούτη θα κοιτάξω πάλι να
στραφτοκοπάει ασάλευτος
φλογάτος ήλιος στο ζενίθ.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ Ι
Ξερό νησί. Μαρμαρωμένος ουρανός.
Αλάτι πέτρα φως το μεσημέρι ακίνητο.
Πιο πέρα λάμποντας η θάλασσα –
χτυπούν τα τύμπανα χτυπούνε στο νησί.
Μια μέρα κόκκινη μια μέρα μαύρη
Μια μέρα φως πάνω στο φως –
                                      μαύρο διαμάντι η θάλασσα.

Πέτρα και φως. Αλάτι φως. Μια πέτρα ο ήλιος.
Σήμερα κι αύριο περιμένοντας την άνοιξη.
Άνοιξη ελπίζοντας ποιαν άνοιξη;
Το φως τι θα σου φέρει; Φως πάνω στο φως.
Τι θα σου φέρει η θάλασσα;
Και τώρα μεσημέρι με ήλιο κάτω από
τον ήλιο η θάλασσα –
                             κατάμαυρο διαμάντι η θάλασσα.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΙΙ
Λύθηκε η θάλασσα. Έσπασε η σιωπή της θάλασσας.
Ο αγέρας γύμνωσε το πρόσωπο της γης από την άνοιξη.
Του ήλιου το μέγα φως καπνίζει στα χαλάσματα της θάλασσας.
Και στο γιαλό οι φωνές
φωνάζουν φύγε από τη θάλασσα
χαιρέτησε τώρα τη θάλασσα χαιρέτησε
που λάμπει ανάστατη ανεβαίνοντας.
Και φύγε, φύγε με το πρώτο χτύπημα του τυμπάνου.
Πιο πέρα θα σε πάρουνε τα δάση –αυλοί και φόρμιγγες-
σε μια άλλη ζωή. Φύγε θα σε ξεκάνει η θάλασσα.
Φύγε απ’ τη θάλασσα για να σωθείς
να ζήσεις να επιζήσεις.

Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Βάσταξε τώρα σφίξε, σφίξε πάνω σου το φως.
Ω αιθέρια θάλασσα. Ω απαλή. Σφίξε. Γαλήνεψε
άσπρη και σκούρα θάλασσα. Άσπρο και μαύρο μάρμαρο.
Και τα πουλιά σα στάλες αίμα μες το φως.
Σφαλίζει ο κόσμος φεύγει. Σφίξε. Βάσταξε τούτο το φως.

Που θα πονέσεις τώρα φώναξε πονώντας φώναξε.
Στρέφοντας άξαφνα στον ήλιο πυρωμένο πρόσωπο.
Δική σου η άσπρη θάλασσα δική σου η σκούρα θάλασσα.
Στρέφοντα άξαφνα στον ήλιο τη φωνή σου φώναξε
και φώναξε τη θάλασσα. Και βιάσου βάσταξε.
Βάσταξε τώρα αυτό το φως. Αυτή τη θάλασσα.

Βάσταξε μα βάσταξε τώρα το φως. Αυτό το φως.
Σφίξε και βάσταξε το φως απάνω σου. Πονάς φωνάζεις θάλασσα.
Ω σφίξε βάσταξε την ώρα τούτη σφίξε βάσταξε.
Τι δεν μπορούμε φεύγουμε. Η φωτιά ανεβαίνει από τη θάλσσα
και πάμε κάτω ω κάτω βάσταξε.
Με τις φτερούγες ξύνοντας τη στάχτη των κυμάτων.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δεν υπάρχουν σχόλια: