Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣ ΤΟΣΟ ΚΑΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥΣ:


Βγήκες από τα σωθικά βροντής ανατριχιάζοντας μέσ’ στα μετανιωμένα σύννεφα Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη
Ζήτησες πρωτομάρτυρα τον ήλιο για ν’ αντικρίσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη, ν’ ανοιχτείτε με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος
Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη: Όρθωσες ένα στήθος βράχου κατάστικτου απ’ την έμπνευση της όστριας
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη, για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα με φωτιά με λαβα με καπνούς με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
Γέννησες τη φωνή της μέρας Έστησες ψηλά στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία τις καμπάνες που χτυπάει ο Ψηλορείτης νους
Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου
Πλάι από ρόχθους, πλάι από καημούς αφρών μεσ’ από τις ευχαριστίες του ύπνου όταν η νύχτα γύριζε τις ερημιές των άστρων
Ψάχνοντας για το μαρτυρίκι της αυγής, ένιωσες τη χαρά της γέννησης
Πήδησες μεσ’ στον κόσμο πρώτη Πορφυρογέννητη, αναδυόμενη
Έστειλες ως τους μακρινούς ορίζοντες την ευχή που μεγάλωσε στις αγρυπνίες του πόντου για να χαϊδέψει τα μαλλιά της πέμπτης πρωινής.
Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου
Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο, με φωτιά με λάβα με καπνούς τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου
Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς, η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα, η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου.
Ω κόρη κορυφαίου θυμού, Γυμνή αναδυόμενη: Άνοιξε τις λαμπρές πύλες του ανθρώπου να ευωδιάσει ο τόπος από την υγεία σε χιλιάδες χρώματα ν’ αναβλαστήσει το αίσθημα φτεροκοπώντας ανοιχτά
Και να φυσήξει από παντού η ελευθερία
Άστραψε μεσ’ στο κήρυγμα του ανέμου την καινούργια παντοτινή ομορφιά
‘Όταν ο ήλιος των τριών ωρών υψώνεται Πάνγλαυκος παίζοντας το αρμόνιο της Δημιουργίας.
[ΩΔΗ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ από τους ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ του Οδυσσέα Ελύτη - ενότητα Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, Ίκαρος 1978 – στον τίτλο στίχοι από την Περίφημη Νύχτα που μαζί με τη Μαρίνα των Βράχων και την Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης συμπληρώνουν αυτή την ανάρτηση που κοσμεί ένα κολάζ του Ποιητή]

  

ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΝΥΧΤΑ (από την ενότητα Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
Στη βραγιά, κοντά στο μουσικό παράπονο της καμπύλης του χεριού σου. Κοντά στα διάφανα στήθη σου, τα ξέσκεπα δάση γεμάτα βιόλες και σπάρτα κι ανοιχτές παλάμες φεγγαριού, ως πέρα στη θάλασσα, τη θάλασσα που χαϊδεύεις, τη θάλασσα που με παίρνει και μ’ αφήνει φεύγοντας σε χίλια κοχύλια.
Ορατή και ωραία γεύομαι την καλή στιγμή σου! λέω πως επικοινωνείς τόσο καλά με τους ανθρώπους, που τους ορθώνεις στο ανάστημα της καρδιάς σου για να μην προσκυνήσει πια κανείς ό,τι του ανήκει, ό,τι αναδεύεται σα δάκρυ στη ρίζα κάθε χορταριού στην κορυφή κάθε φτασμένου κλώνου. Λέω πως επικοινωνείς τόσο καλά με την άνοιξη των πραγμάτων που τα δάχτυλά σου ταιριάζουν με τη μοίρα τους. Ορατή και ωραία στο πλάι σου είμαι ακέραιος! Θέλω δρόμους απέραντους τη διασταύρωση των πουλιών και των σωστών ανθρώπων, τη σύναξη των ανθρώπων, τη σύναξη των άστρων που θα συμβασιλέψουν. Και θέλω να πιάσω κάτι, ακόμη και την πιο μικρή πυγολαμπίδα σου που πηδάει ανύποπτη μεσ’ στην προβιά των κάμπων, για να γράψω με σίγουρη φωτιά πως δεν είναι τίποτε το περαστικό στον κόσμο από τη στιγμή εκείνη που διαλέξαμε, τη στιγμή τούτη που θέλουμε να υπάρχει πέρα και πάνω από την πάνχρυση εναντιότητα, πέρα και πάνω από την συμφορά της πάχνης του θανάτου, στη φορά κάθε ανέμου που μ’ αγάπη σημαδεύει την καρδιά μας, στο υπέροχο μυρμήδισμα τ’ ουρανού που νυχτοήμερα πλάθεται απ’ την καλοσύνη των άστρων

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ (από την ενότητα Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας  προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο  χρόνος γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΑΥΚΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ (από την ενότητα Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο
Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρήνη
του κόλπου των νερών Έχει ο Θεός

Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα
Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν
Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους
Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια.

Τι γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ’ την ανατολή του ήλιου
Με την ηλικία της θάλασσας στα μάτια
Και με την υγεία του ήλιου στο κορμί - τι γύρευα
Βαθιά στις θαλασσοσπηλιές μες στα ευρύχωρα όνειρα
Όπου άφριζε τα αισθήματά του ο άνεμος
Άγνωστος και γλαυκός, χαράζοντας στα στήθια μου
το πελαγίσιο του έμβλημα

Με την άμμο στα δάχτυλα έκλεινα τα δάχτυλα
Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα
Ήτανε η οδύνη -
Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο
        βάρος σου
Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία
Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη
Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες - Μα θυμάμαι πόνεσες
Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια
Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παντοτινά του
ο χρόνος

Σ’ άφησα τότες

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια
Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω
Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό
Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει
Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας
Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο

ΚΙ Η ΜΙΚΡΗ ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΡΕΧΕΙ ΕΚΠΑΓΛΗ ΣΚΟΡΠΙΖΟΝΤΑΣ ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΑΣΤΡΑΠΕΣ:   
 «Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου ανάμεσα σε μια θάλασσα, που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς, και σ' ένα κορίτσι ξυπόλητο, που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με λόγια ελληνικά. Να τι είδους είναι ο ελάχιστος καμβάς όπου μπορεί επάνω του να κεντηθεί το ιδεόγραμμα της ζωής μου' που, ωστόσο, αν έβρισκε κανείς ότι αξίζει τον κόπο να το αναλύσει, θα ‘φτανε να σχηματίσει ένα χώρο, που η σημασία του δε βρίσκεται στα στοιχεία τα φυσικά που τον απαρτίζουν, αλλά στις προεκτάσεις και στις αντιστοιχίες τους μέσα μας, ως τις απώτατες άκριες, έτσι ώστε, σε τελική ανάλυση, ολόκληρο το νόημα του οράματος να συγκεντρώνεται στην καθαρότητα ψυχής που προϋποθέτει, για να γίνει ευανάγνωστο και κατανοητό. Πρέπει να ‘χει, φοβούμαι, πεισθεί κανένας προηγουμένως ότι η ψυχική διεργασία που απαιτείται για να συλλάβει έναν άγγελο είναι πολύ πιο επώδυνη και τρομαχτική από την άλλη, που κατορθώνει να εκμαιεύει δαιμόνους και τέρατα, για να μπορέσει να καταλάβει τι θέλω να πω…  Αν μίλησα στην αρχή για κορίτσι και για εκκλησάκι με κίνδυνο να φανώ ελάχιστα σοβαρός είχα το λόγο μου. Θα 'θελα να τραβήξω το πρώτο μέσα στο δεύτερο και να το κάνω δικό μου, όχι διόλου για να σκανδαλίσω, αλλά για να ομολογήσω πως ο έρωτας είναι ένας και, μαζί, για να κάνω πιο πυκνό το ποίημα, που θέλω, με τις ημέρες του βίου μου, ν' αποτελώ…  Κι η μικρή Σειρήνα που κάποτε, γλείφοντας μ' ένα κύμα το σώμα του καλοκαιριού, σιγοτραγούδησε και τρέχει έκπαγλη σκορπίζοντας γύρω της μυριάδες αστραπές. Είναι οι αστραπές που αλωνίζουν τα νιάτα· καθεμιά τους αντιστοιχεί και σε μια λαχτάρα, κι είναι όλες οι λαχτάρες κοπέλες, που με ονόματα δροσερά, σα να μεγάλωσαν στο πέλαγος, ή να 'ζησαν με μια γαλάζια άνοιξη στα στήθια, βγαίνουν να φιλήσουν τα παιδιά που αγαπούν... Α! τι καθαρά που φαίνονται σε μια τέτοια στιγμή τα παιδικά χρόνια του κόσμου ετούτου! Να, εδώ είναι που κυνηγούσε χρυσόμυγες, το μορτάκι του άσπρου σύννεφου!... Σ' εκείνον κει το βράχο δάκρυζε αναίτια η Μαρίνα. Και το τραγούδι «Νεότης, νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου» αντηχούσε και τότε, όπως και σήμερα!...» [αποσπάσματα από τα «Ανοιχτά χαρτιά» του Οδ. Ελύτη]


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

ΤΟ ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ: Η ΑΓΑΠΗ (του άκρου άωτου της ευαισθησίας; Πάλε η Αγάπη:

Βέβαια και η ατέρμονη προσδοκία, στη ζωή, της έρημης χαράς.Βάλε και τα μάτια, σωροί ματιώνε, άπειρα ζεύγη ματιών, με τη γοητεία τους το καθένα, το χρώμα τους, το βλέμμα τους, τη γλώσσα τους και το γλωσσάριο τους, το γέλιο τους, τα δάκρυα και τη θλίψη τους, τον έρωτά τους ή και την αδιαφορία τους ακόμη.
Μάτια ορθάνοιχτα, σφαλιχτά, μάτια που κρατούνε κρυφά, φανερά, μυστικά, μέσα στα ίδια μας τα μάτια, πάντα, πάντα.Μάτια γυναικών, πουλιών παιδιών, μάτια όπου δεν είδαμε, κι όπου μας είπανε πολλά γι’ αυτά.
Μάτια γλαρά, νυσταγμένα, μάτια γιομάτα πόθους: άσπρα σπινθηροβόλα, υπέρλαμπρα, ατέλειωτα πάνω στον στοργικό ατέλειωτο νυχτερινό μας ουρανό.
Κι όμως: φιλιά στα μάτια δεν είναι χωρισμός!..
Η ζωή, η γνώση, η γνώση της ζωής (των ματιών πάντα) να ’ναι τροφή ονείρου απαλού, ή μήπως παραλήρημα;
Λέω, για τις κληρομαντείες, υπόλογοι θα ’ναι οι υποφήται του Ναού της ζωής (της δόξας) των ματιών.[Η ΑΔΕΛΑΪΣ ΤΩΝ ΥΠΟΦΗΤΩΝ (η μεγάλη ιέρεια του φετιχισμού)  κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 με ένα πίνακα από τον ίδιον τον ποιητήν για τη συνέχεια]




Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ-ΣΙΔΕΡΗ-ΣΤΕΪΚΟΒΙΤΣ
ο Σιδερής –Ισίδωρος –Στέικοβιτς
ήταν «καβάσης» στο γονικό το σπίτι του πατέρα του
και παρέμεινε έτσι πιστός
κοντά του
σ’ όλη του τη ζωή
(μόνο που κάποτε –μα ελαφρότατα – κακοκαρδίζανε γι’ ασήμαντα μικρο-ζητήματα ηλικίας:
ποιος από τους δυο τους ήταν μεγαλύτερος)

ο Σιδερής «χαρβάτης» - κροάτης – την καταγωγή
βέρο Ρωμιό ελόγιαζε – και ήτανε – τον εαυτό του
σωρούς εφημερίδες δικές μας έφερνε
στο σπίτι κάποιος να τις διαβάσει
καθώς ο ίδιος
γρυ δεν σκάμπαζε από γράμματα

με τα δικά τους χιόνια τα χρόνια
τον αναγκάζανε τον Σιδερή
στο μουστάκι – μόνο – να περνάει κάθε τόσο μπογιατζάρα
-οι αγαθοί Πολ΄τες το λεν «πάει» στο Μπογιατζίκιοϊ» (= το Βαφεοχώριον)

κούτσαινε κιόλας από το δεξί του πόδι
καθώς επίστεψε στις επαγγελίες για δικαιοσύνη και λευτεριά
των Νέο-τούρκων
και νέος έλαβε μέρος
στα σχετικά ματοκυλίσματα

για να εξασφαλίσει τα προς τα ζην
έκανε όλες τις δουλειές
ντουβαρτζής ασπριτζής συγκολλητής
πολυτεχνάς εν ενί λόγω
πολλές φορές και θυρωρός σε πολυκατοικία

όμως τις Κυριακές με την καλή το φορεσιά εφάνταζε
έλαμπε
πατούσε δω βρισκόταν κει
περεχυμένος πατσουλιά
(λάτρης ως ήταν του ωραίου φύλλου)
με τ’ άλικο φεσάκι του
που το ’βγαζε
σαν έμπαινε στην εκκλησιά

έλεγε πως η βουργάρα η μάνα του ήτανε μάγισσα
κάτι που μου είναι φυσικά αδύνατο
εγώ να βεβαιώσω
ένα όμως μπορώ να πω
μετά μεγίστης πεποιθήσεως:
ο Σιδερής ο Στέικοβιτς ο ίδιος
ήτανε
μάγος από τους μεγάλους

τι παραμύθια ατέλειωτα τι ιστορίες
του Ναστραδίν Χότζα
και δεν ήξερε
άλλοτε πάλι με το στόμα έκαμε τις φανφάρες
τα εμβατήρια του τακτικού στρατού
με τους «παθητικούς «σκοπούς του
άλλοτε περιέγραφε γεγονότα καταπληκτικά
της… τρεχούμενης ζωής
με άρτια τεχνική commedia dell’ arte

αλλά προ πάντων ήτανε ζωγράφος από τους πιο δυνατούς

τι θαυμάσιες μορφές και σχέδια με το Φάμπερ Νο 2
βγαίναν απ’ τα χέρια του
-σάλιωνε με τη γλώσσα και τη μύτη του μολυβιού
για τους «πλέον μαύρους» τόνους του –
με λαμπερές λαδομπογιές  ζωγράφιζε στο σατέν άπειρης καλλονής
ευμορφάδας
λουλούδια
και γοργόνες
(αυτές δα ήτανε το μεράκι του)
και ρήμαζα – κρυφά – τα επισκεπτήρια των γονέων μου:
το χαρτί πάντα μας ερχόταν λιγοστό

παιδάκι οσάκις τύχαινε να με πηγαίνουνε στη Βασιλεύουσα
με τι λαχτάρα έτρεχα

να βρω τον Σιδερή
και να χαρώ
τα μαγικά του
τα υπέροχα χαρίσματα

γιατί ο σεμνός και πολλά θαυμαστός
αυτός Σιδερής
υπήρξε πράγματι ο μεγάλος Δάσκαλός μου
μαζί με τον Παρθένη και τον Κόντογλου
κι έπρεπε
ναν το πω

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ
σα βόγγαε η άγια αυτοκρατορία
από τα δεινά
όταν το έθνος λύγαε από
τις επιθέσεις των Βαρβάρων
κι η επικράτεια ολόκληρη γονάτιζε με τ’ αλλεπάλληλα
των εχθρών χτυπήματα
πάντα σ’ αυτόν προσφεύγαν
για ν’ απαλλάξει τη χώρα από τα βάσανα
απ’ αυτόν πάλι επροσδοκούσαν
την απολύτρωση
τη σωτηρία

κι έπειτα
έπειτα: πού τον ξέραν
πού τον είδανε;

έτσι
στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου του ’30
αναμεσίς
στους φιλόδοξους με τ’ ακαθόριστα σχέδια
τους άγρια λυσσαγμένους – παρ’ όλο το ισχότατο των εφοδίων τους –
για μιαν όσο μπορούσαν πλατύτερη επικράτηση
τους άγρυπνους – σαλιάρηδες – διακονιαρέους και κλέφτες  της δόξας
ξεκίνησε νεώτατος ο Βελισσάριος
παρέα με τον Ανδρέα τον Εμπειρίκο
να δημιουργήσει
και να ζήσει.

ΠΑΡΑΦΑΣΙΣ ή Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ
τι είναι στη ζωή που να μην είν’ αίνιγμα γρίφος;
μα κι η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα;

τι δυστυχία οι τεχνοκράτες
μέσα στην τύφλα απ’ ολούθε που τους περιζώνει
να παραμένουνε
στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους
ισχυργνώμονες
πεισματωμένοι
γινατζήδες

του ποιητή
πια μόνη – θεόθεν – σωτηρία λύσις
παρηγόρηση
μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές
ο εστί
μεθερμηνευόμενο
η κοιλάδα των ροδώνων

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..]

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΙ ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΠΟ ΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ:


Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα στων σκοταδιών την άμπωτη λες κι είναι η προσδοκία σφηνωμένη ανάμεσα νύχτας κι αυγής…
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση από φιλοκαλία κι έπαρση! Κι ονειρεύονται ακόμα οι κήποι ερχομό άγνωστων ανθέων για να μένει πάντα κάποια γύρις στα τελειωμένα πράγματα για την επικονίαση της εμπειρίας, της λύπης και της Ποίησης.
Εκτός αν είναι ο οργασμός νόμος του παρελθόντος, μηχανισμός του ανεπανάληπτου. Αλλά εγώ, που είμαι κι ονομάζομαι προχωρημένη ώρα, τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;
Είδα πολλά κι ωραία όνειρα να βγαίνουνε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και αισθήματα. Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά τους…
Απογοητεύσου ήσυχα κι αυτοξεχάσου εύχαρις: ό,τι είχες να πεις για τα κύκνεια φθινόπωρα, τις υδρορροές των ερώτων κι ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν, τα είπες…
[κτερίσματα στίχων από ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά, για τη ζωή που κυλά με ανυπεράσπιστους έρωτες και φόβους για όλα και τη Μνήμη, κύριο όνομα των Θλίψεων, που έρχεται τη Νύχτα ως βασανιστική ανάμνηση του Έρωτα και μας συντροφεύει καθώς η ζωή είναι πλέον από δω και πέρα, Νύχτες – ART by Nekhbetsun]


ΠΕΡΑΣΑ
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω από αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά και απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δένδρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων..
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε σιντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρεμβάσματα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
κι είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενα πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τους ήχους μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασε και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ’λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερα αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατό φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ
Σου είπα:
-Λύγισα.
Και είπες:
-Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείχτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα ’ναι χρόνος.
Θα ’ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα.
Για ένα μήπως τ’ άνοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πεις,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, τις υδρορροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι’ ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.

Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, 1971)

ΣΧΟΛΙΟ : από τον τίτλο του, το ποίημα μοιάζει σαν να επιδιώκει να ορίσει το τι είναι μία γραμματική εικόνα: Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ. Συνολικά φαίνεται σαν να είναι η γραμματική «τεχνολόγηση»  τεσσάρων ουσιαστικών: του έρωτα, του φόβου, της μνήμης και της νύχτας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, αφηγείται μία μικρή ιστορία και παρά την ορατή απουσία του ποιητικού υποκειμένου, καταγράφει ένα προσωπικό βίωμα.
Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους  ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστου.

Ο φόβος,
όνομα ουσιατικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιατικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: ή μικρή ιστορία που εμμέσως καταγράφει το ποίημα
ü 1η ΣΤΡΟΦΗ: στην αρχή ήταν το όνομα  ΕΡΩΤΑΣ, το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής, γένους ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥ. που κλίνεται στον πληθυντικό αριθμό: ΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ. Προφανώς η ποιήτρια μας μιλάει για ένα ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΩΤΑ της ζωής της, αλλά που δεν ξεφεύγει από τον κανόνα να είναι ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΣ, δηλαδή που την έκανε ευάλωτη.
ü 2η ΣΤΡΟΦΗ: επειδή οι έρωτες είναι ανυπεράσπιστοι μπαίνει στη ζωή μας ο ΦΟΒΟΣ, το δεύτερο ουσιαστικό στοιχείο της, που μπορεί στην αρχή να είναι ένας στη συνέχεια όμως γίνονται πολλοί: ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ. Δηλαδή όταν έφυγε ο ΕΡΩΤΑΣ από τη ζωή της ποιήτριας άφησε τη θέση του στο κενό, και η ζωή γέμισε με κάθε είδους άγχη και ανασφάλειες.
ü 3η ΣΤΡΟΦΗ: καθώς η ζωή κυλά με ανυπεράσπιστους έρωτες και φόβους για όλα από εδώ και πέρα, έρχεται η ΜΝΗΜΗ, η βασανιστική ανάμνηση του ΕΡΩΤΑ, που είναι το κύριο όνομα των θλίψεων: μόνο ενικός αριθμόςà μνήμη, μνήμη, μνήμη= πηγή προσωπικού ψυχικού πόνου
ü  4η ΣΤΡΟΦΗ:
τελικά, ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ, αυτό ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ θα είναι σκοτεινό: η νύχτα, το τελευταίο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής, θα μας συντροφεύει πληθυντικά: γιατί η ζωή θα είναι πλέον ΑΠΟ ΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΝΥΧΤΕΣ

ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Θα πρέπει να ’ταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία,
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ’ ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί σωστή να είναι η μνήμη
και να ’ναι ξένο αυτό το φόντο,
να ’ναι οι παπαρούνες δανεισμένες
από μιαν άλλη ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να ’ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω από αυτή τη μνήμη,
και περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον κάλυκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

 [Ο διάλογος της συνείδησης με τη ματαιότητα, της μνήμης με το φευγαλέο της ύπαρξης, βρίσκει ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ την καλύτερή της ίσως έκφρασή του σε ολόκληρη την ελληνική μεταπολεμική ποίηση, με τη λιτότητα του λόγου να συναγωνίζεται την πρωτοτυπία και τη δραστικότητά του. Χαρακτηριστικό και συνεχώς επανερχόμενο θεματικό στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή είναι η φωτογραφία, ως υποστασιοποιημένη μορφή της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο ον και το μη ον, στη διάρκεια και στη φθορά… Ίσως τα ωραιότερα ποιήματα της ΔΗΜΟΥΛΑ είναι οι στοχασμοί της πάνω σε φωτογραφίες: «Σημείο διαχωριστικό δύο απεράντων είσαι. Δύο αντιμέτωπων πελάγων. Ο ουρανός κι η θάλασσα. Το πλάτος και των δύο αθροίζεται στο μέτωπό σου. Έχεις πλατύ μέτωπο, αντιμέτωπο στα όρια. Τα δεμένα πανιά της μορφής σου, η σκεπτική της πλώρη, δείχνουν πως περιμένεις τρικυμία των απεράντων… Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο, για να έχω σταθεί στην άκρη του κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας, θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι. Φαίνεται απ’ τη ζωή μου ζωή πέρασε κάποτε… (Μοντάζ, Φωτογραφία 1948)