Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΠΥΙΩΝ (απ’ την πατρίδα των ευτυχισμένων ανθρώπων)


Ο ζέφυρος της πέτρινης βεράντας μας έφερε ξανά το δυσανάλογο πουλί με τ’ ασημένια νύχια μέσα στο δωμάτιο.
Πριν ακόμα βροντήσουν τα σύννεφα που είχαν ήδη αστράψει, το ένιωσα σ’ ένα ράμφος κοκάλινο να χαράζει επώδυνες αποφάσεις κι εξισώσεις με τη ρίζα του μηδενός και του απείρου πάνω στην επιφάνεια της φαιάς μου ουσίας.
 Θέλησα να ουρλιάξω τα χίλια σημεία του ορίζοντα και το κέντρο της γης, να βυθιστώ στη Στύγα για ν’ αναδυθώ σαν πάντα με άδεια ψυχή και πληγωμένα σπλάχνα.
Κάποτε θα το πνίξω στο αίμα μου, το ξέρω. Ή θα μαζέψω σταγόνα- σταγόνα το πορτοκαλί χυμό του ήλιου να το ποτίσω φως και θρύψαλα από κρύσταλλα δακρύων,
Το ανελέητο πουλί να φαρμακώσω   (Σαν Πρόλογος από τη συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ 1971 και άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]



ΚΑΛΟΝ ΕΝΤΑΦΙΟΝ Η ΠΟΙΗΣΗ (από τη συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ 1971)
Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ’ επισημότητα και αίγλη μυθική
Βαθειά τους θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,

Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι επάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τους σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα νικήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό μας να τυλίξουν,

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.


ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ
Έξω, πιο έξω, έξω απ’ τον τροχό,
Σπρώξε τον κύκλο, πιο έξω να τον σπάσεις.

Απ’ τη στεφάνη έξω, απ’ τον κλειστό
Μακριά τον τόπο να περάσεις,

-Πιο έξω –με μακρύ στριγκό να τιναχτείς αχό.

ΓΛΥΠΤΟ
Άγαλμα σκαμμένο απ’ τη θλίψη
Σε στάση κόρης που ’χει σκύψει
Το κεφάλι και βουβά θρηνεί

                   -Έτσι μοιάζει
Κι η τυραννισμένη μας ψυχή

ΕΝΑΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ
Πίσω απ’ τα νοτισμένα τζάμια, πίσω
Απ’ τα κλειστά παράθυρα
Και κάτω απ’ το πέλμα της σιωπής
Την ησυχία της νύχτας,
Ένας μικρός αγκαθωτός αθάνατος
Σα φλόγα πράσινη
Και σαν κατάρα υψώνεται.

Μεσ’ απ’ τα σφραγισμένα βλέφαρα
Ήλιοι μικροί γεννιούνται
Και πεθαίνουν.

ΓΗ ΠΟΛΙΚΗ
Αχνίζει
Σ’ αναθρώσκοντα καπνόν ο νους μας
Εδώ
Στη γη παγιδευμένος
Την πολική
Φυλακισμένος απ’ τον πάγο
Και το πνιχτό σκοτάδι.

Ένα δίχτυ
Από μαύρες φτερούγες
Η νύχτα μας

Κι η ζωή μας
Απολίθωμα σε στρώμα παγετώνα
          Ν’ αρμενίζει στους ψυχρούς ωκεανούς.

Ήλιο δεν είναι να ζητήσεις
-Ούτε καρπό το δόντι σου
          Σε τέτοιους κύκλους.

Κρύο
Κρύο
          Χιόνι Βροχή·

Και μια βυσσινιά κηλίδα
Που όλο απλώνεται
Να τρώει το γυμνό μας σώμα
Να καίει τον πονεμένο μας κορμό.

Ήταν τυχαία
-Δίχως άλλο-
Όσα σημεία γεωγραφικά
Μας κύκλωσαν
Σ’ αυτούς τους τόπους.

Κι εμείς
Συνέχεια
Τα μοιραία μαχόμαστε τώρα
Με όνειρα και ψευδαισθήσεις
Πλέοντας τα καράβια μας
Όλο πιο κάτω
Σε κλίματα ζεστά
Και ζώνες τροπικές

Ρίχνοντας άγκυρες
Ή τραγουδώντας.

Λες τότε: δεν μπορούν
Πίσω να ’ρθουν
Οι ώρες οι φριχτές·
Τη δυστυχία τη χαιρέτησα
Την έδιωξα
Την έχω πια νικήσει.

Μα
Κάποτε τα όνειρα τελειώνουν
(Κάποτε τα παγόνια
Μαζεύουν τις ουρές κι αποκοιμιούνται.
Και τα’ αηδόνια κάποτε
Γερνάνε ή σιωπούν).

Ποια χέρια κόβουν τότε τα σκοινιά
Ποιοι άνεμοι
-Σίσυφε
          Σίσυφε-
Σε ξαναφέρνουμε στη γη
Της μαύρης σου ειρκτής;

Ούτ’ ένα καλωσόρισες
Ούτ’ ένα χαίρε
Στην Ατλαντίδα που σαν πριν ξαναγυρνάς
Απ’ το Μεγάλο σου Ταξίδι αφανισμένος
Να κλαις και να κλαίγεσαι
Να ζεις και να πεθαίνεις
Με το νερό να μπαίνει στο ρουθούνι σου
Ζητώντας να σε πνίξει.

Δεν είναι μέρα τούτη
Δεν είναι νύχτα πολική·

Είναι κίτρινο θειάφι που λιώνει

Είν’ η γραμμή που ολοένα μας σέρνει
Και πιο μακριά

Απ’ την πατρίδα
Των ευτυχισμένων ανθρώπων.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΙΔΕΕΣ τιτλοφορεί ένα ποίημα του ο Αντώνης Φωστιέρης (στη συλλογή Πολύτιμη Λήθη)… «Ωραία Ιδέα» αναφωνεί λίγο παρακάτω…  Όμως «Μπορεί να γίνει Ποίημα;» Αναρωτιέται, έχοντας έτοιμη την απερίφραστη απάντησή του: «Δύσκολο»!.. Μπορεί κι αδύνατο.. «Άρα Σου μένει το αίσθημα: Το αίσθημα σου μένει, αίσθημα συντριβής για το αιώνιο θρίαμβο των αισθημάτων» Και, ας μη γελιόμαστε, από ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΒΓΑΙΝΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΖΩΝΤΑΝΟΣ είναι η κραυγή από άλλο ποίημα. Έστω πάνω σε άλγη, Εν Φαντασία και Λόγω, που θα έλεγε και ο Καβάφης.  


Δεν υπάρχουν σχόλια: