Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΣΜΙΞΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΚΛΩΝΑΡΙ ΥΣΤΑΤΗΣ ΧΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΠΙΛΟ ΝΕΡΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ


Εσύ δεν μπορείς να ξέρεις αυτή τη λύπη. Έρχεται κι αδειάζει μέσα σου καλόβολη στέρνα κοντά στις καλλιέργειες. Δεν την ξέρεις αυτή τη λύπη, Βύτο.
Πρώτη παπαρούνα πρώτο καλοκαίρι με γυμνά μπράτσα και ξαφνικά νύχτα αγρύπνιας.
Η θάλασσα αγαπιέται με το πρωινό και κρύβουν τ’ αυγά τους στις ρίζες των φυτών.
Τα χέρια σου δεν είναι γι’ αγάπη γι’ ανθόνερο κι άφεση αμαρτιών.
Ξέρεις την αγάπη του καλοκαιριού με τ’ αγιόκλημα την αγάπη των υδάτινων ζώων και των γιασεμιών με τον λευκό τοίχο.
Η αγάπη σου δάχτυλο τεντωμένο για Κει. Βαρύ το παραμύθι σου.
 Μυρίζει κρασί και ζεστό χώμα ο αγέρας της αυγής φορτώνεται καημούς και γλυκαίνει τον ήλιο.
Άσε με να αγκαλιαστώ τη γης με τα ρύζια και τα στάχυα με τις πορείες ταπεινών εντόμων.
Βαρύς ο ουρανός σου Βύτο. Κάνε να βρέξει ήπια.
Στα χέρια σου τώρα οι αμφορείς με τις πηγές του ουρανού.
Στα πνευμόνια σου οι αγέρηδες απ’ τις ερημοκορφές.
Ο Μινώταυρος αγγίζει τα χώματα πριν στα παραδώσει.
Σε χρίζει ελεύθερο.
Εγώ πιστή στην εικόνα μου στην ώρα του γυρισμού είμαι ό,τι θυμούνται τα φύλλα, ό,τι ξέρουν τα νυχτερινά νερά σαν τρέχουν κατά τη μέρα.
Βύτο, ελάφια γεννιούνται μες τα μάτια σου.
Μην τεντώσεις το τόξο. Θέριεψαν οι φλέβες σου απ’ τα χαλινάρια του κόσμου προϊστορικά ποτάμια και κυβερνούν.
Τώρα θα ονοματίζουμε τα βουνά, νεαρά θα τα λέμε, γερασμένα και τις ψυχές πιστές θα τις λέμε, ελεύθερες…
 Σμίξε τα χέρια σου κλωνάρι ύστατης χαράς για το άσπιλο νερό το νέο βάφτισμα [ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΛΙΕΙΗΣ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΛΥΚΟΙ και ΣΥΝΝΕΦΑ 1963 από την ενότητα Βύτος και Αλιείη

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Βύτος και Αλιείη, μυθικά πρόσωπα που επέλεξε η ποιήτρια να «πρωταγωνιστήσουν» στην πρώτη συλλογή της. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τα μυθολογικά αυτά πρόσωπα λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του]  



ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ
ΒΥΤΟΣ:  
Μεγάλε Ταύρε του Μίνωα
λυχνάρια σπιτικά οι ήλιοι της δημιουργίας σου.
Στη λευκή άμμο του σπηλαίου σου
παραμυθένια άφησε χνάρια ο κόσμος
με τις μαγγανείες της νύχτας
τους ελιγμούς των βλαστών στη βροχή
τα κοριτσίστικα χρυσοβράχιολα
στις γιορτές της ευφορίας.
Ήρθαμε με τα πέδιλα λυτά
και την απεραντοσύνη των θαλασσών.
Ψυχή της Αλιείς
θα ονειρευτεί
κι οι τρυγητές της μέρας
θα βρεθούν στη σκιά της μυγδαλιάς
να σιγοτραγουδήσουν.

Η Αλιείη στους νυχτερινούς περιπάτους της
αγκαλιάζει τις πέτρες
το μελλούμενο χορτάρι
κι ως την αυγή
η ομορφιά έχει ανθίσει στους αθώους.

Ήρθα γυμνός από μνήμες
γυμνός από φόβο
γυμνός από ύμνους και βωμούς.
Στους ώμους μόνο η γύρη των πεύκων
στα δάχτυλά μου ξεψυχάν
τα τελευταία τζιτζίκια φέτο.
Τέλεψε το έργο σου.
Βασίλεψαν τα μάτια σου.
Σου ετοιμάσανε κλινάρι
στην πιο δροσερή γωνιά της γης.

ΑΛΙΕΙΗ:  
Για ό,τι έγινε κι ό,τι μέλλεται
είμαστε εδώ μάρτυρες μοναδικοί.
Όλα σωστά
κι οι λύπες μας κι αυτές ετοιμασία.
Ξεπλύθηκα στην αρμύρα
που αγγίζει τις κνήμες σου
κύμα από σκίνα στους κροτάφους μου
λούστηκα με φεγγαρόνερο
κι είναι θερμός ο λαιμός μου
μοιράστηκα την αγρύπνια και τη φωτιά
των βοσκών
στα δύσκολα βουνά.

Τι να παραγγείλουμε στους ουρανούς
για την ανάπαψή σου;
Τολμηρά δεσποτικό πια το φως σου
ανοίγει περάσματα
μεσ’ απ’ τα τρυφερά μυστικά της νύχτας
και προσπερνά.
Πλέξαμε φιλόξενα κιλίμια
για το δισταγμό σου.
Μια μυρωδιά απαντοχής
απ’ τις μασχάλες των βουνών.
Κουράστηκαν τα παράθυρα του αγνώστου
να χτυπάνε στον αγέρα.
Ο ήλιος πια χωρίς περηφάνια
προσφέρεται σ’ ένα πιάτο ελιές
σε μια κούπα μέλι.
Άνεμος.
Να μου ’ρχεται απ’ τις υπώρειες των όντων
κι ανεβαίνει
και σκάνε ώριμοι σιδηρόχρωμοι ορίζοντες.
Θάμπος
αγέρας μεταλλικός
παίρνει τις κορφές
τις οδηγεί πάλι στη ρίζα.
Αγέρας μεταλλικός
χωρίς αντίσταση οι κλώνοι
χωρίς αντίσταση
οι μοναχικές φαντασίες
κι οι φόβοι.
Ακίνητες οι πυρκαγιές κι οι πλημμύρες
χαμογελούν, υπόσχονται.

Ταραχή
παντοδύναμα τα νέα πλάσματα
πηλός το θαύμα στα δάχτυλά τους
και τραγουδάει.
Ο άνεμος από παραλίες
και χώματα ειρηνικά
χαιρετισμοί και παινέματα
για τον μεγάλο Ταξιδευτή.

Αναχωρεί.

Μόνοι καλλιεργητές
μόνοι τρυγητές εμείς.
Χαρά στ’ αμπέλια μας.

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ
Αχνοφαίνονται τα πλεούμενα, Ιφιγένεια.
Λιβάνι στρώθηκαν τα σκαλοπάτια
προς τη θάλασσα.
Το βήμα σου, το φόρεμα και τα μαλλιά
απεσταλμένοι του ανέμου.

Έρχονταν μια-μια δυο-δυο οι νύχτες
στις ρώγες των δαχτύλων σου
και στην κορφή της πλάτης
αβασίλευτος πάντα ένας ήλιος.

Ανήμπορη να μετρήσεις τους αμπελώνες
τα χωράφια και τους ελαιώνες σου
χανόσουν σε καλοκαιριάτικο όνειρο.

Εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι σου
θέριευαν τα γεράνια
μεγάλωναν τα σπιτικά πουλιά
κι έπαιζες τα δειλινά με χαϊμαλιά
και ιστορίες αγάπης.

Βασιλοκόρη
ξέχναγες τα ωραία σαντάλια σου
όταν ο λιονταρογέννητος ουρανός
σε γυναικεία του στιγμή
ακουμπούσε στα γόνατά σου.

Ιφιγένεια, κάθε καΐκι κι ένας άγριος Απρίλης
κάθε γοργόνα πλώρης
κι ένα γιορτερό ακρογιάλι.

Γέροντες σοφοί
πριν απ’ την αρχή των δένδρων
γέροντες πολύξεροι
είχαν διηγηθεί
-πριν ακόμα γεννηθεί η Αφροδίτη
πίσω απ’ τα σύννεφα-
την ιστορία της κοπέλας
που φιλική ήταν στους ανέμους.
Κι εσύ
-μάρμαρο το φως
δέσμια κρατά την κεφαλή σου=
μίλησες στη θάλασσα την Παναγιά
γλυκά σκυμμένη
στο γιο της το Σεπτέμβρη
για τους πολεμιστές
και τις κακές τους σκέψεις.

Δεν πιστεύουν οι πολεμιστές.
Ταύροι είναι
με ήλιους ζωγραφιστούς στις πανοπλίες
και τις κνήμες
βαριά φυτεμένες στο χώμα.
Δεν πιστεύουν στους καρπούς της αναμονής
στις θάλασσες που επιστρέφουν
όλο και πιο πλούσιες –
αναγεννιούνται και οι βυθοί.

Χρειάζεται ο καιρός του πουλαριού
των ψηλών κάκτων
της νεροφίδας
και των αστεριών ως να ξαναφανούν.
Χρειάζεται η αιωνιότητα της εμπιστοσύνης.
Μιλάνε για τη μάχη
τη θρέφουν μαζί με τ’ άλογα
και τις αγριοπέρδικες.
Όλα είναι έτοιμα, λένε.
Τα αιχμηρά όπλα, τα ηνία
η γη ανασκαμμένη για τα σώματα
ο θυμός, οι φωνές των γυναικών.
Κι ο άνεμος;

Φάνηκαν τα πρώτα δελφίνια, Ιφιγένεια.
Τα πουλιά και τα καράβια ακολουθούν.
Κλαρί λεμονανθού ανθίζει η καλοσύνη
στο περβόλι σου.
Κι όμως ο λαιμός σου προσφέρεται
αόρατο μονοπάτι του κακού.

Θόρυβος στο ακρογιάλι.
Στις πλάκες του λιμανιού
πατήματα ανδρών, τρεξίματα
μαντάτα, πρόσωπα.
Αρνήθηκε, είπαν.

Αρνήθηκε η Ιφιγένεια.
Για την αγάπη, έλεγε
για την γλυκιά καρδιά
για ειρηνικές πολίχνες
να φροντίσουμε τα καρποφόρα
τις βροχές να δεχθούμε στην ώρα τους
για τις βοσκές
για τους αγγέλους.

Αρνήθηκε.

Να μη φτάσουν οι πολεμιστές·
να ομορφύνουν τα κάστρα
απ’ τον κισσό
να τρανέψουν τα παιδιά.
Για τη χαρά, είπε
κι ανέβηκε στους ουρανούς.

Έκπληκτοι οι στρατιωτικοί
ανέβαλαν τον πόλεμο
και την Ελένη βρήκαν ταπεινή
να ετοιμάζει το δείπνο.


ΛΑΦΙΚΤΟΣ
Πώς το ’λεγαν εκείνο το ζώο
ελέφαντα είχε ψυχή
χαρουπιάς κορμοστασιά
και μεγάλα νύχια ορνέου
απόκτησε έτσι απλά
όπως κανονικά βρέχει τον Απρίλη.

Πώς το ’λεγαν εκείνο το θηρίο
που μοίραζε τα σπλάχνα του
στις πλατείες
εκεί που ανεβαίνει θολωτό θυμιατό
η ευωδιά των ανθρώπων;
Παλιά ήταν ο Κένταυρος
κι η Σφίγγα
τα πουλιά που είχαν διαίσθηση γυναίκας.
Τώρα μόλις διακρίνονται
τα μονοπάτια των μυρμηγκιών
και μένουν αγέρωχα
τα μάτια της κουκουβάγιας
να περιγελούν.

Στις δημοσιές ψήνουν τροφές
και τρεμοσβήνουν σημαδιακές φωνές
στις κορφές των γύρω λόφων.
Βραδινές νεροποντές
συμφιλιώνουν τα κλαδιά και τις ρίζες
σε δασωμένους τόπους.

Όλα τα περιδιάβασε ο Λάφικτος
-ας είναι τέτοιο τ’ όνομά του –
κι είχε γερά τα γόνατά
όπως οι άντρες
όταν ονειρεύονται να συνδυάσουν
περπάτημα και πέταγμα
και μαλακά τ’ αυτιά –
ζεστές χινοπωρινές φωλιές
μονάκριβων πουλιών.
Τα τοπία και τα πρόσωπα
ταπεινή συνοδεία ακολουθούνε.
Κρατούσε την ανάσα του
σαν βρισκόταν στις λευκές κάμαρες
των κοριτσιών:
ζεστά ρούχα φροντισμένα
τραγουδιστός αέρας
και τα κεφάλια σκυμμένα στοργικά
πειθήνιοι ακροατές
κάποιας εσωτερικής μελλούμενης ιστορίας.

Έμενε στα πάρκα
με τους κύκνους και τα παιδιά
στην πληκτική υγρασία του σούρουπου
όταν όλα αποτραβιούνται
στις μικρές πόλεις
και στο παλιό παλάτι της εξοχής
γλυκά γίνονται γαλάζιες οι στέγες.

Μερικοί απ’ την αγάπη τους
στην περιπέτεια της γης
-όλο νοσταλγία για τα πρώτα βουνά
τα πρώτα ερπετά και κελαρύσματα –
πίστεψαν πως ο Λάφικτος
για μήνυμα ήρθε
απ’ τους ωραίους εκείνους καιρούς
του καινούριου.
Κι άλλοι για την Αιωνιότητα λέγαν
για νέους κύκλους
νέες ζωές και καταστροφές
νέες πατρίδες και ξενιτέματα
λέγαν για τον Λάφικτο
νέα αρχή του παντός.

Μαζεύονταν οι γυναίκες
στις μαλτεζόπλακες
αμίλητο περνούσε το φεγγάρι
μεσ’ απ’ τα κοιμισμένα λουλούδια
ξενυχτούσαν πότε στον τρόμο
πότε στη μαγεία έταζαν τη νιότη τους.
Στις αλέες του δειλινού
τ’ ανύπαντρα αγόρια αναζητούσαν
τη ματιά του Λάφικτου
ν’ ανδρωθούν.
Αποκοιμιόταν η πολίχνη
και το παραμύθι
με μορφή ζώου
αγρυπνούσε στα τείχη.

Ατέλειωτες οι κουβέντες
στα εμπορικά, στις εκκλησιές
στις μικρές συγκεντρώσεις των φίλων.
Μελετούσαν την καταγωγή
και τα πάθη του θηρίου
-όλα υποθέσεις-
και το ξεχνούσαν.

Άοπλη βρίσκεται πάντα η μοναξιά
φάροι αφιλόξενοι τα παράθυρα
οι κήποι αγέλαστοι
ψυχραίνουν κι αναριγούν.
Πικρά τα φυτά του χειμώνα
λυπημένοι οι βλαστοί
δεν τολμούνε τη χαρά.
Τις νύχτες στις κορφές
τα πρωινά στις παραλίες
ξημερώματα βουβά των νερών
χλομή ελπίδα
ενατένιζε το φως ο Λάφικτος
την ώρα που ο ήλιος ο πρώτος
φανέρωνε επιδεικτικά
αιώνιους θρήνους.

Κατέβαιναν καμιά φορά
ως τα υγρά χώματα
κοπάδια άγριων σκυλιών.
Φοβισμένα και πανίσχυρα
υπάκουαν στην πείνα και το κρύο
άφηναν τ’ ανώμαλα χνάρια
του αγώνα
και τις φωνές τους μπλεγμένες
στα κλαριά.
Λίγη πάντα η συντροφιά των ζώων.

Κουράζει η Ερημία
σαν τη βροχή
και χάνεται σ’ απελπισμένες ενατενίσεις
η τρυφεράδα των ματιών.

Βήματα στοργικά τον έφερναν τον Λάφικτο
στις πίσω αυλές
την ώρα της ετοιμασίας του δείπνου.
Περίεργες οι μικρές
κι αυτοί οι πατεράδες
περίεργοι μόνο τον κοιτούσαν.
Αχνοχάραζε ο αρχαίος θυμός
ξηρός αγέρας στα πνευμόνια του
κι η κοιλιά του ταραζόταν.
Μεγάλωναν τα νύχια του στη μόνωση
κι ερχόταν η ανάμνηση
των παππούδων
ζώα βαριά
αποσύρονταν
απ’ την κίνηση
κι αναστέναζαν τα δάση.

Παρουσιάστηκαν θεοί στ’ όνειρό του
ευλογούσε η πριγκίπισσα φωτιά
το χνότο του
κι άλλοι αρχόντοι
του σιδήρου και του κακού
τον προκαλούσαν
σε λιβάδια ερημωμένα
σε παλιούς χορούς μίσους
και για μεθύσι.
Ανέβηκε ο ήλιος του Μάρτη.
Στην πεδιάδα οι τοίχοι της εκκλησιάς
περίβολος ο ορίζοντας.
Ήταν ακόμα δυο χρυσές αχλαδιές
χωρίς καρπό
κι ένα μαχαίρι.
Πώς δεν ακούστηκε τέτοια καταστροφή!
Πνιχτά στέρεψαν οι βρύσες
σβήσαν τα κορίτσια.
Αντιστάθηκαν ίσως τα νερά
τα λουλούδια στους βωμούς
και οι λευκές ταράτσες.
Ο Λάφικτος ειρηνεμένο ζουζούνι
πήγαινε κατά το καλοκαίρι
στις ωραίες τοποθεσίες των ουρανών.
Μόνο στα φύλλα ανανεώνεται ακόμα
ένα διάστημα ανεκπλήρωτο

οργισμένης μοναξιάς. 

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ:  Το Έσω σώμα  ή η αρχή ενός ατελείωτου ταξιδιού: Προσπαθώντας να ιχνηλατήσω τα ορατά και ίσως τα κρυμμένα σημάδια της πορείας της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ μέσα στον χρόνο, ανέτρεξα στις αρχές αυτής της πορείας, στο πριν από 50 χρόνια εκδομένο πρώτο βιβλίο της Λύκοι και σύννεφα (1963). Η προσοχή μου αγκιστρώθηκε στον πρώτο στίχο της πρώτης ενότητας εκείνου του βιβλίου, της ενότητας «Βύτος και Αλιείη», και στην αφιέρωση της ενότητας. Ο στίχος είναι «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και η αφιέρωση είναι «Του Νίκου Καζαντζάκη». Στο ποίημα ο στίχος εκφέρεται από την ποιητική περσόνα, όπως λέμε, την περσόνα του Βύτου. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη, η γυναικεία περσόνα, συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τόσο τα μυθολογικά πρόσωπα του ποιήματος όσο και η αφιέρωση της ενότητας στον εκλεκτό και αγαπημένο νονό της Αγγελάκη-Ρουκ, τον Νίκο Καζαντζάκη, σκέφτηκα ότι λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του. Από εκεί και πέρα άρχισε η κυοφορία του ποιητικού έργου της και το ρίζωμά του μέσα στον χρόνο με 15 ποιητικά βιβλία – τουλάχιστον έως το 2011 που κυκλοφόρησε Η ανορεξία της ύπαρξης… Ξαναγυρίζω όμως στην αρχή της πορείας και ξαναπιάνω το νήμα του πρώτου στίχου, «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού», επειδή μου φαίνεται ότι ο στίχος αυτός είναι η άκρη του κουβαριού που μπορεί να μας οδηγήσει έξω από τη σπηλιά του Μινώταυρου, στο φως της ζωής και της ποίησης που διανύθηκαν με την επίγνωση ότι το σώμα είναι η αρχή ενός ταξιδιού ή, για να το πω αλλιώς, ότι «κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του», σύμφωνα με την πολύ γνωστή ρήση του Σεφέρη από τις Μέρες 1945-1951, που η Αγγελάκη-Ρουκ έβαλε ως επιγραφή στο βιβλίο της Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό (1974)… [απόσπασμα από το ΣΧΟΛΙΟ του Ευριπίδη Γαραντούδη στο περιοδικό ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ]


Δεν υπάρχουν σχόλια: