Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

ΠΙΣΩ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ… (μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος)


Έρχεται πρώτα στον Ποιητή η λέξη «πολιτεία» γεμάτη πρόσωπα που δεν γνωρίζουμε. Στενάχωροι δρόμοι πανύψηλα τείχη τριγύρω.
Κατόπιν η λέξη «καράβι» που σημαίνει ελπίδα και η λέξη «αετός» που παριστάνει τον ουρανό.
Σύμβολα της μοναξιάς στρογγυλά σαν χαλίκια στην ακρογιαλιά, ανεπανόρθωτα σαν τον ήλιο.
Τριγύρω τα περικλείει η λέξη «θάλασσα» που είναι το πρόσωπο της Παναγιάς, απέραντη όσο είναι ο πόνος μας.
Δίπλα σ’ αυτήν ένας καβαλάρης που τη μορφή του μου είναι αδύνατον να διακρίνω. Χαμένος παντοτινά μέσα στη νύχτα των ονείρων είναι το άστρο που λαχταράμε να μας φωτίσει, το χέρι που κάποτε θα ’ρθει να σμίξει με το δικό μας.
Πίσω μας είναι τα πρόσωπα εκείνων που αγαπήσαμε. Ντυμένοι ανάλογα με τις αναμνήσεις που έχομε απ’ αυτούς, άλλοτε με την πορφύρα των βασιλιάδων ή τους χιτώνες των ηρώων κι άλλοτε σιδηρόφραχτοι σαν πολεμιστές του Μεσαίωνα.
Το βλέμμα τους στραμμένο πάντοτε στο ηλιοβασίλεμα απαράλλαχτοι με τις υποσχέσεις που δώσαμε, με τους όρκους που δεν κρατήσαμε στο γυρισμό των ανέμων.
Μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες και σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις η δίψα να τις διαβείς και η ελπίδα σε τυραννάει πως ίσως κάποτε από αυτές να ’τανε μια που θα σ’ έβγαζε στον ήλιο.
Και μιαν άλλη που ’χε τα γιασεμιά της κρυμμένα ή μια τρίτη που δεν μπόρεσες ποτέ να την ανοίξεις. Και τώρα είναι πια αργά, είναι αδύνατο να γυρίσεις, γιατί άλλαξε ο ποταμός τόσες φορές τα νερά του και οι άνεμοι που φυσούν σε σπρώχνουν ολοένα μακρύτερα από την πατρική σου γη.
[ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ 1944-1958 - Art by paul bond magic]



ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Από τα Σούσα ως τα Εκβάτανα είναι πολλές παρασάγγες. Όμως το πνεύμα όπως το φως, σ’ ένα βλεφάρισμα του ματιού πηγαινοέρχεται.
Τριγύρω είναι σκαμμένη μια μεγάλη τάφρος. Το νερό είναι βαθύ και μελανό δίχως πάτο. Όμως οι άνθρωποι δεν ανησυχούν. Έμαθαν να περπατάνε πάνω στα νερά.
Η κορόνα που φοράει ο μονάρχης είναι βαριά κι ατίμητη. Ο κοινός θνητός δεν την σηκώνει στα χέρια του μήτε αντέχει μα την κοιτάξει πολλή ώρα κατάματα. Όμως ο Δυσσέας αν τύχαινε σ’ αυτά τα μέρη, όχι μόνο θα ’βρισκε έναν τρόπο να τη σηκώσει στα χέρια του σαν να ’ταν πούπουλο, αλλά με λίγη τύχη θα ξέφευγε ακόμα και την τιμωρία.
Στα περίχωρα είναι ένα θεριό σε μια σπηλιά. Όμως δεν το αφανίζουν. Το θρέφουν με θυσίες κι αναθήματα. Όταν εξαγριώνεται και τα ρημάζει όλα έχουν ανθρώπους που το βλέμμα τους γυμνασμένο αναχαιτίζει το χάος όταν ξεσπάσει. Έτσι η πολιτεία δεν έχει ανάγκη από τειχιά.
Πέντε λόγια είπαν στο βάρβαρο Πρέσβη οι Λακεδαιμόνιοι. Όμως αυτά άρκεσαν για εικοσιπέντε αιώνες.
Το χαλινάρι είναι αβάσταχτο όταν το άλογο τεντώνεται να πεταχθεί με ορμή μπροστά. Όμως ο καβαλάρης ξέρει πως από την αντοχή του χεριού του κρέμεται η ζωή του

ΣΤΙΓΜΑΤΑ
Α
Η φτέρνα του Αχιλλέα
Είναι η απέραντη
Αδυναμία του ήλιου
Β
Η πείνα φτιάχνει τα μήλα
Η δίψα το νερό
Και η τιμωρία τον Τάνταλο
Γ
Τι φταίω αν μου δίνουν
Φτερά οι Θεοί
Και νύχια οι άνθρωποι.
Δ
Σαν το νερό αδιάκοπα
Μακραίνει απ’ την πηγή του
Ο άνθρωπος .
Ε
Όπως η νύχτα τ’ αστέρια
Ο καημός
Φτιάχνει τα πρόσωπα

ΜΟΝΟΣΤΙΧΟ: βάρβαρο χέρι απλώθηκε ν’ αρπάξει ό,τι είχε μείνει

ΑΠΟΚΡΥΦΑ
Ι
Κάθονται οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε στην απέναντι όχτη, χωρίς να κλαίνε, χωρίς να γελάνε, με συννεφιασμένα πρόσωπα. Ακουμπισμένοι μερικοί στις ασπίδες, άλλοι καθαρίζοντας τα τουφέκια τους. Ακίνητοι σαν αγάλματα παρακολουθούνε τον ποταμό. Κατεβαίνουμε τότες κι εμείς κι αγναντεύουμε από την άλλη όχτη τα σκουριασμένα κανόνια τους, τα τυφλά τους άλογα, τα παμπάλαια σπαθιά τους και προσπαθούμε αδιάκοπα με χειρονομίες, με φωνές με συνθήματα να συνεννοηθούμε, να ’ρθουμε σε συμφωνία, να πάψει η ατέλειωτη αυτή αγωνία. Ανώφελες όλες μας οι προσπάθειες. Εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για μας. Δεν σκοτίζονται. Ίσως ν’ αγνοούνε και την ύπαρξή μας. Ίσως να είναι ένα παιχνίδι που θα τελειώσει μια μέρα. Ίσως να είμαστε ακόμα ανώριμοι να τους δεχθούμε. Κι όμως ο καθένας από τον άλλο κρυφά, έχουμε όλοι βαθιά μας μια φριχτή υποψία που γίνεται πια βεβαιότητα: «Οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς οι ίδιοι».
ΙΙ
Στην κάτω γειτονιά τα σπίτια έχουν αδειάσει. Ένας μονάχα έμεινε, ο τελώνης, κι αυτός δεν είναι πια ο ίδιος. Η γυναίκα του, οι κόρες του και τ’ άλλα παιδιά του, λένε πως σηκώνεται κάθε βράδυ και υποδέχεται φανταστικούς ταξιδιώτες κάτω στο τελωνείο. Και να σκεφτείς πως ταξιδιώτες έχουμε μήνες να ιδούμε, με την καινούρια κατάσταση. Όλοι είναι απελπισμένοι. Όσοι έχουμε μείνει, κάθε μέρα λιγότεροι, ζούμε στα σύνορα της φρίκης. Η σιωπή γίνεται τόσο διαπεραστική που είναι αδύνατο να ησυχάσουμε. Περνάμε τη νύχτα ξαγρυπνώντας στα παραθύρια, το μέτωπο κολλημένο στα παγωμένα τζάμια. Όταν χιονίζει βλέπουμε στις όχτες ελέφαντες χιονισμένους, κι άλλα παράξενα θεάματα, που τα ξεχνάμε το πρωί. Ίσως οι νύχτες αυτές να ’ναι μια παρεξήγηση, να ’ναι οράματα ενός τυραννισμένου λαού. Τ’ απόρθητα μυστήρια μιας απέραντης αυτοκρατορίας.
ΙΙΙ
Κανείς δεν έλειψε. Όπως είχε συμφωνηθεί συναντήθηκαν, έδεσαν το σκοινί σ’ ένα ψηλό δεντρί, κι ύστερα τον κρέμασαν. Κι αυτός αμίλητος σαν αυτούς. Τον κοίταζαν να κρέμεται. Η ώρα δεν μας έπαιρνε. Πήραμε τ’ άρματα και φύγαμε. Όταν περνούσαμε το ποτάμι είχε νυχτώσει. Στο χάνι μας περίμεναν. Φάγαμε κι ύστερα κοιμηθήκαμε. Ο ύπνος μας ήταν βαρύς γιατί ήμασταν τσακισμένοι. Τ’ άλλο πρωί σηκωθήκαμε νωρίς και κατεβήκαμε πάλι στο ποτάμι. Αφήσαμε τ’ άλογα δεμένα μες στις σπηλιές και περάσαμε αντίκρυ.
Εκεί μας καρτερούσαν δυο παιδιά απ’ το γειτονικό χωριό με ψωμιά αυγά και τυρί. κρυφογελούσαν ανάμεσά τους κι έλεγαν για μας: «Για δες, παίζουν αμπάριζες»
IV
Είχαν περάσει αρκετές μέρες κι ακόμα δεν παρατήρησα καμιά αλλαγή στις εκφράσεις, στους τρόπους ή στις χειρονομίες. Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κανένα σημάδι να δείξει, ή τουλάχιστον μια επιγραφή, σε άλλη γλώσσα, πάνω στον τοίχο. Ακόμα τίποτα. Οι φίλοι, οι συνάδελφοί μου, το μεσημέρι στα γεύματα, κρατούσαν τα προσχήματα. Οι επιθεωρητές κάθε πρωί στη θέση τους μας παρακολουθούσαν, την ώρα που μπαίναμε. Ο ένας σημείωνε με το μολύβι ένα κόκκινο σημάδι δίπλα στο όνομα, ο άλλος μετρούσε. Στις δώδεκα, την ώρα που φεύγαμε, πάλι ατάραχοι μετρούσαν και σημείωναν. Όταν άδειαζε το κτίριο, όταν έκλειναν τα γραφεία, έμπαιναν οι θυρωροί και σκούπιζαν, έκαιγαν τα πεταμένα χαρτιά και δοκίμαζαν τα κουδούνια. κατόπιν έφευγαν και αυτοί και πήγαιναν στα σπίτια τους να γευματίσουν με την οικογένεια. Χαμπάρι δεν είχαν.

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι


Δεν υπάρχουν σχόλια: