Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΙ ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΠΟ ΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ:


Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα στων σκοταδιών την άμπωτη λες κι είναι η προσδοκία σφηνωμένη ανάμεσα νύχτας κι αυγής…
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση από φιλοκαλία κι έπαρση! Κι ονειρεύονται ακόμα οι κήποι ερχομό άγνωστων ανθέων για να μένει πάντα κάποια γύρις στα τελειωμένα πράγματα για την επικονίαση της εμπειρίας, της λύπης και της Ποίησης.
Εκτός αν είναι ο οργασμός νόμος του παρελθόντος, μηχανισμός του ανεπανάληπτου. Αλλά εγώ, που είμαι κι ονομάζομαι προχωρημένη ώρα, τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;
Είδα πολλά κι ωραία όνειρα να βγαίνουνε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και αισθήματα. Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά τους…
Απογοητεύσου ήσυχα κι αυτοξεχάσου εύχαρις: ό,τι είχες να πεις για τα κύκνεια φθινόπωρα, τις υδρορροές των ερώτων κι ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν, τα είπες…
[κτερίσματα στίχων από ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά, για τη ζωή που κυλά με ανυπεράσπιστους έρωτες και φόβους για όλα και τη Μνήμη, κύριο όνομα των Θλίψεων, που έρχεται τη Νύχτα ως βασανιστική ανάμνηση του Έρωτα και μας συντροφεύει καθώς η ζωή είναι πλέον από δω και πέρα, Νύχτες – ART by Nekhbetsun]


ΠΕΡΑΣΑ
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω από αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά και απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δένδρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων..
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε σιντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρεμβάσματα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
κι είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενα πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τους ήχους μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασε και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ’λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερα αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατό φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ
Σου είπα:
-Λύγισα.
Και είπες:
-Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείχτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα ’ναι χρόνος.
Θα ’ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα.
Για ένα μήπως τ’ άνοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πεις,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, τις υδρορροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι’ ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.

Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, 1971)

ΣΧΟΛΙΟ : από τον τίτλο του, το ποίημα μοιάζει σαν να επιδιώκει να ορίσει το τι είναι μία γραμματική εικόνα: Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ. Συνολικά φαίνεται σαν να είναι η γραμματική «τεχνολόγηση»  τεσσάρων ουσιαστικών: του έρωτα, του φόβου, της μνήμης και της νύχτας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, αφηγείται μία μικρή ιστορία και παρά την ορατή απουσία του ποιητικού υποκειμένου, καταγράφει ένα προσωπικό βίωμα.
Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους  ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστου.

Ο φόβος,
όνομα ουσιατικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιατικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: ή μικρή ιστορία που εμμέσως καταγράφει το ποίημα
ü 1η ΣΤΡΟΦΗ: στην αρχή ήταν το όνομα  ΕΡΩΤΑΣ, το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής, γένους ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥ. που κλίνεται στον πληθυντικό αριθμό: ΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ. Προφανώς η ποιήτρια μας μιλάει για ένα ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΩΤΑ της ζωής της, αλλά που δεν ξεφεύγει από τον κανόνα να είναι ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΣ, δηλαδή που την έκανε ευάλωτη.
ü 2η ΣΤΡΟΦΗ: επειδή οι έρωτες είναι ανυπεράσπιστοι μπαίνει στη ζωή μας ο ΦΟΒΟΣ, το δεύτερο ουσιαστικό στοιχείο της, που μπορεί στην αρχή να είναι ένας στη συνέχεια όμως γίνονται πολλοί: ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ. Δηλαδή όταν έφυγε ο ΕΡΩΤΑΣ από τη ζωή της ποιήτριας άφησε τη θέση του στο κενό, και η ζωή γέμισε με κάθε είδους άγχη και ανασφάλειες.
ü 3η ΣΤΡΟΦΗ: καθώς η ζωή κυλά με ανυπεράσπιστους έρωτες και φόβους για όλα από εδώ και πέρα, έρχεται η ΜΝΗΜΗ, η βασανιστική ανάμνηση του ΕΡΩΤΑ, που είναι το κύριο όνομα των θλίψεων: μόνο ενικός αριθμόςà μνήμη, μνήμη, μνήμη= πηγή προσωπικού ψυχικού πόνου
ü  4η ΣΤΡΟΦΗ:
τελικά, ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ, αυτό ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ θα είναι σκοτεινό: η νύχτα, το τελευταίο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής, θα μας συντροφεύει πληθυντικά: γιατί η ζωή θα είναι πλέον ΑΠΟ ΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΝΥΧΤΕΣ

ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Θα πρέπει να ’ταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία,
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ’ ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί σωστή να είναι η μνήμη
και να ’ναι ξένο αυτό το φόντο,
να ’ναι οι παπαρούνες δανεισμένες
από μιαν άλλη ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να ’ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω από αυτή τη μνήμη,
και περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον κάλυκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

 [Ο διάλογος της συνείδησης με τη ματαιότητα, της μνήμης με το φευγαλέο της ύπαρξης, βρίσκει ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ την καλύτερή της ίσως έκφρασή του σε ολόκληρη την ελληνική μεταπολεμική ποίηση, με τη λιτότητα του λόγου να συναγωνίζεται την πρωτοτυπία και τη δραστικότητά του. Χαρακτηριστικό και συνεχώς επανερχόμενο θεματικό στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή είναι η φωτογραφία, ως υποστασιοποιημένη μορφή της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο ον και το μη ον, στη διάρκεια και στη φθορά… Ίσως τα ωραιότερα ποιήματα της ΔΗΜΟΥΛΑ είναι οι στοχασμοί της πάνω σε φωτογραφίες: «Σημείο διαχωριστικό δύο απεράντων είσαι. Δύο αντιμέτωπων πελάγων. Ο ουρανός κι η θάλασσα. Το πλάτος και των δύο αθροίζεται στο μέτωπό σου. Έχεις πλατύ μέτωπο, αντιμέτωπο στα όρια. Τα δεμένα πανιά της μορφής σου, η σκεπτική της πλώρη, δείχνουν πως περιμένεις τρικυμία των απεράντων… Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο, για να έχω σταθεί στην άκρη του κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας, θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι. Φαίνεται απ’ τη ζωή μου ζωή πέρασε κάποτε… (Μοντάζ, Φωτογραφία 1948)


Δεν υπάρχουν σχόλια: