Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

ΤΟ ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ: Η ΑΓΑΠΗ (του άκρου άωτου της ευαισθησίας; Πάλε η Αγάπη:

Βέβαια και η ατέρμονη προσδοκία, στη ζωή, της έρημης χαράς.Βάλε και τα μάτια, σωροί ματιώνε, άπειρα ζεύγη ματιών, με τη γοητεία τους το καθένα, το χρώμα τους, το βλέμμα τους, τη γλώσσα τους και το γλωσσάριο τους, το γέλιο τους, τα δάκρυα και τη θλίψη τους, τον έρωτά τους ή και την αδιαφορία τους ακόμη.
Μάτια ορθάνοιχτα, σφαλιχτά, μάτια που κρατούνε κρυφά, φανερά, μυστικά, μέσα στα ίδια μας τα μάτια, πάντα, πάντα.Μάτια γυναικών, πουλιών παιδιών, μάτια όπου δεν είδαμε, κι όπου μας είπανε πολλά γι’ αυτά.
Μάτια γλαρά, νυσταγμένα, μάτια γιομάτα πόθους: άσπρα σπινθηροβόλα, υπέρλαμπρα, ατέλειωτα πάνω στον στοργικό ατέλειωτο νυχτερινό μας ουρανό.
Κι όμως: φιλιά στα μάτια δεν είναι χωρισμός!..
Η ζωή, η γνώση, η γνώση της ζωής (των ματιών πάντα) να ’ναι τροφή ονείρου απαλού, ή μήπως παραλήρημα;
Λέω, για τις κληρομαντείες, υπόλογοι θα ’ναι οι υποφήται του Ναού της ζωής (της δόξας) των ματιών.[Η ΑΔΕΛΑΪΣ ΤΩΝ ΥΠΟΦΗΤΩΝ (η μεγάλη ιέρεια του φετιχισμού)  κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 με ένα πίνακα από τον ίδιον τον ποιητήν για τη συνέχεια]




Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ-ΣΙΔΕΡΗ-ΣΤΕΪΚΟΒΙΤΣ
ο Σιδερής –Ισίδωρος –Στέικοβιτς
ήταν «καβάσης» στο γονικό το σπίτι του πατέρα του
και παρέμεινε έτσι πιστός
κοντά του
σ’ όλη του τη ζωή
(μόνο που κάποτε –μα ελαφρότατα – κακοκαρδίζανε γι’ ασήμαντα μικρο-ζητήματα ηλικίας:
ποιος από τους δυο τους ήταν μεγαλύτερος)

ο Σιδερής «χαρβάτης» - κροάτης – την καταγωγή
βέρο Ρωμιό ελόγιαζε – και ήτανε – τον εαυτό του
σωρούς εφημερίδες δικές μας έφερνε
στο σπίτι κάποιος να τις διαβάσει
καθώς ο ίδιος
γρυ δεν σκάμπαζε από γράμματα

με τα δικά τους χιόνια τα χρόνια
τον αναγκάζανε τον Σιδερή
στο μουστάκι – μόνο – να περνάει κάθε τόσο μπογιατζάρα
-οι αγαθοί Πολ΄τες το λεν «πάει» στο Μπογιατζίκιοϊ» (= το Βαφεοχώριον)

κούτσαινε κιόλας από το δεξί του πόδι
καθώς επίστεψε στις επαγγελίες για δικαιοσύνη και λευτεριά
των Νέο-τούρκων
και νέος έλαβε μέρος
στα σχετικά ματοκυλίσματα

για να εξασφαλίσει τα προς τα ζην
έκανε όλες τις δουλειές
ντουβαρτζής ασπριτζής συγκολλητής
πολυτεχνάς εν ενί λόγω
πολλές φορές και θυρωρός σε πολυκατοικία

όμως τις Κυριακές με την καλή το φορεσιά εφάνταζε
έλαμπε
πατούσε δω βρισκόταν κει
περεχυμένος πατσουλιά
(λάτρης ως ήταν του ωραίου φύλλου)
με τ’ άλικο φεσάκι του
που το ’βγαζε
σαν έμπαινε στην εκκλησιά

έλεγε πως η βουργάρα η μάνα του ήτανε μάγισσα
κάτι που μου είναι φυσικά αδύνατο
εγώ να βεβαιώσω
ένα όμως μπορώ να πω
μετά μεγίστης πεποιθήσεως:
ο Σιδερής ο Στέικοβιτς ο ίδιος
ήτανε
μάγος από τους μεγάλους

τι παραμύθια ατέλειωτα τι ιστορίες
του Ναστραδίν Χότζα
και δεν ήξερε
άλλοτε πάλι με το στόμα έκαμε τις φανφάρες
τα εμβατήρια του τακτικού στρατού
με τους «παθητικούς «σκοπούς του
άλλοτε περιέγραφε γεγονότα καταπληκτικά
της… τρεχούμενης ζωής
με άρτια τεχνική commedia dell’ arte

αλλά προ πάντων ήτανε ζωγράφος από τους πιο δυνατούς

τι θαυμάσιες μορφές και σχέδια με το Φάμπερ Νο 2
βγαίναν απ’ τα χέρια του
-σάλιωνε με τη γλώσσα και τη μύτη του μολυβιού
για τους «πλέον μαύρους» τόνους του –
με λαμπερές λαδομπογιές  ζωγράφιζε στο σατέν άπειρης καλλονής
ευμορφάδας
λουλούδια
και γοργόνες
(αυτές δα ήτανε το μεράκι του)
και ρήμαζα – κρυφά – τα επισκεπτήρια των γονέων μου:
το χαρτί πάντα μας ερχόταν λιγοστό

παιδάκι οσάκις τύχαινε να με πηγαίνουνε στη Βασιλεύουσα
με τι λαχτάρα έτρεχα

να βρω τον Σιδερή
και να χαρώ
τα μαγικά του
τα υπέροχα χαρίσματα

γιατί ο σεμνός και πολλά θαυμαστός
αυτός Σιδερής
υπήρξε πράγματι ο μεγάλος Δάσκαλός μου
μαζί με τον Παρθένη και τον Κόντογλου
κι έπρεπε
ναν το πω

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ
σα βόγγαε η άγια αυτοκρατορία
από τα δεινά
όταν το έθνος λύγαε από
τις επιθέσεις των Βαρβάρων
κι η επικράτεια ολόκληρη γονάτιζε με τ’ αλλεπάλληλα
των εχθρών χτυπήματα
πάντα σ’ αυτόν προσφεύγαν
για ν’ απαλλάξει τη χώρα από τα βάσανα
απ’ αυτόν πάλι επροσδοκούσαν
την απολύτρωση
τη σωτηρία

κι έπειτα
έπειτα: πού τον ξέραν
πού τον είδανε;

έτσι
στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου του ’30
αναμεσίς
στους φιλόδοξους με τ’ ακαθόριστα σχέδια
τους άγρια λυσσαγμένους – παρ’ όλο το ισχότατο των εφοδίων τους –
για μιαν όσο μπορούσαν πλατύτερη επικράτηση
τους άγρυπνους – σαλιάρηδες – διακονιαρέους και κλέφτες  της δόξας
ξεκίνησε νεώτατος ο Βελισσάριος
παρέα με τον Ανδρέα τον Εμπειρίκο
να δημιουργήσει
και να ζήσει.

ΠΑΡΑΦΑΣΙΣ ή Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ
τι είναι στη ζωή που να μην είν’ αίνιγμα γρίφος;
μα κι η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα;

τι δυστυχία οι τεχνοκράτες
μέσα στην τύφλα απ’ ολούθε που τους περιζώνει
να παραμένουνε
στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους
ισχυργνώμονες
πεισματωμένοι
γινατζήδες

του ποιητή
πια μόνη – θεόθεν – σωτηρία λύσις
παρηγόρηση
μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές
ο εστί
μεθερμηνευόμενο
η κοιλάδα των ροδώνων

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..]

Δεν υπάρχουν σχόλια: