Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΔΕΙΣ ΕΔΩ


Μόνο άσφαλτο και σκόνη στις γωνιές των δρόμων εκεί που βόλους παίζουν τα παιδιά δίπλα σ’ ένα σταματημένο ταξί.
Κι ολούθε άνθρωποι – ζεστά τα βήματα μας σμίγουν καθώς την ίδια πατάμε πλάκα.
Πόρτες που ανοίγουνε και κλείνουνε.
Ξημέρωμα. Χιλιάδες πρόσωπα στο βάθος τα μικρά τετράγωνα παράθυρα πολλοί, οι γραφομηχανές, τ’ αργαλειά πλήκτρα, ιδρώτας ο επιστάτης ιδρώτας όλοι
Όταν νυχτώνει βγαίνουν οι γειτόνισσες έξω. Παλιές καρέκλες της κουζίνας ψάθα πέτρινη, πράσινη κίτρινη ξεφτισμένη.
«Άκου να δεις Μαρία, δε γίνεται»
Το πράγμα είναι απλό όσο κι αυτός ο ξεφλουδισμένος τοίχος.
Σκονίστηκαν οι πλάκες απ’ ασβέστες λερώθηκαν τα χέρια από σβησμένες κόκκινες μπογιές κάτω απ’ τις αφίσες και τους λεκέδες που άφησε η κόλλα…
«Κουράστηκες;»
Αδιόρατη ανάσα της πλατείας, τα παιδιά θα παίζουν πάντα.
Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ραδιόφωνα μια λακκούβα δάκρυα ένας σωρός σκουπίδια στη γωνιά.
«Αύριο δεν μπορώ. Μεθαύριο όταν σκολάσεις»
(επιλογές στίχων  από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου LARGO, Αθήνα 1951]



«ΑΥΡΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ. ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΟΤΑΝ ΣΚΟΛΑΣΕΙΣ» (επιλογές από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Largo 1951):

-II-
Τραντάζονται τα τζάμια απ’ τα ηλεκτρικά τρυπάνια
αυτοκίνητα , σκαμμένη άσφαλτος
περαστικοί που χάνονται
κάποιος που κρατάει ένα πακέτο
τριγύρω του άλλοι τρεις
πιο πέρα δυο γυναίκες
η είσοδος ενός φτηνού φωτογραφείου
τεράστιοι τίτλοι για τη νίκη στο ποδόσφαιρο.
Περπατάμε όλοι για κάπου
κόσμος
εμείς.

Αμερικάνικα είδη, ουρά για γραμματόσημα
ουρά μπροστά στην πολυκλινική
ψηλά στις σκαλωσιές σφυροκοπάμε οι οικοδόμοι
αθόρυβες μανταρίστριες καλτσών
μηχανουργεία, βαρέλια με πετρέλαιο
σιγαλό γρατσούνισμα της πένας.
«Δυο γκαζόζες»
Αραδιασμένα τα παπούτσια, γραμμή, φρεσκοβαμμένα
τηλέφωνα άνω των δύο λεπτών λογίζονται εις διπλούν.

«Φεύγω την Πέμπτη
ένα ταξίδι στην Ευρώπη
δεν κοστίζει πια ακριβά.
Φοιτητικά εισιτήρια… φεστιβάλ…»
Στη στάση του τραμ κόσμος.
Σμίγουν τα βήματα
στην ίδια ζεστή πλάκα
το ίδιο βρώμικο ρείθρο.

-IIΙ-
Ο κάθε δρόμος δικός μας
κι ως την άκρη αραδιασμένα σπίτια.
Ένα τραπέζι, λίγες καρέκλες, ένα καναπές
μια φρουτιέρα με τα γράμματα μέσα.
«Καλησπέρα»
Ένας αναστεναγμός 7-8
ύστερα τα δέκατα πέφτουν.
Χέρια κουρασμένα από τη δουλειά
σπασμένο το βάψιμο των νυχιών
κοκκινάδι μισοσβησμένο.
«Η βραδινή τελειώνει δωδεκάμισι».
Πιο πέρα πέτρες, υλικά κατεδαφίσεων
ένας νυσταγμένος μανάβης
ασετυλίνη.

Ήρθε κι ο Νίκος με το τζιπ
στο ζαχαροπλαστείο της  λεωφόρου.
Η παρέα φόρεσε τα καινούργια της κουστούμια.
«Σκέψου, το παιδί θέλει εξοχή».
Έπειτα έκλεισαν
το μπακάλικο, το γαλατάδικο,
το μαγέρικο.
Μια ματιά στις φωτογραφίες
του γωνιακού κινηματογράφου
κι ύστερα τι θα φάμε αύριο
πότε περνάει ο δοσατζής
το τελευταίο τσιγάρο στο πακέτο.

Μα ζύγισε η νύχτα
σβήσανε τα φεγγάρια κι οι φωτεινές επιγραφές
Στοιβαγμένα τσίγκινα τραπέζια
κλεισμένα τάβλια.
Καφενείον.
Άδειοι δρόμοι
άδεια λεωφορεία σ’ ατέλειωτη σειρά.
Μας ζύγωσε η νύχτα.
Στη θέση του οδηγού
ένα ξεχασμένο σακάκι.
Ησυχία.
Και με τ’ αντίστροφο σκουπίζοντας το μέτωπο
ιδρώς, ρυτίδες, κούραση.
Κι ένα μεγάλο αστέρι κόκκινο –
μαχαίρι η οργή σφιχτά μες την παλάμη.

-IV-
Δεν σταματάνε ποτέ οι μηχανές
οι βάρδιες εναλλάσσονται ολοένα
τα πλοία στο λιμάνι πάνε κι έρχονται
σωροί το κάρβουνο.
Σαν πάρει να δροσίσει
πάλι οι γριές κάθονται μπροστά στις πόρτες.
Κοιμήθηκε το εγγονάκι
πλύθηκαν τα πιάτα
έτοιμο και το δέμα για το Γιώργη.

Απόκαμαν οι δρόμοι από τα ασταμάτητα βήματα.
Μια γερασμένη πρωινή εφημερίδα
ανασηκώνεται από το αγέρι.
«Κρυώνεις;»
Κάτω απ’ τις σιδερένιες γέφυρες
ξεψυχάνε τ’ αργοπορημένα τρένα.
Κανόνια και σφαίρες.
Ο εχθρός απειλεί το έθνος.
Και το νοίκι;
Χρωστάμε το νοίκι και το ηλεκτρικό.

Ανάμεσα στις βαθουλωμένες πλάκες
ένα ρυάκι μπουγαδόνερα.
Δεν έχει πια παρόδους να στρίψεις, να γλιτώσεις
παντού σκοτάδι καραδοκεί να βυθιστείς.
Έτσι μοιράστηκε η τελευταία προκήρυξη.
Μπλεγμένα κορμιά είμαστε
κι όλοι κρατάμε ένα μαχαίρι την οργή μας
κι όλοι χαράξαμε στο μπράτσο
το αστέρι αυτό το κόκκινο.

-V-
Κέντρα διασκεδάσεως
μεγάφωνα, ορχήστρες
κοιτάνε οι φαντάροι από μακριά.
Βόλτα της Κυριακής.
Ένας τους έχει βαθιά μέσα στην τσέπη
μαζί με τις αναμνηστικές φωτογραφίες
στίχους του Μαγιακόφσκι.
Πηγαινοέρχονται οι κοπέλες
πιασμένες μπράτσο-μπράτσο.
Σιωπηλός ο στραγαλατζής
η ζυγαριά καλογυαλισμένη.
Σιωπηλά τα δένδρα του πάρκου
δίχως τη σκεφτική συντροφιά
δύο τέως ερωτευμένων.
Απέναντι χορεύουν.

«Έλα, μες στο στενό κανείς δε θα μας δει»
Πράσινη κίτρινη ξεφτισμένη ψάθα
πράσινα κίτρινα κόκκινα φώτα
απέναντι χορεύουν.
«Οκτώ χιλιάδες μεροκάματο».
Μισοτελειωμένη πολυκατοικία
σκελετός από μπετό κι ατσάλι
μυρωδιά φρέσκια του γιαπιού.
Πράσινα κίτρινα κόκκινα φώτα.

Έξω απ’ τα νοσοκομεία
σειρά τ’ ασθενοφόρα
Έξω απ’ τις φυλακές
σειρά οι κλούβες.
Έξω απ’ τους στρατώνες
σειρά τα καμιόνια.
Τα νερά περάσανε την ίσαλο γραμμή
της καρδιάς μας.


-VΙ-
Σύννεφο καλό μου σύννεφο
σύννεφο θαμπό του βραδινού ουρανού
έλα κάτω να μιλήσουμε σα φίλοι
μαζί να διασχίσουμε την πόλη.
Δε θα χάσουμε το δρόμο.
Θα μας οδηγούν οι φωνές
από μια παλιά διαδήλωση
η μνήμη των σκοτωμένων μας συντρόφων
η ανάσα των εργαζομένων.

Είναι με το μέρος μας
οι έρημες αντλίες της μπενζίνας
τα μοτέρ που ασίγαστα δουλεύουν
τα δίχως αστυφύλακες της τροχαίας
σταυροδρόμια.
Είναι δικές μας οι κλειστές πόρτες των σπιτιών
οι φρεσκοποτισμένες γλάστρες
δικό μας και το νερό που στάζει από τα μπαλκόνια.
Ακούς τα πέταλα στην άσφαλτο;
Ίσως αυτή η βιαστική σούστα
να μεταφέρει κάποιο μήνυμα.
Και δίπλα μας οι άνθρωποι
που όλο ματώνουνε
κι όλο για νέο πάλεμα κινούν.

Καλό μου σύννεφο
φέρε μια φούχτα ύπνο
να τη σκορπίσεις καθώς θα σεργιανάμε
σ’ όλους που άγρυπνοι μένουν απ’ τις έγνοιες
σ’ όλους που βγάζουν τα παπούτσια μ’ άλυτα κορδόνια
κόκκινα και σφιγμένα πόδια, ορθοστασία,
σ’ όλους που πέφτουν στο κρεβάτι με νεκρές τις κλειδώσεις
με μηχανόλαδα στα νύχια
με χέρια λερωμένα από μπογιές κι από μελάνι.
Μια φούχτα ύπνο
στα νοτισμένα σεντόνια στα υγρά κορμιά

για όλους.


-VΙΙ-
Γέμισαν σκόνη τα παπούτσια μου
βακέτα και λάστιχο αυτοκινήτου.
Απόκαμα.
«Πρόσεχε μη μας δούνε
το φαρμακείο δίπλα διανυχτερεύει».
Ανεβαίνουμε μαζί στη ζεστή κάμαρα
δυο φέτες ψωμί
αυγό στο σαγανάκι
και χθεσινά μακαρόνια.
Ψίχουλα στο πάτωμα
μια μπατανία στο ταρατσάκι.

«Τότε κι εγώ
τη μαγκώνω και τη φιλάω».
Ένα τσαμπί σταφύλι
στο πήλινο πιάτο
σφουγγαρισμένο πλακόστρωτο.
«Τότε μου δίνει το μπιστόλι…»
Σιγά.
«Λοιπόν, άυριο…»
Σιγά,

Δροσερό
σφουγγαρισμένο πλακόστρωτο
ασβεστωμένοι τοίχοι.
Κι αύριο ξέρω τι θα κάνεις.
Δωσ’ μου το χέρι σου
με το δικό μου να το σφίξω.
Κοιμάσαι;
Ανεβοκατεβαίνει το στήθος
ν’ ακουμπήσω το μάγουλο στις πλάκες
τ’ αυτί μου στην καρδιά σου.
Χτυπάει.
Τώρα θα σου πω ένα μυστικό:
έτσι χτυπάει και η δικιά μου.

-VΙΙΙ-
Περπατάμε
χιλιάδες μαζί
βγαίνουμε απ’ τα εργοστάσια και τα γραφεία
τα μαγαζιά
βγαίνουμε απ’ τους κινηματογράφους
τα γήπεδα του ποδοσφαίρου
τις συναυλίες
τα σχολεία, τους στρατώνες.
Περπατάμε.
Πολλοί μαζί
μπουλούκια, παρέες κουβεντιάζουμε.

Ανάμεσα στο πλήθος
ξεχωρίζουμε οι φίλοι κι οι εχθροί
ξεχωρίζω τους συντρόφους μου κι εκείνοι εμένα.
Προχωρώ με τους φίλους μου
νιώθω τυλιγμένος ανθρώπινα κορμιά
νιώθω το κορμί μου να τυλίγει ανθρώπους
φωνές μπλέκονται στα μαλλιά μου
οι ανάσες ζεσταίνουν το βλέμμα μου.

Ανεβαίνω δυο σκαλιά να δω.
Όσο φτάνει η ματιά μου άνθρωποι.
«Στάσου, εσύ κι εγώ είμαστε φίλοι
κι εσύ, κι εσύ.
Πάμε».
Χτυπάνε στα παγούρια οι ξιφολόγχες
το χαλάζι στα πρόσωπα
λίγες ελιές στο γυλιό.

«Οι βραδυπορούντες να επιταχύνουν»

-ΙΧ-
Πολυθρόνες, παγωτά
αξιοπρεπή γκαρσόνια
«Αρραβωνιάστηκαν σου λέω».
Τεζαριστά φουστάνια, χαμηλά φώτα
η τραγουδίστρια της μόδας.
«Πρώτα σε δικηγορικό γραφείο για την άδεια
κι έπειτα στο εξωτερικό για σπουδές».
«Εγώ σε πέντε χρόνια παίρνω  προαγωγή
κι σ’ άλλα πέντε άλλη».

Τεζαριστά φουστάνια μνηστείες
προβιβασμοί
έπειτα σπίτι δίχως ενοικιοστάσιο
το βράδυ συζητήσεις για τον Έλιοτ και το σοσιαλισμό
και σε πέντε χρόνια…
Σε πέντε χρόνια;
Απόψε είχαν μια είδηση τα φύλλα:
Η απεργία ουδέν σημείον κάμψεως
παρουσιάζει…

Δυο δίχτυα ψώνια
ασήκωτα στα χέρια σου
γυναίκα εσύ του μόχθου
μάνα ή αγαπητικιά.
Κουρασμένο το κεφάλι
ακουμπάει στο σίδερο του τραμ
κουρασμένο και το χέρι του εισπράκτορα.
Σιδερένιο κουτί όλο ανθρώπινες ιστορίες
που ταξιδεύουμε όλοι μαζί.

-Χ-
Ταξιδεύουμε όλοι μαζί.
Καράβι κατασκευής 1909.
Πάνω ο ουρανός ο ίδιος
κι ίδια τα κύματα με τις φωνές
να μας τυλίγουν.
Καίνε οι λαμαρίνες
σκουριασμένες από την αρμύρα
της θάλασσας και των δακρύων.

Ταξιδεύουμε όλοι
κλεισμένοι στο αμπάρι.
Απ’ την ανεμοδόχη μπαίνει λίγος αέρας
και μερικά αστέρια.
Τα ίδια που φαίνονται απ’ το ραγισμένο τζάμι
του Μιχάλη Άλμπα, μεταλλωρύχου της Αστουρίας,
από μια τρυπημένη σκηνή του Άη-Στράτη.

Κλεισμένοι στο αμπάρι ταξιδεύουμε.
Κι αν είναι καυτές οι λαμαρίνες
κι αν η ανεμοδόχη είναι στενή
εμείς κοιτάμε το ίδιο κόκκινο αστέρι
τα ίδια θαλασσινά τραγούδια ακούμε.
Κι οι φούρνοι πύρωσαν.
Άγονη γραμμή
καράβι κατασκευής Γλασκώβης 1909.

Οι φούρνοι πύρωσαν.

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]


Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ…


… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ’ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει παρήγορα πάνω στο δέρμα σου –
είχες ένα δέρμα μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι δεν σ’ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία που τίποτε δεν θα μπορέσει πια να τις χωρίσει
[από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ 1954 ]



ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ
Τούτη η γωνιά της γης, υγρή από οργή κι από αγωνία,
εξόριστη στο μέλλον, αγρυπνάει χωρίς σφυγμό,
όμως συχνά μες απ’ τα τρύπια μας κρανία
περνάει και φέγγει τ’ όνειρο του κόσμου αστραφτερό
και νέα μας φέρνουν για της Γης τον πυρετό
αυτοί, που αδιάκοπα του θάβουν σε μας πλάι,
ζεστούς ακόμα, τυλιγμένους μες στον κεραυνό,
μ’ όλο που η γη πλατιά είναι κι όλους μας χωράει.

Εδώ η βροχή κι ο άνεμος δεν είναι απελπισία·
η λάσπη των ματιών μας σκάει το χώμα με θυμό
κι αν οι αποπάνω μας έπαθαν αμνησία,
μεστές από αίμα οι τύψεις καρτερούν το θερισμό.
Αδέλφια απ’ το Νταχάου με τον ύπνο το σκληρό,
ακούτε που ο λεκές αυτός της γης παραμιλάει
στα ερείπια των ήλιων με παράφορο σκοπό:
Η γη πλατιά, πλατιά είναι κι όλους μας χωράει.

Κι ως μας χωρίζει μοναχά μιας σπιθαμής πικρία
τον έναν απ’ τον άλλον για της νιότης το χαμό,
σκάβοντας, απ’ τα χέρια θα πιαστούμε και τα κρύα
τα σκέλεθρά μας θα σκωθούν σαν κόσκινο λαμπρό,
να κοσκινίσουμε της γης τη μνήμη απ’ το σανό
του μίσους  - Κι έτσι η Ελευθερία θα μας σχωράει
με άρτο απ’ τη ματωμένη στάχτη μας φτωχό
σ’ αυτή τη γη πλατιά έτσι που ’ναι κι όλους μας χωράει.

Τούτη η γωνιά της γης αστράφτει ελπίδα και λυγμό
κι εμπροσθοφυλακή ενός κόσμου προχωράει.
Εμπρός! η ζωή ζητάει τον υψωμό.
Η Γη πλατιά, πλατιά είναι κι όλους μας χωράει.

ΓΑΛΑΖΙΑ ΚΟΚΑΛΑ
Ήμασταν τόσο νέοι και τόσο σύντομοι… Περάσαμε
σαν σύννεφα που μοσχοβόλησαν το χώμα,
ο θόρυβος μας θόρυβος ματιών που ανοίγουν στο σκοτάδι
ήμασταν τόσο νέοι και τόσο σύντομοι.

Γυναίκες δεν γνωρίσαμε πολύ.
Η σάρκα μας υπάκουε σ’ άγνωστα ρίγη.
Αλλάξαμε μια ολόκληρη ζωή
με μια γουλιά λεύτερο άνεμο.

Δεν νιώσαμε άλλη ζεστασιά απ’ τον πυρετό,
ο ύπνος μας κουνιότανε σα θάλασσα,
ο θόρυβός μας θόρυβος ματιών που ανοίγουν στο σκοτάδι
ήμασταν τόσο νέοι και τόσο σύντομοι.

Τώρα βρισκόμαστε εδώ. Ένας σωρός
σπασμένα γαλάζια κόκαλα.
Ο άνεμος περνώντας κάτω από στοές ακοίμητες
σφυρίζει ένδοξους σκοπούς. Πολλοί
μας ονομάζουνε: «φλογέρες του ήλιου¨.
Μα όταν περνούν οι νέες κοπέλες
με τις πεδιάδες των σταχυών στους ώμους τους ν’ αστράφοτυν, ψιθυρίζουν:
-Πώς μπόρεσα, αλήθεια, να πεθάνουν τέτοιοι άνθρωποι;

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΞΟΡΙΣΤΩΝ
Να, πάλι ο ήλιος αντηχεί
με τις χιλιάδες πλήκτρα του στα ράμφη των πουλιών,
να, πάλι ο ήλιος αντηχεί – ο ήλιος που σας αρνήθηκε,
ο ήλιος που δεν χαμήλωσε τα μάτια όταν περνούσατε
μέσα στις μπλούζες της ομίχλης τυλιγμένοι
σηκώνοντας τους σκελετούς των παιδικών ονείρων μας.

Η θάλασσα ξυπνάει, ανοίγουν τα μάτια των κυμάτων
μες στο γαλάζιο άνεμο,
η θάλασσα ξυπνάει – όμως εσάς τα μάτια σας,
ποιος τα κρατάει τα μάτια σας
για να βυθομετράει ποια πέλαγα, ποια φοβερή πληγή,
να λογαριάζει την άμμο των τάφων που μαστιγώνει τη γη
παγώνοντας τ’ αστραφτερά ηφαίστεια των ανθών;

Νησιά που μες το χάρτη δεν θα βρεις, νησιά βρέφη της τρικυμίας
βύζαξαν τόσο αίμα, τόσον πόνο…
Νησιά που μες το χάρτη δεν θα βρεις – Μα εσύ ναύτη
όταν ζυγώνεις στους στιφούς κάβους της αρετής,
εκεί που τα νερά είναι δύσκολα, χαμήλωσε το βλέμμα
κι όρθωσε τα κουπιά, να χαιρετήσεις
αυτούς που δεν κουράστηκε ποτέ το μεγαλείο τους,

Μ’ αγριολούλουδα χεριών ανάβει η παραλία,
ζεστή παλίρροια της καρδιάς, παλίρροια της ζωής,
μ’ αγριολούλουδα χεριών – Όμως εσάς τα χέρια σας,
τα χέρια που είναι τα χέρια σας,
χρόνια τώρα παλεύοντας ανάμεσα στα δόντια της κακίας
χρόνια τώρα χωρίς το τρυφερό φως της γυναίκας στα δάχτυλα
σφίγγοντας άγρυπνα τα ηνία των κεραυνών;

Μια δυνατή αίσθηση ταράζει τον αέρα.
Χτυπούν φτερά καλοκαιριών αναστημένων
μια δυνατή αίσθηση – Όμως εσείς αισθάνεστε;
στ’ αλήθεια πέστε μας αισθάνεστε;
μ’ αυτά τα μάτια που σας ράγισαν
μ’ αυτό το δέρμα που σας έξυσαν
με τα σπασμένα κόκαλά σας
τραβέρσες στις γραμμές τόσων παραλλήλων;

Κι εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε,
εμάς που δεν τολμήσαμε
τίποτα πέρα από μια τύψη
τίποτα πέρα από ένα πόνο,
εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε, άραγε θα καταδεχθείτε
να μας αγαπήσετε, θα καταδεχθείτε;

-… κι αυτοί βουβοί και σοβαροί ξεμπάρκαιρναν από τα σκούρα πλοία τους
κρυφοδαγκώνοντας με οργή τα ξεσκισμένα χείλια τους που έτρεμαν.
Ξέραν αυτοί τι θρίαμβο κλείναν στην καρδιά,
τι ίλιγγο αγάπης.

ΣΤΑΖΕΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ
Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
-φλόκοι του ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχείλισαν
τα μάτια σου – και πού είναι; -
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογγάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών  σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογγάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ’ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ’βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογγάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός του πόνου μου γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζουν και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
-Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

-Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ’σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν τα μάτια μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα μου και την τιμή μου.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.


Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

ΤΙ ΕΙΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΓΑ ΧΡΕΟΣ


Από μια φυλή που χάθηκε είμαστε, βάρβαρες εισβολές μας σκόρπισαν,
αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς, λιγοστούς πάντα παράμερα,
με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,
κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες,
ένα φλάουτο ακουγόταν στη στοά που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι,
ενώ οι τυφλοί πήγαιναν τώρα βιαστικοί ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω το πέρασμά μας.
Τι είναι λοιπόν τα παιδικά χρόνια μπροστά σ’ αυτό το μέγα χρέος
να υπάρχεις, και να μας τώρα πάλι στον ανοιχτό αέρα με μόνο άλιωτο χέρι της προμάμης μες στο σάκο,
και στο χώμα πλαγιασμένος ο ίσκιος του βραδιού,
ενώ ο τροχός του αγγειοπλάστη φιλονικούσε χαμηλόφωνα με κάποιον που δεν τον βλέπαμε,
και το λυχνάρι που βάλαμε πάνω στη στέγη,
έφεγγε τώρα στη λεχώνα να ξαναβρεί το σπίτι.
[αποσπάσματα από τη συλλογή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974 ]



ΚΙ ΗΤΑΝ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΛΙΠΟΨΥΧΟΥΣΑΜΕ,
καθώς πέρα στο μεγάλο δρόμο φαινόταν κάποιοι να ’ρχονται, τι καινούρια πράγματα μας φέρνουν, λέγαμε,
αφήστε μας στην τύχη μας, τι τους θέλουμε τους άθλους, πανάρχαια νικημένοι, από τότε που βασίλεψε ο ήλιος
χωρίς να μας ρωτήσουν. Έτσι για να τραφούμε μας φτάνει ένα καθάριο μέτωπο,
κι είμαστε λιγομίλητοι ως το βράδυ.

ΑΙΩΝΙΑ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΙ, ΔΙΩΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ,
και μόνο το τραγούδι μας, καμιά φορά, θλιμμένο
μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμ, σε θρύλους, όπως σε σιωπηλή γυναίκα,
γέρναμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν’
Κι αλήθεια, κατά πόυ πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο καθένας μας θ’ ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,
αργά τη νύχτα.

ΩΣΤΟΣΟ, Η ΕΙΔΗΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΕΦΤΑΣΕ,
και θα μπορούσε, ίσως, ν’ αλλάξει τη ζωή μας, αν δεν ήταν σε μια γλώσσα άγνωστη, που κάποιοι που την ήξεραν είχαν πεθάνει, όλοι νέοι, όμως ο κόσμος συγκινήθηκε, αφού στο τέλος ήταν η πατρότητα κι αυτή, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο άνθρωπος που έψαχνε ανάμεσα στα παλιά πεταμένα πράγματα, έξω από την πόλη, γύρισε και με κοίταξε, κι όσο κι αν ήμουν δύσπιστος, δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ το θησαυρό, γιατί το μήνα Νοέμβριο οι νύχτες έχουν ολότελα μεγαλώσει, κι οι καυτές πατάτες που συναλλάξαμε από χέρι σε χέρι άχνιζαν μέσα στο βράδυ, όπως αυτός που προσεύχεται.

ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΞΕΧΕΙΛΙΖΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΟΧΗ,
και δεν έχουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε τότε στον κόσμο, όπως την πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα εγκατάλειψη, μας κλείνει μες το μυστικό, ώσπου το βράδυ μια άρπα ακούγεται σ’ ένα σπίτι ακατοίκητο. Είναι η ώρα του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό.

ΤΙ ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ,
αφού το όνειρο εκεί πηγαίνει, κι όταν πεθάνουμε, είμαστε πιο μπροστά από χθες, νεκροί στο μέγα αύριο, έτσι κι όταν οι μητέρες, στη μνηστεία ακόμα, κοίταζαν έκθαμβες στο δάχτυλο τον αρραβώνα, εμείς ερχόμαστε κιόλας δακρυσμένοι προς το χρόνο.

ΚΙ ΕΠΡΕΠΕ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΤΟ ΚΡΥΒΟΥΜΕ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ,
αφού το κάθε τι έχει μπει εκεί για παραπλάνηση,
κι ο ίδιος εσύ – κι ίσως μ’ αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ, μ’ αυτό ξοφλάμε
παλιά χρέη. Μόνο το βράδυ οι γυναίκες έραβαν,
μα είναι τόσο λίγη η ζωή, που η βελόνα τους περνούσε απαλά το ρούχο
κι έβγαινε έξω απ’ τον κόσμο.

ΤΩΡΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ, ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΕΜΑΤΑ ΡΗΓΜΑΤΑ, ΟΠΟΥ ΧΩΡΟΥΣΑΝ
λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο
και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,
μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι μαζεύουνε το χέρι τους,
σαν να ’ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

ΦΥΣΙΚΑ, ΚΑΜΙΑ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ Ή ΑΛΛΟ ΣΗΜΑΔΙ,
που να μας πείθει ότι είναι αυτός, μονάχα εκείνη η οικειότητα με πράγματα απαγορευμένα (γιατί είχε πάντοτε πλανηθεί), και το ρούχο του, απ’ τα παλαιοπωλεία, σχεδόν μόνο για τις σκιές, κι ας μη μιλάμε για εγκαρτέρηση με φωνή δυνατή, αφού πίσω απ’ τη γύψινη μάσκα μπορεί να στέκει ακόμα ο τρομαγμένος, κι η εγκατάλειψη γίνεται κι εκείνη στο τέλος ένα πρόσωπο υπαρκτό
όμως εγώ που έβλεπα το προβλεπτικό χέρι να μας κρατάει μακριά, έτσι που να λες: εγώ πήγα, ενώ είχε βαδίσει μόνον εκείνος που ποτέ δεν θα γνωρίσουμε, κάθισα στο τελευταίο σκαλοπάτι, πιάνοντας όσο γίνεται λιγότερη θέση, αλλά με παρρησία, αφού κι ο Θεός έπρεπε να ξαναρχίσει ταπεινά, σε μια μικρή πόλη, και, σχεδόν, θνητός τώρα δε θα τελείωνε στους αιώνες.

Κάτω απ’ τον μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες το μυστικό και μδεν ξεδιψάμε, γιατί η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το φθινόπωρο, και μόνο όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι. Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορισμένο   [αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου   Λειβαδίτη ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974]