Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

ΓΗΡΑΣΚΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΚΛΙΜΑΚΑ ΜΕ ΛΥΣΣΑ ΞΕΣΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΚΟΥΤΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗΣ


Ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας – κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.
Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου, δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρυσι στην Ταγκανίκα κι όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία, είναι η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.
Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο έως εμένα μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη, κάθε αντίλαλος και μυστικισμός, κάθε γυναίκα και βασιλεία κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο. Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους τιποτένια διάτορα καθόλου πρακτικά κι ασυλλόγστα τρομερό κι απέριττο μεγαλείο
[ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]



ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ (από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Σκοντάφτοντας ενυπάρχουμε στην άπεφθη κίνηση
και κάπου εκεί για λίγο ευαγγέλιο
θαμποχαράζει ο καταγάλανος Τειρεσίας
γυναικωτός αόμματος ιερομάντης μαστοφόρος
με νότες από ηχολαλία στα μάγουλά του
τυρβάζει σ’ ένα χιλιόγραμμο ανάγλυφα συγκροτημένο
σέρνει τα δάχτυλά του στο χαρτί και ψέλνει
κανένας μουσικός δεν του συμπαραστάθηκε στα μάτια του
τον Οιδίποδα τον αγκάλιασε μια μέρα καιόμενος
εκείνος τα ’χασε τυφλός επίσης κι απροσπέλαστος
τυρβάζει πάντα τυχερός ο Τειρεσίας
εκτιμημένος απ’ τους έντρομους θιάσους ωσάν έρημος ρόλος
απώλεια όντας με σάρκα γιομάτη φλογίτσες ακατόρθωτες
το μίασμα του έρωτα της μάνας
απολαμβάνοντας τόσους αιώνες πιο πριν απ’ τους ψυχιάτρους
τα σπιτικά της ανάσκελης Θήβας τρομοκρατώντας
δολιχοδρόμος που έπαιζε κρυφτούλι με τον Απόλλωνα
πότε-πότε έπαιζε και κουτσό και ντρίλια.
Δεν είχε στην ψυχή του πλάνημα σαλέματα στα φρένα
πλάνης με ράκη από φως υμνούσε το περήφανο σκοτάδι
βροτός που δεν τον χάρηκαν τον κοκκαλιάρη τα σκουλήκια
μ’ ένα παλιόραβδο στα χέρια του φαγκότο
σαρίδια δεν τα συλλογίστηκε (του Δαμοκλή την αιτιοκρατία)
ο ίδιος είχε μελανιάσει από έλλειψη διαιρέτη
τσακώθηκε πολλές φορές με την ευκλείδεια γεωμετρία
-το πιστεύετε;-

ω τλάμον ω τλάμον
ιώ των θνητών γενεές
όπου εγώ με τηλεοπτικό nihil
εσάς εξισώνω.

υποθέτω πως είμαι ο πιστότερος των ανωτέρων μαθηματικών είλωτας

ΦΩΝΑΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ
Αυτός ο αγέρωχος Αύγουστος…
Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση
ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας
προβοσκίδα η υπνώττουσα σκιά μεσ’ στο χορτάρι
τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες που δεν είδαμε
διάττοντες πότε-πότε χαλαλίζουν το φως από πλήξη
κανένα σχίσμα δεν υπήρξε τρομερότερο –
είναι ο άνθρωπος και η φύση.
Ας αυτοσχεδιάσουμε ας πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!..

ΤΥΜΒΟΣ  (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Εκείθε πέρα στην άξεστη γενέτειρα
στ’ ανοιξιάτικα ξέφωτα της ηρεμίας
δεν την αντέχεις εύκολα την άνθηση
της Ήρας οπού δεν κρατιέται τη νυμφομανία –
πας να πεθάνεις από το άρωμα των πορτοκαλιώνε.
Εκείθε πέρα θυμόμουνα μια μέρα περιδιαβάζοντας
ωσάν άρρωστος απ’ αρίφνητην ύπαρξη
τα φιλιά της αβύσσου μη χορταίνοντας: τις πνοές με τα μύρα,
θυμόμουνα την παλιά συγχωριανή μου την Τελέσιλλα
όπου σκάμπαζε η θεότρελη να συναλλάζει
τη λαμπράδα του στίχου με μιαν άτρομη σπάθα
τέτοια βαθιά κι ακόρεστη γυναίκα μες στο ένδοξο Άργος
τηνέ θυμόμουνα θρυμματίζοντας το ρόδι της ομιλίας
κι έλεγα μέσα μου πόσος έρωτας άραγε ναν της έλειψε
μη γνωρίζοντας τους πλημμυριστούς
μ’ ένα αήττητο πράσινο πορτοκαλιώνες…
Κι ωστόσο τίποτα κανείς δεν χάνει (το πιο σπουδαίο).
Τ’ ανθρώπινα είν’ ανέκαθεν πλήρη.
Στην Ελευσίνα σήμερα οργιάζουν από λάμψεις
τα βιομηχανικά μυστήρια.
Βακχεύει η πολιτική και λάμπει η σελήνη.
Πεθαίνουμε γεννιόμαστε μπαινοβγαίνουμε στο Κοσμικό Κλάμα.
Γι’ αυτό κι εγώ μ’ ένα τσεκούρι τα ’χω ρημάξει τα νοήματα
κρεουργημένα κι άταφα τ’ αφήνω μες στα έρημα δάση.
Σταφύλι λέω ναν την κάνω την πραγματικότητα –
έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο, ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην ανεξέλικτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της
και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα.
Η οπλή του Κένταυρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.
Είναι ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου·
είναι ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις.
Το φως είναι μόνο εικόνισμα
η τραχηλιά της νύχτας :το φεγγάρι
Πάρε χαμό στα χέρια σου και πλάσε
τη ζωή που σε θάνατο δεν πλαγιάζει
Της σιγής το μονοπάτι μοιάζει να ’ναι ο φαλλός του Βούδα.
Στον κόσμο που βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη.

Η ΚΟΥΦΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ
Τι ημέρες κι εκείνες της αγάπης…
Κάθε σου τηλεφώνημα γλυκόλαλο
τι ομορφιά μεγάλη ο χρόνος περιμένοντας
να κουδουνίσει ξαφνικά η συσκευή
να πλημμυρίσει η μαυρίλα της απ’ τη φωνή σου
στα ευρύχωρα δευτερόλεπτα στο δικό σου βραδάκι.
Μα είναι ο χαλασμός ανείπωτος ήρθε το τέλος
γυρίζουμε στην κλειστή μοναξιά του ο καθένας
τα φουστάνια σου θ’ αγγίξουν το πολύ μέχρι αύριο
άλληνε σάρκα.

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΜΟΥ
Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η μετάληψη στοιχίζει
πεθαίνω κάθε μέρα από ζωή κι όχι από θνητότητα
η πλάση με κατακορόιδεψε στιγμα χυτής παλινωδίας
κι εγώ οικτίρω ο δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια
/ τραγούδι τους τα σπλάχνα μου θρήνος εσώτερα
στην ωμοπλάτη /
Κακόφωνος ο άνεμος απ’ τα πιο πέρα κορφοβούνια που καίνε
η ώρα του άρτου τιμημένη ανάλωση σε γλώσσα υλική
φεύγουμε κάποτε προς την Άνω Ασία για ξεκοκάλισμα αλήθειας
δεν καταγόμαστε από καμιάν εξομοίωση δεν επιπλώνουμε
οι φιλόσοφοί σας το φώναξα είναι αγριόσκυλα – απάνω τους,
τα οστά τους εγώ θα τα κάνω καυσόξυλα για το χειμώνα
θα πέσει τεράστιο γέλιο που ν’ ακούσει κι η Ανταρκτίδα.
Πιάσε το ξυράφι και κόψε το λαιμό στα γρήγορα του Έγελου
δεν υποφέρεται μα το Χριστό η λογική του φαντασίωση
δεν ξέρει από δυστυχία ο έρημος είναι τρομερά κακομούτσουνος
παίζει αρνούμενος το παιχνίδι κι όταν το παιχνίδι ανυψώνεται
βαθιά μες τη συνείδηση, δεν παίζει τότε
Τι γλυκιά Φυσική που μας έρχεται από την άχρονη ωριμότητα
ολόιδια με κόλαση χρωματιστών διαστάσεων…
Ένα παλτό γυρεύω που να μη λέγεται όμως επενδύτης.

BASSO CONTINUO (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Το γιασεμί ωραίζει τα οπτικά μυρωδικά μας
αποστρέφεται στ’ αλήθεια το δημοτικό τραγούδι
μαρτυρεί αφόρητα την αυτοκτονία του Άγιου Δημητράκη
που έπεσε απ’ το αδιάβροχο ύψος μ’ ένα βιβλίο μυστήριο
στον ορφανό του κήπο κυριακάτικα
είναι ερωτευμένη η ρίζα του άνθους με τα απογεύματα
η ανάπνια του ντάρμα συσσωρεύεται στον τενόρο της αεράκη
κάπως έτσι τρελάθηκα και εγώ διαστέλλοντας εφύπνια
γαντζωμένος απ’ την απρόσιτη μετοχή θεασάμενοι
δεν είναι όμως δυνατό να συνθλιβόμαστε εμείς οι ανελέητοι
ανάμεσα σε απόλυτη και σχετική υπερξαία
οσφράδιον που δεν αποτείνεται στη βαθμολογία η σολωμική ποίηση
μα οι φονιάδες έραναν τις εβδομάδες άφρονες όσο δε γίνεται άλλο
θυμόμαστε το Τρεις Χιλιάδες εξαποστειλάρια ή και ιδιώνυμα
καταστρέφουμε τα πολυμήχανα γεγονότα σημαιοστόλιστα.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος… αλητεύει στους αμέτρητους ίμερους, αλητεύει στα σώματα των απέραντων γυναικών και στη μιλιά μας, στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα…


Δεν υπάρχουν σχόλια: